Η Χρυσή Αυγή και η μεγάλη του Γένους Σχολή

Χωρίς τίτλο.jpg

Λέγεται «Κόκκινο Κάστρο», λόγω του σχεδίου και του χρώματός του. Σύμβολο της Παιδείας του Ελληνισμού της βασιλίδας των πόλεων,  το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής, δεσπόζει του Κερατίου κόλπου.

Συνέχεια της «Πατριαρχικής Σχολής» που ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα, και του «Μεγάλου Βήματος» του 9ου αιώνος, λειτουργεί σχεδόν αδιαλείπτως, διατρέχοντας την ιστορική συνέχεια, εκπαιδεύοντας πλήθος ιεραρχών, διαπρεπών Κωνσταντινουπολιτών,  ακόμη και πολιτικών του Νέου Ελληνικού κράτους, έλαβε την σημερινή της ονομασία το 1825. Υπό τη διεύθυνση του Έλληνα αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη, οι εργασίες κατασκευής του παρόντος μεγαλοπρεπούς κτιρίου πραγματοποιήθηκαν και ολοκληρώθηκαν την διετία 1881-1883.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, φέρει ως περικαλλές στέμμα της –τι έκπληξη για τους αντιεθνικιστές και τους ανθέλληνες- τον μαίανδρο, τον ίδιο μαίανδρο που κοσμεί τα ερυθρόμαυρα λάβαρα της Χρυσής Αυγής.

(ΕΜΠΡΟΣ, Φ. 190)

Αγγελος Σικελιανός: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

a6c3797b5868034616b1e33ef6d7598b

 

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

 

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν

όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου

όπου χρόνια,

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το Ναό·

γιγάντιες σκέψες

σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα

σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα

άναβαν στο νου μου,

τι όλη μου καίγονταν μονομιά  η ζωή

στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

 

Γι’ αυτό δεν είπα:

Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.

Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,

και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,

καταβολάδα του Εμπυραίου,

με την δάδα τούτην,

ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,

όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης

ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

 

Είπα κι εβάδισα

κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι

στο Καύκασό Σου

και το κάθε πάτημά μου

ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο

τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου

τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου

γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα

καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

 

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,

καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου

της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου

βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,

καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης

όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

 

Κ’ είπα:

Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου

οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,

γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.

Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,

μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.

Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα

του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,

μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους

όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

 

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!

Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,

να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει

ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει

τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!

Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,

και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

 

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!

Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του

ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

 

“Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή Σας

στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!

Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα

τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!

Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση

δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει

τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του

στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου

και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!

Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι

βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

 

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει

στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.

Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!

Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας

να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου

πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!

Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,

τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.

Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,

και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

 

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.

Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,

σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

 

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

 

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν

όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

(«Ελεύθερα Γράμματα», 19.5.1945)

a52078bf-1be7-4277-94a6-18c43f634209_g_570

27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.

image31879597
Ο έφηβος Αντίνοος, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών

Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».
(Κωνσταντίνος Καβάφης, από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923, Ίκαρος 1993)

Αλ.Παπαδιαμάντης: Το Χριστόψωμο

alexandrospapadiamantis1Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλοτε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.

Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.

Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.

Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.

Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ’ ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».

Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.

Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186… Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ’ ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.

Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ’ έναν καλό γυιό».

Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.

– Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.

– Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν’ αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.

– Οχι, όχι, είπε μετ’ αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.

– Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.

Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.

«Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ’ εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.

Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ’ αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.

Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους.

– Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.

– Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.

Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.

Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.

– Είμαι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.

– Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.

– Οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.

– Θέλεις ν’ ανάψω φωτιά;

– Αναψε και δόσε μου ν’ αλλάξω.

Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.

– Θέλεις κανένα ζεστό;

– Δεν μ’ ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.

Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.

– Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.

– Δεν σ’ επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;

– Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.

Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση. Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.

– Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.

– Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;

– Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.

Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.

– Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;

– Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.

Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν’ αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.

Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ’ εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.

Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν’ ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ’ αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το Χριστόψωμον εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος.

……..

Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ’ εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.

Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του Χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.

Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.

Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.

«…Αγαθή η μοίρα σου, λοχαγέ Μαβίλη»

mav

Με μια σφαίρα να διαπερνά τα μάγουλά του, με μια δεύτερη να τον χτυπά στο στόμα, αφήνει τέτοιες μέρες την τελευταία του πνοή στα ηπειρώτικα βουνά ο Λορέντζος Μαβίλης. Τι ταιριαστός τρόπος να πεθάνει αυτός που υπηρέτησε την Τέχνη με τον λόγο του και την Πατρίδα με την ζωή του! Από τον Δρίσκο, το ύψωμα λίγο έξω από τα Γιάννενα, στον δρόμο προς το Μέτσοβο, ο Κερκυραίος ποιητής ατενίζει σήμερα την πόλη των ονείρων του, σκεπασμένη από την αχλύ και του δικού του μύθου.

Μορφή εξεχόντως ρομαντική και ηρωική, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860. Ο παππούς του ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα όπου παντρεύτηκε την Κερκυραία ευγενή Αικατερίνη Δούσμανη. Ο πατέρας του, Παύλος, ήταν πρόεδρος δικαστηρίου της Ιονίου Πολιτείας στην Ιθάκη, όπου γεννήθηκε ο ποιητής. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανηψιά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Γνώρισε για χρόνια και μέχρι τον θάνατό του έναν έρωτα αμοιβαία καρποφόρο με την ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου «Μυρτιώτισσα», με την οποία δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε απογόνους (εκείνη ήταν παντρεμένη και μητέρα του μετέπειτα μεγάλου Έλληνα ηθοποιού Γιώργου Παππά).

Μαθητής του Ιάκωβου Πολυλά, μαθητή του Διονυσίου Σολωμού, σπούδασε στα πανεπιστήμια του Μονάχου (όπου έγινε ο ιδρυτής του Σκακιστικού Συλλόγου του Πανεπιστημίου και ασχολήθηκε με την σύνθεση σκακιστικών προβλημάτων), και του Φράιμπουργκ,  Κλασική Φιλολογία, Αρχαιολογία και Σανσκριτικά. Μελέτησε Καντ, Φίχτε και Σοπενάουερ, μετέφρασε στα ελληνικά Σίλερ, Σέλεϊ, Βιργίλιο, και αποσπάσματα από το ινδικό έπος «Μαχαμπχαράτα». Διακρίθηκε ως ποιητής σονέτων και θεωρείται ο  τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής που διεμόρφωσε ο Διονύσιος Σολωμός.

Έλληνας και φιλέλληνας, συμμετείχε ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους. Το 1896 έγινε μέλος της «Εθνικής Εταιρείας», ίδρυσε παράρτημά της στην Κέρκυρα, και κατέβηκε στην Κρήτη για να ενισχύσει τον αγώνα της απελευθέρωσής της, στα Λευκά Όρη. Το 1897 συγκρότησε σώμα από 70 Κερκυραίους το οποίο όπλισε και συντηρούσε με δικά του έξοδα και πολέμησε στην Ήπειρο, όπου τραυματίστηκε στην μάχη των Πέντε Πηγαδιών.

Το 1902 πρωταγωνιστεί στην εκστρατεία για να μην εγκατασταθεί καζίνο με τυχερά παιχνίδια στην Κέρκυρα. Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Οι αγώνες του Έθνους εντείνονται αλλά ο Μαβίλης δεν μπορεί να πολεμήσει με τον Ελληνικό Στρατό λόγω της ηλικίας του. Για αυτό και κατατάσσεται ως εθελοντής στο σώμα των ερυθροχιτώνων Γαριβαλδινών υπό τον Αλέξανδρο Ρώμα και πολεμά στους Βαλκανικούς Πολέμους στο μέτωπο της Ηπείρου.

«Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας

Σ’ εφλόγισε πατώντας της Ηπείρου

Το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου

Νάστραφτε από το «εν τούτω νίκα» ο αιθέρας,

Και σα σε λάμψη παρουσίας δευτέρας

Μ’ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου

Νάβλεπες στο βυθό του Παμπονήρου

Να γκρεμιστή η Τουρκιά, το ανίερο τέρας».

Θα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων επικεφαλής των ανδρών του, στις 28 Νοεμβρίου 1912. Ήταν 52 ετών. Μερικούς μήνες αργότερα, τον  Φεβρουάριο του 1913, τα Γιάννενα θα ελευθερωθούν. Το 1933, στο σημείο όπου σκοτώθηκε, κατασκευάστηκε μνημείο μέσα στο οποίο βρίσκονται τα οστά του.

Οι τελευταίες του λέξεις ήσαν:

«Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».

Με τα λόγια της αγαπημένης του Μυρτιώτισσας:      «… Ζητούσε μες στα ιδανικά την απολύτρωση κι αναζητώντας στάθηκε στο μεγαλύτερο: την Πατρίδα. Από εκεί άντλησε το τελευταίο, το υπέρτατο ιδανικό του: το θάνατο. Η λατρεία της Πατρίδας και του θανάτου!»

Ε.Δ.

 

Στην Πατρίδα

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.

Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,

πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ’, οι λαγκαδιές

στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!

Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ’ η λίμνη,

χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,

σ’ άπειρ’ αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής

τ’ αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.

Κι αυτός σηκώνει τ’ αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,

κι η κάθε στάλ’ από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,

κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή

χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,

και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.

Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός

γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ’ ο ουρανός.

Κι οι νύχτες σου με τ’ άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,

με τ’ αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ’ άστρα,

με το φεγγάρι που περνά, σαν τ’ όνειρο ευτυχίας

στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.

Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια

και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,

σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,

ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ’ ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,

λιώνονται σ’ ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.

Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά

μέσ’ απ’ αγάπης φαντασιές τ πλάσματα ξυπνά.

Κι ανάμεσα στα χρώματ’ από χίλια ουράνια τόξα,

προβαίνει πάλ’ ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.

Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,

έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.

Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,

και δίχως γνέφια τους καιρους η δόξα σου διατρέχει.

Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,

θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.

(EΦΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ, Φ. 176)

Ραγιαδισμός: Ο Ρέμος είναι υπερήφανος για τον… Κεμάλ Ατατούρκ

 

remos_kemal708

Στην τουρκική εφημερίδα Hurriyet παραχώρησε συνέντευξη ο Αντώνης Ρέμος και οι δηλώσεις του για τον Κεμάλ Ατατούρκ σίγουρα θα προκαλέσoυν αντιδράσεις στην ελληνική κοινή γνώμη.

Ο Αντώνης Ρέμος προσπαθώντας να εστιάσει στα κοινά σημεία Ελλήνων και Τούρκων και στις ρίζες του από το Αϊβαλί δηλώνει για τον Τούρκο ηγέτη:

 «Δεν είμαι μόνο συμπολίτης, αλλά και συγχωριανός του. Όπως ξέρετε, στη Θεσσαλονίκη υπάρχει το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Ατατούρκ. Υπάρχει όμως και το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε, σε ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη, τον Λαγκαδά. Από εκεί είναι η οικογένειά μου. Είμαστε περήφανοι που στο χωριό μας γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους ηγέτες».
Ενώ για τα κοινά σημεία μας με τους Τούρκους είπε: «Πρέπει να διαφυλάξουμε αυτή την κληρονομιά και τις κοινές αναμνήσεις που μας ενώνουν με τον τουρκικό λαό. Όχι μόνο οι Τούρκοι, αλλά και εμείς. Γιατί δεν καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι -και- για εμάς»;

Και αναφέρθηκε στις ρίζες του: «Η οικογένειά μου ήρθε από το Αϊβαλί. Το αίμα μου είναι από αυτά τα χώματα, αυτά τα μέρη. Μοιάζετε με μένα, η συμπεριφορά σας είναι σαν τη δική μου, το χαμόγελό σας είναι σαν το χαμόγελό μου, θυμώνετε όπως και εγώ».

πηγή