Ελένη Γκατζογιάννη: Θυμηθείτε, παιδιά μου!..

IMG_20180827_122733

Στις 27 Αυγούστου 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, καταδικάζεται σε θάνατο από “δικαστήριο” του “Δημοκρατικού Στρατού”. Το “έγκλημά” της είναι ότι οργάνωσε την διαφυγή των παιδιών της, της μάνας, της αδελφής και της ανηψιάς της, και άλλων συχωριανών, 20 ατόμων συνολικά, ώστε να μην οδηγηθούν στο Σιδηρούν Παραπέτασμα των σοσιαλιστικών παραδείσων. Εκτελέστηκε την επομένη, 28 Αυγούστου. Ηταν 41 ετών.

IMG_20180827_122444

Χρόνια αργότερα, ο μοναχογιός της, θα αναζητήσει τους δολοφόνους της μάνας του. Και θα βρει τον Κατή που την καταδίκασε. Δεν θα τον σκοτώσει. Θα γράψει όμως ένα βιβλίο που θα κάνει γνωστή την ιστορία της Ελένης σε 26 γλώσσες σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.

«Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών…».

IMG_20180827_122433 (1)

Βρισκόμαστε στο 1985. Το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη γίνεται ταινία. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν δίνει άδεια να πραγματοποιηθούν τα γυρίσματα στην Ηπειρο, και η ταινία γυρίζεται στην Ισπανία.

Αλλά και η προβολή της στους ελληνικούς κινηματογράφους είναι επεισοδιακή.

Είδα την ταινία στους Αμπελοκήπους. Εξω από τον κινηματογράφο μαζεμένοι οι ρεμπεσκέδες του ΚΚΕ , μας προπηλάκιζαν, έκλειναν τον κλοιό γύρω μας, πετούσαν αντικείμενα. Μερικούς μήνες μετά, θα ενταχθώ στην Νεολαία ΕΠΕΝ.

Η Αριστερή τρομοκρατία των αδίστακτων αήθων κομμουνιστών συνεχίζεται, τότε και τώρα το ίδιο απάνθρωπη, το ίδιο εγκληματική.

Λια 1948- Αμπελόκηποι 1985 – Αθήνα 2018

Οσοι ξεχνούν, είναι καταδικασμένοι να ξαναζήσουν την τραγική ιστορία.

Δεν ξεχνούμε. Αλλωστε, μόνον ο Θεός μπορεί να τους συγχωρέσει τα εγκλήματά τους.

ΕΔ

Advertisements

27 Αυγούστου: Του Αγίου Φανουρίου

Άγιος-Φανούριος

Χαμογελαστός, σεμνά, σχεδόν συνεσταλμένα, κοιτάζει από την εικόνα του, ο Άγιος Φανούριος.

Φύλακας εν εγρηγόρσει, προσέχει κάθε χαμένο πραγματάκι που έβαλα σε λάθος σημείο, πάνω στην βιασύνη ή στον φόρτο της σκέψης.

Έχειμια αθώα έκφραση ο Άγιος αυτός, θαρρείς συνένοχος στις αφηρημάδες της καθημερινότητας, «πού ακούμπησα, να πάρει η ευχή, την δαχτυλήθρα;», «πού πήγε το ευλογημένο καπάκι;», και με μια συγκατάβαση αδελφική «τι μου δίνεις να σ’ το βρω;»-«βρες το μου, και θα σου φτιάξω μια πιτούλα!». Και,τσουπ, εμφανίζει εκεί όπου άπαντες έχουμε αποτύχει να θυμηθούμε πού το αφήσαμε,το κλειδί, τα γυαλιά, το μισοραμμένο ρούχο.

Ο Άγιος Φανούριος είναι ο Άγιος για τα δύσκολα, αυτός που με προσγειώνει στην μακάρια υλικότητα της ζωής. Οπως εκείνος δεν μου χαλάει χατίρι, έτσι δεν του χαλώ την χάρη κι εγώ. Και, ω του θαύματος! Σαν δέσω την ποδιά μου, και καταπιαστώ με το κρησάρισμα και το αλεύρι που πέφτει στην πήλινη γαβάθα σαν το χιόνι, με το κονιάκ να ανταμώνει μεθυστικά τον χυμό του πορτοκαλιού και τα κανελλογαρύφαλλα, και μετά τον αρχικό δισταγμό –εκείνη την μικρή κρίσιμη στιγμή που κρέμεται από μια κλωστή το ναι ή το όχι- όταν βουτήξω τα χέρια μου στον χυλό της μελλοντικής φανουρόπιτας, ο κόσμοςέρχεται στα ίσια του. Ριστάρτ. Έσφαλα, πλήρωσα τα δέοντα, σε ευχαριστώ, πάμε να κάνουμε νέα αρχή παρακάτω.

Από τα πολύ πολύ παλιά χρόνια, αρέσει στους ανθρώπους να καλοπιάνουν τους θεούς τους. Μπορεί να μένουν σε σπηλιές ή σε μαρμαροπελεκημένα παλάτια, όμως ανάμεσα στα σπασμένα πιατάκια και τις ζωγραφισμένες στάμνες, γύρω από μικρές άγιες τράπεζες, καίνε σπόρια, φρούτα και καρπούς κι αφήνουν πιτούλες τυλιγμένες στο μέλι, για να γλυκαθούν οι θεοί και να τους φανερώσουν ανθρώπους, πράγματα, ελπίδες και πραγματικότητες μελλούμενες. Έτσι ο κόσμος ο ορατός, ο ενσαρκωμένος, μοιράζεται με τον κόσμο τον αόρατο, τις χαρές της ζωής. Κι ο κόσμος ο αόρατος, που στερείται τις αισθήσεις των θνητών, στέλνει στους ανθρώπους μια πνοή από το σύμπαν της αθανασίας, εκεί όπου δεν υπάρχει λύπη, αλλά δεν υπάρχει και γέλιο, μια συμβουλή πολύτιμη, μια ενόραση που δεν την πιάνει το μάτι του ανθρώπου, μια απάντηση, κι ας είναι η ερώτηση «πού είναι το αγαπημένο κουκλάκι του παιδιού που έχει πλαντάξει στο κλάμα και δεν μπορώ να το βρω; Σώσε άγιέ μου, θα σκάσω!».

Η μειλίχια έκφραση του Αγίου, γλυκαίνει την ανθρώπινη ψυχή. Είναι κι η ευχή που συνοδεύει το μοίρασμα της πίτας «Θεός σχωρέσ’ την μανούλα του Αγίου Φανουρίου!», που δημιουργεί μια επιπλέον συμπάθεια για αυτόν τον αγιο που ήταν στρατιωτικός, μα όχι ιππέας σαν το δίδυμο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, Γεώργιο και Δημήτριο, αλλά πεζικάριος, και κρατά ένα κερί, αντί για σπαθί και δόρυ, σαν να μάχεται αυτός με την φλόγα του νου του.

Εκεί λοιπόν που το καλοκαίρι πάει να φύγει, στις 27 Αυγούστου, έχει βάλει η εκκλησία τον νεαρό Άγιο, να βρίσκει με το κεράκι του τα απολεσθέντα και τα ευχούμενα.

Είναι μαγευτική και συνάμα συγκλονιστική  αυτή η οικειότητα που έχουμε οι Έλληνες με τους θεούς μας. ΈναςΆγιος ή μια Αγία για κάθε επάγγελμα, άλλος για τους ράφτες, άλλος για τους πυροσβέστες. Και μην πει κανείς πως είναι τάχα πράγματα παλιά και ξεπερασμένα, δικαιολογίες για τους χοντρόπετσους και τους οκνηρούς. Σε μια εκκλησία των Αθηνών είδα τον Απόστολο Παύλο, ως προστάτη των επαγγελματιών Δημοσίων Σχέσεων. Ευλογημένος λαός, άμα θέλουμε, με τα πόδια να χτυπούν ρυθμικά την γη, και τα μάτια σηκωμένα στον ουρανό.

Η Φανουρόπιτα

Την ετοιμασία της Φανουρόπιτας ξεκινούμε από την παραμονή της εορτής. Για την παρασκευή της χρησιμοποιούμε  9 υλικά (αν δεν φτάνουν , κάνουν και 7, κι αν θέλουμε το παραπάνω μπορούμε 12-αθάνατη ελληνική ευελιξία και εφευρετικότητα!)

* 4 φλιτζάνια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του (ή μαλακό, με προσθήκη 1 κ.γ. σόδα και μπέικινγκ πάουντερ)

* 1 κ. γλυκού  κανέλογαρύφαλλα κοπανισμένα

* 1 φλιτζάνι του τσαγιού καλόλάδι

* 1 φλιτζάνι τσαγιού ζάχαρη

1 φλυτζάνι του ελληνικού καφέ κονιάκ (ή άλλο ποτό της αρεσκείαςμας)

* 12 κ. σούπας χυμό πορτοκαλιού

* ξύσμα ενός μεγάλου λεμονιού (βιολογικό, όχι κερωμένο)

* 1 φλιτζάνι σταφίδες (ξανθές, μελαχρινές ή κι απ’ τις δυο)

* 1/2 φλιτζάνι καρυδόψιχα χοντροκοπανισμένη

* ζάχαρη άχνη

Ανακατεύουμε το αλεύρι με την κανέλα. Σε ένα μεγάλο μπολ ρίχνουμε το λάδι, την ζάχαρη, τον χυμό πορτοκαλιού  και το ξύσμα λεμονιού, και τα αναμειγνύουμε μέχρι να δέσουν. Προσθέτουμε το αλεύρι, τις σταφίδες και τα καρύδια, και τα ανακατεύουμε καλά ώσπου να γίνει ένα μείγμα παχύρρευστο, ούτε σφιχτό, ούτε υδαρές. Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 200 βαθμούς. Αλείφουμε με λάδι ένα ταψί Νο 32 και το πασπαλίζουμε ελαφρά με αλεύρι, για να ξεκολλάει η πίτα όταν έρθει η ώρα να την βγάλουμε. Ρίχνουμε το μείγμα. Ψήνουμε σε μέτριο φούρνο επί 45′ (ή ανάλογα με τις επιδόσεις του φούρνου όπως ξέρουμε). Το βγάζουμε, κι όταν κρυώσει καλά, αφαιρούμε την πίτα από το ταψί, είτε ανοίγοντας την σούστα, είτε αναποδογυρίζοντας ελαφρά. Κοσκινίζουμε από πάνω ζάχαρη άχνη. Την πηγαίνουμε το πρωί της γιορτής του Αγίου στην εκκλησία να την διαβάσει ο ιερέας. Την κόβουμε σε τετράγωνα κομμάτια και την μοιράζουμε στον ιερέα, και στους πιστούς. Παίρνουμε ευλογία και για το σπίτι μας. Χρόνια Πολλά!

Ε.Δ.

Ορφικός ύμνος στην Αφροδίτη

Αφροδίτη και Παν
Αντόλφ Αλεξάντρ Λεσρέλ (1839-1929) Παν και Αφροδίτη

Ουράνια, πολυύμνητη Αφροδίτη που αγαπάς το γέλιο,
Θαλασσογέννητη γενέτειρα Θεά, που αγαπάς την νύχτα,
σεβάσμια νυκτερινή ζεύκτειρα,
δολοπλόκα ανάγκης μητέρα.

Τα πάντα απο σένα προέρχονται
ω ζευκτειρία κόσμου δύναμις,
στα χέρια σου κρατάς
των τριών βασιλείων τα πεπρωμένα

Εσύ γεννάς όλα όσα στον ουρανό βρίσκονται
και όσα στην Γαία την πολύκαρπη,
και όσα στης θαλάσσης τα βάθη

Ω σεβαστή πάρεδρε του Βάκχου που αγαπάς την θάλασσα,
χρήσιμη στους γάμους , των Ερώτων Μητέρα
πειθηνία κλινόχαρη, κρυφίας χαράς δώτειρα
φανερή και αφανέρωτη ποθεινομάλλα ευπάτειρα

Νυφική συνδαιτημόννισα θεών
σκηπτρούχε Λύκαινα
γεννοδότειρα φίλανδρη, ποθεινοτάτη ζωοδότρα
η ζεύουσα τους θνητούς με αχαλίνωτες ανάγκες
που και των θηρίων τα πολυάριθμα γένη
κάνεις να ερωτομανούν ωσάν να ευρίσκονται
υπό την επήρεια φίλτρου μαγικού !

΄Ελα, Κυπρογέννητη από θεϊκή γενιά,
είτε είσαι στον ΄Ολυμπο όπου ως Θεά Βασίλισσα
χαίρεσαι την ωραία σου μορφή,
είτε στης λιβανομυρωμένης Συρίας
τις οδούς διαμένουσα υπηρετείς,
είτε όταν στις  πεδιάδες,
από χρυσοκαμωμένα άρματα,
της ιερής Αιγυπτιακής γης
εποπτεύεις τα εύφορα εδάφη

είτε αν με κυκνοήλατα διασχίζεις άρματα
τη, φουσκοθαλασσιά του ωκεανού
και ερχομένη χαροποιείς τα κήτη της θάλασσας
που κυκλοτερώς για σένα χορεύουν

είτε αν τις μαυρομάτες φαιδρύνεις νύμφες
που σε γη ηλιόλουστη ,
σε αμμουδερούς αιγιαλούς ξαπλώνουν
και για χάρη σου χοροπηδούν με ευθυμία

Είτε στην γενέτειρά σου την Κύπρο
είσαι βασίλισσα με τον σύντροφό σου εκεί όπου καλλίγραμμες και αδάμαστες νύμφες
καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους υμνούν
εσένα, μακαρία Θεά, και τον θεϊκό σου υπέροχο
και αγνό ΄Αδωνη.

Ελθέ Μακαρία Θεά
εσύ που υπέρτερα αξιέραστη μορφή έχεις.

Διότι σε επικαλούμαι με πνεύμα ταπεινό

και καθαγιασμένους λόγους.

Πρωτοχρονιά

Kalanta_paidia_Skitso

Ανοίξετε τη πόρτα σας
τα κάλαντα να πούμε
και βάλτε και μιά ρακή,
για να σας ευχηθούμε

Ταχιά ταχιά’ναι αρχιχρονιά
Πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.

Και εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιος Βασίλης

Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,

η χάρη σου το βλόγησε
με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.

Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.

Φέρε καρύδια, κάστανα,
πανιέρια λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί
να πιουν τα παλικάρια

Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν’ και ζευγαράκι

Και από το λαδοπίθαρο
σκια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περσότερο
κρατούμε ‘μείς ασκάκι

Τέσσερα πέντε πράγματα
που τάχει η περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας
να πούμε καλησπέρα.

 

Η Αθήνα μου

1960-Χριστουγεννιάτικη-Αθήνα

Θυμάμαι μιαν Αθήνα διαφορετική.
Θυμάμαι τέτοια εποχή τις γυναίκες να προχωρούν στη Σταδίου με τα ψηλά τακούνια τους και τα μακριά παλτό τους κρατώντας χρωματιστές νάυλον τσάντες και τη λουστρίνι τσάντα τους περασμένη κομψά στο χέρι.
Ανεβαίνουν τη Σταδίου, στον Προμηθέα για βιβλία κι επιτραπέζια, κατεβαίνουν στον Κατράντζο να ψωνίσουν για το σύζυγο, το γιο, τον αδελφό, στο Λαμπρόπουλο για τις δικές τους μικρές πολυτέλειες, και στο Μινιόν για να χαζέψουν με τα παιδιά τη βιτρίνα με τον Αη Βασίλη και τα ξωτικά που κινούν πάνω-κάτω τα χέρια τους φτιάχνοντας νυχθημερόν τα πρωτοχρονιάτικα δώρα που θα μπουν σε λίγες μέρες κάτω από το δέντρο.

Στις βιτρίνες του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου στριμώχνουμε τις μύτες μας στο τζάμι για να ρουφήξουμε τη μαγεία των τέλεια εορταστικών διακοσμήσεων.
Μετά θα ανεβούμε στον έβδομο για να φωτογραφηθούμε με τον Αη Βασίλη και να μας δώσει από το σακούλι του ένα δώρο.

Μπορεί και σε άλλες πόλεις του κόσμου άλλα παιδιά να κάνουν το ίδιο, την ίδια ώρα με μας. Αλλά για μας, αυτός είναι ο κόσμος μας, η Σταδίου, η Ρόμβης, η Μητροπόλεως. Τα μαγαζιά όπου οι μαμάδες μας κάνουν με ακρίβεια και προσμονή τις αγορές τους. Στο Salon Vert για υφάσματα, για κασμίρια και φόδρες στην Αθηναία, για κουμπιά, πατρόν και μπουτουνιέρες στην Ρόμβης.

Τα στρογγυλεμένα από το χρόνο, απαλά στο άγγιγμα ράφια του Προμηθέα, η μυρωδιά από τα βιβλία στον Αστέρα, κι απέναντι, τα ηλεκτρικά τρενάκια που ταξίδευαν μέσα από χιονισμένα έλατα και γραφικά βαυαρέζικα χωριουδάκια, και που μόνο τ’ αγόρια μπορούσαν να αποκτήσουν.
Αυτόν τον κόσμο τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε σαν τον κάλο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μας χεριού, σημάδι και απόδειξη της μελετηρής μας σχολικής ζωής.

Μέχρι που κάποιοι, καθώς μεγαλώναμε, καθηγητάδες και γραφειάδες, μας είπαν με ύφος περισπούδαστο πως ο κόσμος που φτιάξαν οι γονείς μας ήταν λέει, αστικός, και γι’ αυτόν θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Μας έδειξαν παιδάκια σκελετωμένα στην Αφρική και γέμισαν το μυαλό μας τύψεις για τα παιχνίδια μας, για τις μανάδες μας, για το κυριακάτικο ψητό στο φούρνο με πατάτες. Εκείνοι, ήξεραν, έλεγαν, κάποιον τρόπο καλύτερο, έναν κόσμο όπου όλοι θα μοιράζονταν όλα, όπου όλοι θα ζούσαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι.

Εκείνο που δεν μας είπαν ήταν ότι τον κόσμο αυτό θα τον έφτιαχναν ισοπεδώνοντας τον δικό μας, ότι θα έφτιαχναν τον ψευδόκοσμό τους παίζοντας στο χρηματιστήριο τις συντάξεις των γονέων μας, ότι θα πουλούσαν και την μαύρη τους ψυχή για να κερδίσουν αξιώματα, φήμη και χρήμα, και ότι θα μας κοιτούσαν από πάνω με υπεροψία γιατί τάχαμου ήξεραν πως ο κόσμος μας ο αστικός, ο ελληνορθόδοξος, ο τακτοποιημένος δεν θα κρατούσε πολύ, αφού φρόντισαν οι ίδιοι με τη δική μας ένοχη αφέλεια να τον καταστρέψουν.

Κι όμως. Αυτή η Αθήνα, αυτοί οι δρόμοι, αυτές οι όχι τόσο μακρινές μνήμες είναι η ζωή μας. Οι δρόμοι όπου βαδίζαμε ασφαλείς και χαρούμενοι, οι γειτονιές μας που γυρίζαμε ξημερώματα χωρίς κανείς ποτέ να μας πειράξει, είναι η πατρίδα μας.

Είναι η δουλειά των γονιών μας, είναι το τραύμα του παππού μας το ’40, είναι το αίμα του προπάππου μας το ’21, είναι μια μακριά συστάδα από απελάτες και ραψωδούς, από γεωργούς και πολεμιστές. Είναι οι ατελείωτες ώρες της μάνας μας πάνω στη βελόνα, είναι τα τραχιά χέρια της γιαγιάς μας στον τρύγο, είναι οι ευχή της προγιαγιάς μας να ξεπροβοδίζει τον παππού μας για το μέτωπο, είναι ένα μακρύ χοροστάσι από γυναίκες που μας γέννησαν και μας ανέθρεψαν. Αυτοί έφτιαξαν τις γειτονιές που ζούμε, τα μαγαζιά που ψωνίζουμε, τις ανέσεις που απολαμβάνουμε. Και τίποτα, μα τίποτα από αυτά δεν είμαστε διατεθειμένοι να χαρίσουμε σε κανέναν λεχρίτη αριστεριστή, σε κανέναν πρεζέμπορο, σε κανέναν μαστροπό, σε κανένα περισπούδαστο ψώνιο, ό,τι χρώμα κι αν έχει το δέρμα του.

Γι’ αυτήν την Αθήνα, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα χωριά, γι’ αυτές τις αναμνήσεις που είναι η ζωή μας και δεν τη χαρίζουμε, δεν την πουλάμε, δεν τη χρωστάμε σε κανέναν τοκογλύφο, σε κανέναν πολιτικάντη, σε κανέναν νταβατζή, έλληνα ή ξένο.

Γιατί η ζωή μας δεν είναι δική μας να την παραδώσουμε, να τη χαρίσουμε ή να την πετάξουμε στα σκουπίδια. Είναι η ζωή των προγόνων μας και η ζωή των παιδιών μας. Είναι ο σπόρος της ζήσης μας, ο σπόρος της Φυλής μας. Γι’ αυτή τη ζωή, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα θηκάρια των προγόνων μας θ’ αγωνιστούμε. Και πάνω απ’ όλα, για το παιδί που ζει μέσα μας, αιώνια έφηβοι, αιώνια ελέυθεροι, αιώνια΄Ελληνες. Ζήτω η Νίκη!

Η ΟΧΙΑ

Χειμώνας: Ακολούθησε την καρδιά σου

 

cutty_sark_6_2_1

Χειμώνας. Είναι, δεν είναι… Δεν ξέρω. Αν πιστέψω αυτούς που ξέρουν, ζούμε σ’ ένα τεράστιο θερμοκήπιο, που περιμένει τον Αρθούρο να το κόψει κομμάτια με το Εξκάλιμπερ.

Πες με ρομαντική, μα όταν περάσει κι ο Οκτώβρης με το μικρό καλοκαιράκι τ’ Αηδημητριού, έρχονται στο μυαλό μου εικόνες. Η δασκάλα φοράει παπούτσια με κρεπ στις σόλες και βηματίζει στο πράσινο μωσαϊκό. Η δασκάλα ζεσταίνει τα χέρια στη σόμπα για να πιάσει την κιμωλία. Εικόνες από τα σχολικά βιβλία της πρώτης, δευτέρας, τρίτης δημοτικού. Η σημαιοστολισμένη σκηνή στο ισόγειο σχολείο. Η οικογένεια Κυριακή στην εκκλησία. Η οικογένεια στο τραπέζι. Το όργωμα. Ο καστανάς. Ο μπαμπάς γυρίζει στο σπίτι απ’ τη δουλειά. Τα παιδία παίζει. Τι κι αν δεν τα έζησες αυτά; Τι κι αν δεν τα έζησα; Τι κι αν οι εικόνες διαφέρουν; Χειμώνας θα σημαίνει πάντοτε καιρό για όνειρα.

Έρχονται ώρες που πρέπει να κάνεις το βήμα. Να σταθείς μακριά. Μακριά από τον εαυτό σου. Μακριά από αυτά που κουβαλάς και σε βαραίνουν. Τότε πρέπει να γκρεμίσεις. Τότε πρέπει να κάνεις χώρο για να χτίσεις. Για να φτιάξεις τον κόσμο σου, όπως τον κουβαλάς εσύ στην ψυχή σου. Πρέπει να ακολουθήσεις το Αρχέτυπο. Το ξέρεις. Ο Χειμώνας είναι μια τέτοια εποχή. Εποχή που αναγεννά το Αρχέτυπο. Τον Άνθρωπο της σπηλιάς, τον εφευρέτη, τον γεωργό, τον πειραματιστή, τον κυνηγό.

Πολλές φορές αναρωτιέσαι πώς θα ήταν η ζωή σου αν… Μα, όπως ακριβώς θα την ήθελες! Το θέμα είναι πως έχεις τώρα δα μια ζωή που όμοιά της δεν υπάρχει. Πώς είμαστε μοναδικοί, όπως μοναδικές είναι οι στιγμές, όπως μοναδικά είναι τα όνειρά μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάρουμε την απόφαση. Και να τα ακολουθήσουμε. Όπως μπορούμε, όσο μπορούμε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το βήμα. Το πρώτο βήμα. Και το δεύτερο. Και ξέρεις κάτι; Όσο πιο μεγάλο το όνειρο, τόσο πιο πολλές οι πιθανότητες να γίνει αλήθεια. Όσο πιο πολλοί μοιραζόμαστε, πιστεύουμε, δουλεύουμε για τα ίδια όνειρα, τόσο μεγαλώνει η βεβαιότητα πως θα τα κάνουμε πραγματικότητα.

(Τρόπος Ναζείς, Περιοδικό Αντεπίθεση, 11/07)

Των Ταξιαρχών

 

8 Νοεμβρίου: Σύναξη των Ταξιαρχών, επί κεφαλής των αγγελικών ταγμάτων, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Υπάρχουν μυριάδες αγγέλων, οι οποίοι είναι προστάτες και φύλακες των ανθρώπων, αλλά τέσσερις αναφέρονται ονομαστικά, οι Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ και Ουριήλ. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο Στρατηγός των Αγγελικών δυνάμεων, και αυτός που μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ αναγγέλλει την σύλληψη και παραστέκει την κυοφορία, και, ως γνωστόν είναι αυτός που ανήγγειλε στην Παναγία την έλευση του Θεανθρώπου. Ο αρχάγγελος Ραφαήλ είναι ένας εκ των επτά αγγέλων της Αποκαλύψεως, ο οποίος κρατώντας χρυσό θυμιατό προσφέρει στον θρόνο του Θεού τις προσευχές των πιστών. Ο αρχάγγελος Ουριήλ είναι αρχηγός αγγελικής παράταξης, λευκός σαν το χιόνι, ολοφώτεινος και σαγηνευτικός. Εποπτεύει με συμπόνοια την Φύση-και την φύση των ανθρώπων.

Σύμφωνα με τον πολιούχο των Αθηνών, Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, οι άγγελοι χωρίζονται σε τρεις τάξεις και εννέα τάγματα. Ιεραρχικά:

Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι

Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις

Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι

Επειδή οι άγγελοι πολεμούν και μάχονται τους κακούς δαίμονες, κατακτώντας τους αιθέρες, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο προστάτης της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι προστάτες Άγιοι της Μυτιλήνης, των Σερρών, του Αιτωλικού και του Κορυδαλλού Αττικής.

«Οι γριές νηστεύανε  στη χάρη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ  για να τους πάρει εύκολα την ψυχή και να μην παιδεύονται, όταν ήταν να αποθάνουν». Το έθιμο λέει ότι την παραμονή της γιορτής δεν αφήνουν παπούτσια έξω από το σπίτι για να μην τα δει ο άγιος και θυμηθεί να «περάσει από το σπίτι τους».

Γεώργιος Γεωργαλάς (1918-2016)

%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82_%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%82

Ενας από τους οξύτερους νόες της Πατριωτικής διανόησης, ο Γεώργιος Γεωργαλάς, δεν είναι πια εδώ. Με καταπονημένο το σώμα αλλά άσβεστο το πνεύμα αγωνίστηκε ως το τέλος της επίγειας ύπαρξής του για τα Ελληνικά ιδανικά, καθοδηγώντας και συμβουλεύοντας επαναστατικά και πατρικά.

Με πλήρη γνώση του τι εστί Κομμουνισμός, αφού τον γνώρισε και τον μελέτησε ο ίδιος εκ του σύνεγγυς, στάθηκε σταθερά στο πλευρό όσων πίστεψε πως έχουν την φλόγα της καρδιάς, και το ατσάλι του νου, για να κάνουν πραγματικότητα το όραμα μιας νέας, αναγεννημένης Ελλάδας.

Μετρ της Ψυχολογίας των Μαζών, υπήρξε πολυγραφότατος με κορυφαίο και αξεπέραστο έργο του την Προπαγάνδα. Ακόμη ιερότερη η φιλία και η εκτίμησή του σε καιρούς χαλεπούς, στους οποίους στάθηκε ακλόνητα επαναστάτης και δάσκαλος σοφός.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί αύριο στις 15.00 στον Ι.Ν. Αγ.Σεραφείμ και Προφήτη Ηλία στην Παλαιά Πεντέλη.

Ας είναι ελαφριά η Ελληνική γη που θα τον σκεπάσει.

Ευχαριστώ.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ