Ινδιάνικο καλοκαίρι

Φίδι σε cista mystica και βουκρανιον, ιερά αντικείμενα της λατρείας της Δήμητρας και του Διονύσου στους Ορφικούς. Τοιχογραφία από την βίλα του P. Fannius Synistor στο Boscoreale, βορείως της Πομπηίας, περί το 40-30 π.Χ,
Σήμερα, στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

“Μισώ αυτή την εποχή που ο άνθρωπος γίνεται, υπό έναν παγκόσμιο ολοκληρωτισμό, βοωειδές ευγενικό, καλογυαλισμένο και ήσυχο”.

-Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Επιστολή προς τον Στρατηγό Χ, 30 Ιουλίου 1944

Μια από τις πρώτες μου φωτογραφίες με δείχνει εμπρός στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Ο φωτογράφος έχει τυπώσει δύο σειρές, μια ασπρόμαυρη και μια έγχρωμη. Τα χρώματα της έγχρωμης είναι αυτά των φιλμς της δεκαετίας του `70: ροζ της πούδρας, πράσινο του φρέσκου αμύγδαλου, γκρι της πρωινής συννεφιάς, κι ένα έντονο πράσινο του κυπαρισσιού στους βελούδινους καναπέδες με τα, κεντημένα στο χέρι, μαξιλάρια γαλλικής τεχνοτροπίας.

Στις παιδικές μου παλάμες κρατώ ένα σφαιρικό στολίδι, στο ασημί του υδράργυρου, με ένα ασημόχρυσο κομμάτι πασμαντερί για ισημερινό. Κοιτάζω τον φακό με ύφος απόλυτης ικανοποίησης, αυτοπεποίθησης και υπερηφάνειας.

Η ιστορία λέει πως αρνήθηκα να ποζάρω στον φακό, μέχρι να μου κατεβάσουν το στολίδι που είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, και να φωτογραφηθώ μ’ αυτό. Στην φευγαλέα εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, προβάλλει το μπλε της νύχτας βελούδινο φόρεμα, το κόκκινο γιλέκο κεντημένο με ελάφια και κλαδιά δέντρων, τα μαύρα λουστρίνια με την μπαρέτα, και τα λευκά πλεκτά σοσόνια.

Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα παλίμψηστο όπου επικαλύπτονται πολλές εποχές. Μερικές μέρες ξαναβρίσκουμε την σκιά του εφήβου που υπήρξαμε, τα σποραδικά υπολείμματα ενός χαμόγελου που χάθηκε, μιας ανεμελιάς που ξεχάστηκε”, γράφει ο φιλόσοφος και συγγραφέας Πασκάλ Μπρυκνέρ στο “Μια σύντομη αιωνιότητα”. “Η ζωή είναι ταυτόχρονα πολύ σύντομη και πολύ μακριά, ταλαντεύεται ανάμεσα στο βάρος της πλήξης και στο τρεμόπαιγμα του επείγοντος (…) Μετά τα πενήντα τους, τα ανθρώπινα ζώα βιώνουν ένα είδος αναστολής: όχι αρκετά νεαρά, όχι πραγματικά ηλικιωμένα, χωρίς βάρος. Είναι μια ανακούφιση που αφήνει την ζωή ανοιχτή σαν μια αιωρούμενη πόρτα (…) Οι προθεσμίες μικραίνουν, οι δυνατότητες λιγοστεύουν, αλλά υπάρχουν ακόμα ανακαλύψεις, εκπλήξεις, συντριπτικοί έρωτες (…) Πώς να αποφύγεις την κούραση της ύπαρξης, την μελαγχολία του λυκόφωτος, πώς να περάσεις μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες;”

Αυτό το Ινδιάνικο καλοκαίρι, από το όνομα που έδωσαν οι Ευρωπαίοι στην απρόσμενη ζέστη την οποία δημιουργούσαν οι Ινδιάνοι το φθινόπωρο, καθαρίζοντας με φωτιές την γη τους, συνδέεται με την ανάγκη μας για αναγέννηση και επανεφεύρεση του εαυτού μας. Την ανάγκη να καίμε τις γέφυρες και να φεύγουμε προς τα εμπρός, να ξεκαθαρίζουμε με το παρελθόν και να ξαναξεκινάμε. Ανάγκη την οποίαν εκφράζουν περίφημα γιορτές όπως τα Χριστούγεννα και οι προγενέστερές τους που σηματοδοτούν το νέο έτος, όπως το προσδιορίζουν οι θρησκείες. Κι αν κάθε έτος δεν ήταν 365 μέρες, αλλά άλλαζε κάθε επτά ή εννιά συμβατικά έτη;

Πάμε πάλι.

Ο ανθρώπινος προσανατολισμός χάνεται με την πάροδο του χρόνου. Η περιέργεια, η επιθυμία, η αποφασιστικότητα, το παιχνίδι, η διεκδίκηση, το επείγον της προσωπικής ολοκλήρωσης, περνούν από το κόσκινο της οικογενειακής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής και κρατικής κατασκευής. Η ομοιόμορφη υποχρεωτική εκπαίδευση, η επαχθής νομοθεσία, και οι απαγορεύσεις στοιχειωδών ατομικών ελευθεριών, περνούν από την ανθρώπινη ψυχή σαν οδοστρωτήρας. Την αναγκάζουν στον ζυγό της υπακοής αν ανήκει στους πολλούς, και την λυγίζουν ώστε να αποδεχθεί την νομιμοποίηση αποκλειστικών προνομίων για την αυτόκλητη εξουσία στην οποία δεν ανήκει. Οι πάλαι ποτέ φωτεινοί θεσμοί της τάξης και του νόμου, του κράτους και της θρησκείας, ενώ κάνουν επίκληση του “όλα στο φως” και της διαφάνειας, οδηγούν στο σκοτάδι, εκεί όπου καταφεύγουν οι παράνομοι και όσοι αναζητούν το Επικούρειο “λάθρα βιώσαι”. Το κυνήγι του φωτός, τις πρόσφατες εκατονταετηρίδες, η περιφρόνηση και η καταδίκη της ανθρώπινης και συμπαντικής νύχτας, κάνουν πιο επίζηλη την επιδίωξή της.

“Οπως έδειξε η πανδημία, η συνείδηση γέρνει προς μια στάση αμυντική”, επισημαίνει ο φιλόσοφος Γιούργεν Χάμπερμας. Η υγειονομική κρίση στέρησε από τα παιδιά και τους νέους το πρώτο μέρος από το σύνηθες ψυχολογικό τρίπτυχο: Ανεμελιά-Υπευθυνότητα-Κατάθλιψη, προβάλλοντας ως εναλλακτική τον “ευτυχισμένο Σίσυφο” του Καμύ.

Το περίφημο “Ζωή, Ελευθερία και επιδίωξη της Ευτυχίας” της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, μετατρέπεται σε μια ανοχή της ζωής, ως μιας “πόρνης Βαβυλώνος” ή ενός αναπόφευκτου πουργκατόριου. Μετά από το τέλος της Μπολσεβικικής επανάστασης, η μετακαπιταλιστική ζωή του “ευτυχισμένου Σίσυφου” γίνεται αποδεκτή με την ίδια ευκολία που ο άνθρωπος αποδέχθηκε την “δια βίου μάθηση”, δηλαδή την διαρκή κατάσταση μαθητείας, δηλαδή κατάπνιξης της ανεξαρτησίας και της πρωτοβουλίας. Προπαγανδίζεται με τον τρόπο αυτό μια ζωή χωρίς εποχές, σε κάποιο φαντασιακό νησί Λωτοφάγων, όπου οι κάτοικοι θα παραμένουν “μαθητές” καθοδηγούμενοι και επιτιμούμενοι από “καθηγητές”, χωρίς να γίνονται ποτέ πολίτες.

Κι όμωας. Ενα μέρος της αβεβαιότητας και της διαίσθησης, μόλις εκφραστεί με σιγουριά, μπορεί να μας εξυπηρετήσει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Αν πρέπει να είμαστε σε κάτι μαθητές, είναι στην ιερότητα της ζωής, το δώρο της οποίας είναι θεόσταλτο και γι’ αυτό δεν ανήκει σε καμιά εξουσία. Αν πρέπει να είμαστε μαθητές είναι στην επανιεροποίηση της ζωής μας, στον σεβασμό των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών του Θείου και της ψυχής μας.

Αν πρέπει να είμαστε μαθητές, ας είμαστε στους περίεργους, στους τολμηρούς, στους φιλόδοξους, στους κουρασμένους από γνώσεις και πεινασμένους για ζωή, στους χορτάτους από ζωή και διψασμένους για γνώση, στους πρωτοπόρους, στους αισιόδοξους, στους ανήσυχους. Ας αφήσουμε για λίγο τα ηνία του Τώρα για να κρατήσουμε καλύτερα τα ηνία ενός λαμπερού μέλλοντος, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες.

Ανυπομονώ να ξεκινήσει η νέα ημερολογιακή περιοδεία, με μια λαμπερή σφαίρα με ασημόχρυσο ισημερινό.

Σας εύχομαι μια χρονιά γεμάτη με γλυκές, γόνιμες, συνδεδεμένες με αγάπη, και συναρπαστικές σκέψεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Νικολοβάρβαρα

“Κάποια μέρα θα είσαι αρκετά μεγάλος, ώστε να αρχίσεις πάλι να διαβάζεις παραμύθια”.

-Κλάιβ Στέιπλς Λιούις (1898-1963)

Η γιαγιά μου ήταν θυμόσοφος. Στην γενιά της, και στις γενιές πριν από αυτήν, οι άνθρωποι πίστευαν σε αυτά που πίστευαν οι προηγούμενοί τους. Πρόσθεταν ή παράλλαζαν, αλλά κατά βάσιν δεν πείραζαν την μαγιά. Δεν έκανε να την “χαλάσουν”. Δεν το είχαν “σε καλό”. Περπατούσαν έτσι στα αχνάρια των περασμένων, με την εμπιστοσύνη και την βεβαιότητα της εμπειρίας όσων προηγήθηκαν, εκείνων που τους έφεραν με επιτυχία στην τωρινή μορφή της επιβίωσης. Ποια απόδειξη τρανότερη του σωστού τους τρόπου από το να ζεις και να πλάθεις όσο καλύτερα μπορείς το ψωμί της ζωής σου;

Γυναίκες σαν την γιαγιά μου, ευφυείς και δυναμικές περισσότερο κι από ό,τι επέτρεπαν οι καιροί τους, δεν πίστευαν ούτε έπρατταν επειδή έτσι έλεγαν οι Εντολές, παρότι σέβονταν την λογική τους, ούτε μόνο από τον φόβο για την κριτική της μικρής γύρω τους κοινωνίας. Πίστευαν επειδή όσα είδαν ήσαν δοκιμασμένα στον χρόνο, γιατί έρχονταν από τον χρόνο και επιβίωναν πέρα από τους φραγμούς και την φθορά του. Ηξεραν πως, σαν την ατμομηχανή στην αξιόπιστη αμαξοστοιχία της γενιάς τους, θα τους οδηγούσε ως τον δικό τους σταθμό, από όπου οι επόμενοι θα αναλάμβαναν να δώσουν στους δικούς τους επόμενους, τα αποτελέσματα της δικής τους εμπειρίας στον χρόνο.

Ετσι η γιαγιά μου ήξερε να βλέπει τον καιρό αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων, να σιωπά και να διαλέγει πότε αξίζει να πολεμάς και με ποιον, να απογοητεύεται και να αναθαρρεύει, να μετανιώνει, να διορθώνει, και να συμβουλεύει πως “Θαρσεῖν χρή, φίλε Βάττε· τάχ᾽ αὔριον ἔσσετ᾽ ἄμεινον ἐλπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δὲ θανόντες· χὡ Ζεὺς ἄλλοκα μὲν πέλει αἴθριος, ἄλλοκα δ᾽ὕει”. (Θάρρος πρέπει να ‘χεις, φίλε Βάττε, σύντομα καλύτερα το αύριο θα είναι· οι ελπίδες για τους ζωντανούς,ανέλπιστοι μόνο οι πεθαμένοι· και ο Δίας άλλοτε λιάζει, άλλοτε βρέχει”, Θεοκρίτου Ειδύλλια, 4.41-4.43, μετ. Ιωάννη Πολέμη).

Και κυρίως να διδάσκει βασισμένη στην δική της εμπειρία, με την ελπίδα πως η κόρη της δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην, κι η δική της κόρη πως δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην. Κι ίσως έτσι, με ολοένα λιγότερα σφάλματα, οι γενιές να γιατρεύονται από τα προπατορικά αμαρτήματα, κι η Χάρη του Θεού να βρίσκει πιο υγειές το άνθος του άνω θρώσκοντος είδους.

Πότε ακριβώς οι ανθρώπινες κοινωνίες σταμάτησαν να έχουν εμπιστοσύνη στην εμπειρία των δικών τους ανθρώπων και να αναζητούν απαντήσεις στα λόγια και στα γραφτά ανθρώπων που δεν γωρίζουν, επομένως δεν έχουν τρόπο να διαπιστώσουν την αξιοπιστία τους, δεν το ξέρουμε ακριβώς. Μια ελληνικής καταγωγής φιλόσοφος του περασμένου αιώνα, που ταξίδεψε ως τις Ινδίες αναζητώντας την γνώση, γράφει πως η πορεία του ανθρώπου ανακόπηκε από τότε που άρχισε να γράφει αντί να διηγείται. Σκέφτομαι πως έχει δίκιο. Πως οι Ομηρίδες έστεκαν στις αυλές των βασιλιάδων και στα χοροστάσια των χωρικών κι έλεγαν τις περιπέτειες των προγόνων τους, κι όλοι, θεοί και θνητοί είχαν τον τρόπο να ελέγξουν την αλήθεια του ραψωδού. Πως ο κόσμος που έφτιαξαν εκείνοι που δεν κρατούσαν κιτάπια έσφιζε από ζωή και δύναμη. Πως οι άνθρωποι που δεν πατούσαν κουμπιά για να πουν με προεπιλεγμένα σχήματα τι τους αρέσει, τι τους λυπεί και τι τους θυμώνει, μα τραγουδούσαν τις χαρές, τις έγνοιες και τις λύπες τους, όχι μόνο όταν είχαν γιορτή μα κι όταν εργάζονταν, ζούσαν πιο ελεύθεροι και πιο υψηλόφρονες. Πως έκαναν πιο μεγάλα πράγματα με την ζωή τους, όταν η ζωή τους δεν ήταν χαραγμένη λέξη-λέξη σε πέτρες, και πως, κι αυτές ακόμα τις πέτρες τις έσπαζαν και τις γκρέμιζαν άμα έπαυαν να τους κάνουν.

Τώρα όμως που τα “πρέπει” είναι γραμμένα σε χαρτί που σχίζεται και καίγεται, κι ακόμα πιο πολύ τώρα που τα “πρέπει” πληθαίνουν γραμμένα σε άυλα “σύννεφα”, που διαγράφονται και χάνονται αν σταματήσει η ροή των ηλεκτρονίων που τα παρέχωσε σε κάποια βάση δεδομένων, οι άνθρωποι είναι πιο πειθίνιοι, εθελόδουλοι, εξωτερικά παντοδύναμοι κι από μέσα τους ασθενικοί.

Αυτές τις μέρες η γιαγιά μου τις έλεγε Νικολοβάρβαρα, από τις γιορτές της Αγίας Βαρβάρας στις 4 και του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Ελεγε πως “τ’ Αγιου Αντρέα αντρειεύει το κρύο” και πως τούτες οι μέρες είναι οι πιο επικίνδυνες για καιρό. Οι παλιοί είχαν τον τρόπο τους με τις λέξεις, ήξεραν τι σημαίνουν, ήσαν δικές τους κι ας μην ήξεραν να τις γράφουν, κι ας έβαζαν έναν σταυρό για υπογραφή, και σάμπως τα κείμενά τους να ήσαν πιο ευλογημένα από τα δικά μας. Εκείνοι έβγαζαν τα παιδιά τους Νίκη κι Ελευθερία όταν είχαν πόλεμο, έδιναν το ονόμα των πεθαμένων στους ζωντανούς για να μην χαθεί, νικώντας τον θάνατο κι ανασταίνοντας στα χείλη των επόμενων την ύπαρξη των προηγούμενων. Μόνο τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν οι άνθρωποι να μην δίνουν στα παιδιά τους ονόματα παππούδων και γιαγιάδων, χαμένων αδελφών και θείων, για να μην τσακώνονται, λέει, οι συμπέθεροι. Σκέφοτνται πως η απάντηση είναι να σβήσουν το όνομα, ενώ η απάντηση είναι να κάνουν πιο πολλά παιδιά, ώστε να χωρέσουν όλοι οι συγγενείς, οι πεθαμένοι που περιμένουν να αναστηθούν, και οι ζωντανοί που θέλουν να ελπίσουν πως σαν πεθάνουν δεν θα ξεχαστούν, μα θα ζουν καθώς θα καλούν το απομεσήμερο το όνομά τους για παιχνίδι και σκανταλιές, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους: “Πιάσε την μπάλα, Ηλία! Τράβηξε γρήγορα κουπί, Νίκο! Βάλε λίγο κόκκινο εδώ, Ρηνούλα!”. Κι εκείνοι από κάποιο σύδεντρο στον κήπο του Θεού θα ξαναγίνονται παιδιά, σπρώχνοντας το ξυλίκι και τα πατίνια και κάνοντας σκανταλιές και πάλι.

Η μνήμη του σώματος είναι σαν την μνήμη του πνεύματος. Θυμάται μυρωδιές, τριαντάφυλλα και σχίνα, θυμάται γεύσεις και θυμάται πρόσωπα και γλέντια, αναθυμάται ένα ηπειρώτικο μοιρολόι και τα στήθη του πλυμμυρίζουν βουνίσιο αέρα, πιάνει την άμμο και θυμάται καλοκαίρια, κοιτάζει το παιδί και θυμάται τον γονιό, τον πάππο, τον θείο.

Σήμερα, μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγαλώνει τούτη την ώρα που μιλάμε, χωρίς αισθήσεις. Δεν αγγίζεται, δεν φιλιέται και δεν μυρίζεται σαν όλα τα ζωντανά της πλάσης. Οι γεύσεις είναι όλες ίδιες από την ζάχαρη, οι ήχοι μονότονοι, το μαύρο ρουφάει τα χρώματα, τα σώματα, αν επιτρεπόταν να τα μυρίσεις, θα μύριζαν τις ίδιες κολώνιες που διαφημίζουν οι τηλεοράσεις. Μια ολόκληρη γενιά, ανάπηρη από αγκαλιές, μυρωδιές, φωνές και χρώματα.

“Χθες πήραμε ένα μικρό στολιδάκι, για το καλό”. “Είδα αυτό και σε θυμήθηκα”. “Εφτιαξα κουραμπιέδες, έγιναν νόστιμοι όπως τους έκανε η μάνα μου”. Μεγάλο πράγμα το καλό, μεγάλο πράγμα το “σε θυμήθηκα”. Κάτι μένει, τελικά, από τα λόγια μας, το παράδειγμά μας, το πέρασμά μας. Σε θυμήθηκα. Πήρα ό,τι κατάφερα από όσα μου έδωσες, μην στενοχωριέσαι, τόχω!

Γράφει ο Μωρίς Μπαρές που πέθανε τέτοιες μέρες, 4 Δεκεμβρίου του 1923, “Η ψυχή που κατοικεί σήμερα μέσα μου, είναι φτιαγμένη από ψίγματα που επέζησαν εκατομμυρίων νεκρών” (Ενας ελεύθερος άνθρωπος, 1889). Το ίδιο, κάπως αλλιώς γράφει ο Παλαμάς στην Ουρανία “Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας, αθέλητα κρυμμένη“. Θαρρώ πως της αρέσει της ψυχής να βρίσκεται μέσα μας και να μας ψιθυρίζει ονόματα, τραγούδια, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, βροχές, χιόνια και ήχους.

ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

(Κατά Ιωάννην, 1,4-1,5)

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Η κόρη και ο κόκκος του καφέ

Μια φορά κι έναν καιρό, μια νεαρή γυναίκα πήγε στην μητέρα της και της είπε ότι η ζωή της είναι τόσο δύσκολη που δεν ήξερε αν μπορούσε να συνεχίσει. Ηθελε να τα παρατήσει. Είχε βαρεθεί να τσακώνεται συνεχώς. Μόλις διορθωνόταν ένα πρόβλημα, προέκυπτε ένα άλλο.

Η μητέρα την πήγε τότε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και τα τοποθέτησε πάνω στην σόμπα, σε δυνατή φωτιά. Το νερό άρχισε να βράζει. Στην πρώτη κατσαρόλα τοποθέτησε καρότα, στην δεύτερη αυγά και στην τρίτη αλεσμένους κόκκους καφέ. Η μητέρα τα άφησε να βράσουν στην φωτιά χωρίς να πει λέξη. Μετά από 20 λεπτά, επέστρεψε στην σόμπα.

Βγάζει η μητέρα τα καρότα και τα τοποθετεί σε ένα μπολ. Βγάζει τα αυγά και τα τοποθετεί σε ένα μπολ. Μετά ρίχνει τον καφέ σε μια καράφα.

Γυρίζει τότε στην κόρη της και της λέει: “Πες μου, τι βλέπεις;”

«Καρότα, αυγά και καφέ», απάντησε η κόρη.

Η γυναίκα την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το κορίτσι τα άγγιξε και παρατήρησε ότι ήταν όλα απαλά και ελαστικά. Η μητέρα τότε της ζήτησε να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Το κορίτσι αφαίρεσε το κέλυφος ενός αυγού και είπε ότι ήταν βρασμένο. Τέλος, η μητέρα της ζήτησε να δοκιμάσει τον καφέ. Το κορίτσι χαμογέλασε καθώς δοκίμασε κι αισθάνθηκε το πλούσιο άρωμά του.

Η κοπέλα τότε ρώτησε: “Τι σημαίνει αυτό, μητέρα;”
Η μητέρα τότε της εξήγησε ότι κάθε τροφή ήρθε αντιμέτωπη με το ίδιο βραστό νερό, αλλά η καθεμιά είχε αντιδράσει διαφορετικά.

Το καρότο μπήκε στο νερό δυνατό, σκληρό και συμπαγές. Αλλά αφού πέρασε από το βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο.

Το αυγό ήταν εύθραυστο και υγρό μέσα του. Αλλά αφού πέρασε από το βραστό νερό, το εσωτερικό του έγινε σκληρό.

Όσο για τους κόκκους του καφέ, αντέδρασαν με μοναδικό τρόπο. Αφού βρέθηκαν στο βραστό νερό, αυτοί άλλαξαν το νερό.

“Ποια είσαι;” ρώτησε η μητέρα την κόρη της. “Όταν οι αντιξοότητες χτυπάνε την πόρτα σου, πώς απαντάς; Είσαι το καρότο, το αυγό ή ένας κόκκος καφέ; Σκέψου το.

Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά στον πόνο και στις αντιξοότητες γίνεται μαλακό και χάνει την δύναμή του;

Μήπως είσαι ένα αυγό που ξεκινά με μια εύπλαστη καρδιά, αλλά αλλάζει με τα προβλήματα, ένα ρευστό μυαλό που γίνεται σκληρό και ανυποχώρητο στον πόνο; Που το κέλυφός του δεν αλλάζει, αλλά το εσωτερικό του γίνεται ακόμα πιο σκληρό;

Ή μήπως είσαι σαν ένα κόκκο καφέ; Ο κόκκος του καφέ αλλάζει το νερό, αλλάζει την πηγή του πόνου του. Όταν το νερό ζεσταίνει, απελευθερώνει το άρωμα και την γεύση του. Αν είσαι σαν ένας κόκκος καφέ, γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου όταν τα πράγματα φαόνονται να πηγαίνουν στο χειρότερο.

Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Όπως ένα καρότο, όπως ένα αυγό ή όπως ένας κόκκος καφέ;”

Οι ψευδοεπιστήμες και ο “Υπεράνθρωπος του Νίτσε”

Babel 3. Rin Oozora, Βιετνάμ 2018.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση εξέδωσε προόσφατα μαι μελέτη με αντιμκείμενο τα δικαιώματα της Φύσης σε αντιπαραβολή με τα δικαιώματα επί της Φύσης. Ο τίτλος της αγγόγλωσσης εκδοχής “H Φύση μπορεί να τα καταφέρει καλά;” είναι ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στις λέξεις δίκαιο και σωστό. Αφήνει εκ παραλλήλου να εννοηθεί πως η Φύση μπορεί και να μην ξέρει καλά-καλά τι κάνει, και κάποιοι να έχουν αναλάβει να την συμμορφώσουν. Διόλου παράδοξη σκέψη ανάμεσα στις ανάποδες σκέψεις των πιστών της ανάποδης εποχής στην οποία ζούμε.

Το πρώτο σκέλος της έρευνας βρίσκεται σε αρμονία με τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των παραδοσιακών κοινωνιών όπως αυτές επιβίωσαν ως τις μέρες μας μέσω συνηθειών και ιεροπραξιών, φθάνοντας έως το Σήμερα της βιολογικής γεωργίας. Το δεύτερο αναφέρεται στο “κατακυριεύσατε την Γην”, μιαν αντίληψη πάνω στην οποία χτίστηκε ο σύγχρονος κόσμος: την παντοδυναμία του ανθρώπου όπως εκφράζεται με την επιδίωξη να φτιάξει παγκόσμια κέντρα εμπορίου, να κατασκευάσει τον πύργο της Βαβέλ ή να βάλει ο ίδιος φτερά, για να φθάσει τον ουρανό με το σώμα του.

Οι αντιλήψεις αυτές της ανθρώπινης “θεϊκόιτητας” δεν διαφέρουν πολύ από αυτές του βιβλικού εκπεσόντος αγγέλου.

Περιφρονούν με οίηση το ότι άνθρωπος έχει προορισμό ουράνιο, όταν τελειώσει το μονοπάτι του πάνω στην Γη, και πως το πέταγμά του δεν είναι σωματικό αλλά ψυχικό. Η διαστροφή του προορισμού του ανθρώπου με ερμηνείες πονηρές και υστερόβουλες εκ μέρους των επίγειων εξουσιαστών και επίδοξων δυναστών του, τον οδήγησαν στο να ξεχάσει πως είναι μια αιώνια ψυχή η οποία έχει μια περιστασιακή σωματική εμπειρία.

Η πνευματική διαστροφή της πανσοφίας του ανθρώπου είναι βεβαίως γελοία. Εχοντας μελετήσει με ενδιαφέρον και αγάπη τους ανθρώπινους πολιτισμούς και τις ανθρώπινες αντιλήψεις και συμπεριφορές συχνά φθάνουμε σε ερμηνείες για τις οποίες δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Αρχαιολόγοι, Φιλόλογοι και Ψυχολόγοι, ερμηνεύουμε και εικάζουμε, συμπληρώνοντας τα κενά με τις δικές μας παραστάσεις. Ολες οι επιστήμες, άλλωστε, πατούν στις εμπειρικές ερμηνείες των προηγουμένων μελετητών, εκτός από τους ψευδοσοφούς και τους ψευδοπροφήτες των ημερών μας, που θαρρούν πως έχουν την δύναμη να “διορθώνουν” την Φύση όταν δεν τα κάνει καλά.

Τούτες τις μέρες που καιγόταν στην Κορινθία η περιοχή του Σχίνου, κατέχοντες δημόσιο λόγο δίκην από άμβωνος διακόνου, κατηγορούσαν την Φύση πως έκανε τα πεύκα εύφλεκτα και την βλάστηση πυκνή.

Ο τρόπος σκέψης, πίσω από τις δευτερεύουσες τηλεοπτικές αθλιότητες, επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάγοντας τις προσωπικές αδυναμίες και διαστροφές σε επιστημονικοφανή θέσφατα. Δεν διαφέρουν από αυτές των όσων χρηματοδότησαν και χρηματοδοτούν κάθε επιστημονικοφανή θεωρία η οποία βάλθηκε να ανατρέψει την πορεία, τον ρυθμό και την απόλυτη λογική της Δημιουργίας, επιχειρώντας βλάσφημα να βιάσει το πνεύμα και το σώμα της Φύσης. Η λατρεία των επιστημών τις τελευταίες δεκαετίες, ο παραγκωνισμός των ανθρωπιστικών σπουδών και η εμμονή με την διαρκή νεότητα και την αθανασία του σώματος είναι εκφάνσεις αυτής της ροής σκέψεως.

Είναι οι ίδιες παραεπιστημονικές αντιλήψεις που προωθούν και επιβάλλουν τα πειράματα σε καρδιοπαθείς, υπερτασικούς και υπέρβαρους, και άλλες ομάδες που τοποθετούνται σε ένα ιδιότυπο απρτχάιντ ως έχοντες “υποκείμενα νοσήματα” τα οποία σπανίως έως ποτέ θα επέφεραν την άμεση διακοπή της επίγειας ζωής τους.

Είναι οι ίδιες αντιλήψεις και δεν διαφέρουν με την “πολιτική επιστήμη” που έκαιγε στην πυρά τους διαφωνούντες με τις παπικές αντιλήψεις.

Είναι η ίδια “πολιτική επιστήμη” στην υπηρεσία των κοινωνικοπολιτικών προγραμμάτων που τον περασμένο αιώνα έδωσε ώθηση σε θεωρίες που εμπνεύσθηκαν και χρηματοδότησαν διαπρεπείς Αμερικανοί “φιλάνθρωποι” και εξακολουθεί να αποτελεί μοχλό χρηματοδότησης πανεπιστημίων και ερευνητών στην υπηρεσία των κοινωνικοπολιτικών πειραματιστών.

Είναι η ίδια παραθρησκευτική ψευδοεπιστήμη που πίσω από τους δήθεν υψηλόφρονες σκοπούς της προωθεί την ψευδαίσθηση της ηθικής ανωτερότητας των οπαδών της στο όνομα ενός αυτόκλητου ανώτερου σκοπού για την “σωτηρία της ανθρωπότητας”.

Απέναντι στην ψευδοεπιστήμη των κοινωνικών πειραμάτων, οι άνθρωποι έχουμε τα δικά μας εργαλεία: το μυαλό μας, τα πιστεύω που μας παραδόθηκαν από τις παραδοσιακές κοινωνίες των προγόνων μας, την ακεραιότητα της ύπαρξής μας.

Πριν από μερικά χρόνια, μια άρτι αφιχθείσα νεαρά με φιλοδοξίες μοντέλου και κοινωνικής ανελίξεως συνάδελφος, με ρώτησε: “Θα φάτε αυτό;” δείχνοντας το κεσεδάκι με το γιαούρτι που κρατούσα στο χέρι μου. “Αν ζήσω τα επόμενα λεπτά, ναι”, της απάντησα. “Ξέρετε πόσες θερμίδες έχει;” επέμεινε. “Πώς θα φθάσουμε έτσι τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε;” κατέληξε απηυδισμένη.

Δεν θα μεταφέρω αυτολεξί την συζήτηση που ακολούθησε για την οικονομία του χώρου και του χρόνου. Το λυπήθηκα όμως το κοριτσάκι, όπως και όλους όσους παραπλανώνται και παγιδεύονται στην ευκολία του μακρινού και άπιαστου που τους πωλούν ψευδοπροφήτες, πολιτικάντηδες, λαοπλάνοι και καιροσκόποι “σωτήρες” ή μήπως και “θεοί”, κρύβοντας την ράθυμη αδυναμία τους να απαντήσουν στο τωρινό, το άμεσο, αυτό που πραγματικά απασχολεί τον συνάνθρωπο, αυτό για το οποίο βρισκόμαστε στην Γη όπου απολαμβάνουμε την σωματική εμπειρία που μας δόθηκε, πρωτού αναχωρήσουμε για το βασίλειο των Ουρανών.

Ως τότε προτρέπω να πορευτούμε οι ζωντανοί με την ρήση ενός μεγάλου Γάλλου πνευματικού ανθρώπου της παράδοσης:

“Δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο, όχι δεν θα τον αλλάξουμε. Όμως δεν θα μας αλλάξει ο κόσμος”.

Κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε σήμερα να ελπίσουμε και προς το οποίο πρέπει να εργαστούμε.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ενας μύθος για την Εθνεγερσία 1821-2021

Ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής
υποβαστάζουν την Ελλάδα.
Πίνακας του λαϊκού ζωγράφου
Θεόφιλου Κεφαλά-Χατζημιχαήλ (1870-1934),
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Η μακρά εθνική μας ιστορία, δεν είναι γραπτή. Είναι προφορική.

Η γνώση δεν είναι γραπτή.

Η γνώση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Ξεπηδά σαν τη φλόγα από τις μνήμες μας και τις ψυχές μας και μοιράζεται ώσπου να κατακάψει, να καθάρει και να αναγεννήσει.

Με μύθους, με λόγια δηλαδή, και με τραγούδια γράψαμε την ιστορία μας στις Ραψωδίες του Ομήρου και στα Κλέφτικα τραγούδια.

Μετά την πήραν όσοι χολωμένοι και λειψοί δεν μπορούσαν να την γράψουν κι άρχισαν να την αναλύουν, να την γυρίζουν, να την πασπατεύουν, να την ξεψαχνίζουν, να κόβουν όποιο ψαχνό δεν κουράζει τα σαγόνια τους, κι όποιο δεν τους καλοαρέσει να το βάζουν παράμερα.

Αυτά τα “παράμερα”, τα κόκαλα κι οι χόνδροι, είναι η ραχοκοκαλιά και οι μύες της Ιστορίας μας.

Αυτός είναι ο σπόρος της ύπαρξής μας που αναζητά, υπεράνθρωπος και θεϊκός, την ελευθερία, τρυπώντας με το σπαθί του και ξεπηδώντας από το χώμα, από τα αίματα και τα κόκκαλα των προγόνων δηλαδή, και, νικητής πια αληθινός πάνω στο θράσος των αλλεπάλληλων αυτοκρατοριών, ανθρώπινος καθώς είναι, συμπονά το αδύναμο μέρος του αντιπάλου σαν την Ατοσσα στον χορό των Αισχύλειων “Περσών”:

Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια
».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

(Ν.Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1932)

Ησαν εκείνοι “άλλοι άνθρωποι”, άγιοι και ανέγκιχτοι από τα δικά μας λάθη και πάθη;

Οχι, το λένε οι μεταξύ τους έριδες και οι ουρανομήκεις βρισιές τους.

Το λέει ο Καραϊσκάνης κι ο Θανάσης Διάκος που χάνεται για να ζήσει παντοτινά στην αθανασία στις 24 του Απρίλη του 1821:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαθί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω
….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι”.

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

(Δημοτικό τραγούδι)

Το λένε οι αλαφροίσκιωτοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σιορ Διονύση Σολωμού που αναριγά ακούοντας τα κανόνια του Μεσολογγιού:

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
“Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει”.

Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ήβρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα

και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Κι αν δε βλέπουν μάγια κι άνοιξες οι εθελούσια δούλοι, ούτε και τότε έβλεπαν. Χρειάζονται στη νέα σπορά να βγουν νέοι Ξάνθοι και Φιλικοί, κρυφά από το δοβλέτι, χρειάζονται ονειροπόλοi Πρίγκιππες σαν τους Υψηλάντηδες και φοιτητές μελανοχίτωνες, φραντσέζες να πουλούν στις συνάξεις τους φλυτζανάκια με την Ακρόπολη και το Παλαμίδι σαν ταπεράκια σημερινά, για να μαζέψουν φράγκα και να τα κάνουν κανόνια και πυρίτιδα.

Xρειάζονται υπερήλικες σαν τον Γέρο του Μωριά και νέοι νεραϊδόμορφοι σαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Χρειάζονται σαλοί του Θεού, σαν τον Διονύσιο Φιλόσοφο και τον παπα-Γρηγόρη Φλέσσα.

Χρειάζονται εφοπλιστήνες και καπετάνισσες σαν την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Πινότση-Ορλώφ-Γιάννουζα-Μπούμπουλη, την Δέσπω και την Λένω του Μπότση και μάννες Σουλιώτισσες.

Χρειάζονται πολιτικοί με καρδιά λέοντα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια, και βασιλιάδες πρόθυμοι να φορέσουν την φουστανέλα σαν τον Οθωνα του Βίτελσμπαχ και να γίνουν στρατηλάτες σαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για να στέρξει η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων , καθώς λέει ο εθνικός ποιητής, και να φανούν απάνω, εμείς που φθάσαμε ήδη εδώ, να ακούμε τους μύθους των παλιών, ντυμένους στα τραγούδια του λαού μας, λαϊκά και με υπογραφή ποιητών Μαβίληδων, να βαρούμε το χώμα με τα πόδια μας, και να ανασαίνουμε τον ιδρώτα της γης μας. Και οι θεοί ας μας αξιώσουν ο πετριχώρ που θα αναδυθεί να γίνει ιχώρ αθανασίας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Άγγελου Σικελιανού: Σόλωνος Απόλογος

O Σόλων
640 – 560 π.Χ.
(Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο Νεαπόλεως)

Καθώς η Πατρίδα μας, η Υφήλιος όλη και ο καθένας μας ξεχωριστά διανύουμε μια εποχή ανακατατάξεων, καταθέτω αυτό το ποίημα του  Άγγελου Σικελιανού, το αγαπημένο από τα μαθητικά μου χρόνια, ως κτήμα όσων αγαπούν την Ελλάδα και αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια και την αριστεία. Το καταθέτω και ως υπενθύμιση πως οι «ωραίοι τρελοί», αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που πολλές φορές τα καταφέρνουν.

«Γιγνώσκω, και μοι φρενός ένδοθεν
άλγεα κείται, πρεσβυτάτην εσορών
γαίαν Ιαονίας καινομένων
»

(Ελεγεία Σόλωνος, εν Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία.ν)

(Ο Σόλων γέροντας, θυμάται τον καιρό όπου υποκρίθη τον τρελλό για να παρορμήση τους Αθηναίους ν’ ανακαταλάβουνε τη Σαλαμίνα, νοσταλγεί την ώρα αυτή, και μονάχος του λέει.)

«Σα βγήκα, κισσοστέφανος,
στη μέση από το δρόμο,
τριγύρα μου, με τρόμο
ζυγώσαν τα παιδιά,

μα ως είδανε π’ ανάδευα
δίχως μιλιά το στόμα,
γιατί τα λόγια ακόμα
μου τάπνιγε η καρδιά,

Ξεθάρρεψαν απάντεχα
κι‘ όλα κρατώντας το ίσο,
με πήρανε από πίσω,
φωνάζοντα: “Ο τρελλός!”

Και με, που ο λόγος κέντριζεν
ετούτος, πιο παρ’ άλλος,
γιατί βαθειά μου ο σάλος
επλήθαινε, θολός.

με τέτοιο τσούρμο γύρα μου
στην Αγορά όταν πήγα
– λες μ’ άγγιξεν η μυίγα-
τραβώντας το σπαθί,

τα ίδια μου στήθη εχτύπησα
και πια δεν είταν ψέμμα,
από τις φλέβες το αίμα
επήδαε να χυθεί…

Κι’ ως είδα πια τριγύρα μου
τη μαζωμένη Αθήνα,
φωνάζω: “η Σαλαμίνα,
μ’ ακούτε, καρτερεί,

κι’ ομπρός να τη γλυτώσουμε
κι’ είνε δικιά μας πάλι,
μικρή παιδιά είν’ η πάλη
μα η νίκη είν’ ιερή!”

Κι’ ως κάποιοι τότ’ εμάντεψαν
τα λόγια τούτα γύρα,
σα ν’ άσπρωξαν μια θύρα,
εκράξαν όλοι “ομπρός”.

Και να, σε λίγο εβάδιζα
ανάμεσα στα πλήθη,
μ’ αιματωμένα στήθη,
προβόδαα, σα γαμπρός.

Κι’ η Σαλαμίνα επάρθηκε
κι’ ο μόχτος μου στεριώθη,
και μώγιναν οι πόθοι
πώβλεπε ο νους θολός,

μα πια, από τότε, μια φωνή
σαν των παιδιών εκείνη,
δεν άκουσα να κλείνει
το μένος μου “ο τρελλός”.

Γύρα, “ο τρελός” σαν έκραζαν,
κι’ ολοένα επροχωρούσα,
τι αληθινά μπορούσα
τρελλός και να γενώ,

απ’ της καρδιάς μου το άδυτο,
το μέγα αν θέλημά μου,
δεν άστραφτε μπροστά μου
ψηλά, ως τον ουρανό!

Μα πια, από τότε τα κοινά
φροντίζοντας ολοένα,
κατόπι από τη γέννα
την πρώτη της καρδιάς,

γνώση στη γνώση εμάζεψα,
και τώρα πια είμ’ απάνω
στο σύνορο το πλάνο,
της ύστερης βραδυάς…

Μα να, σ’ αυτό το σύνορο
που ο νους μου πια την τάξη
κλωτσάει, και θέλει πράξη
και τούτος να γενή,

κι’ ίσως να γίνει δύνονταν
και πάλι αυτό το τάμμα,
αν γύραθέ μου, ω θάμμα
ακούονταν μια φωνή,

σαν των παιδιώνε τη φωνήν
ολοένα να με σπρώχτει,
σα για μιαν άλλων όχτη
και για μια νέα ζωή,

αν μόνο, λέω, ακούγονταν
βαθειά κι’ ολόγυρά μου,
αδόκητα, ω χαρά μου,
της τρέλλας η άγια βοή!…

Κι’ α, χύσου πια απ’ τον Όλυμπο,
ή από τα Τάρταρα έλα,
ιερή μεγάλη τρέλλα,
και πάρε μου το νου,

και τη σοφία σπατάλα μου
για μιαν αθάνατη ώρα,
μιαν ώρα νικηφόρα,
σα νάταν αλλουνού!
»

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Περί ελευθερίας -Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Επί μια δεκαπενταετία έμεινα στα Γιάννενα. Έμαθα να ζω με τα βουνά και αγάπησα τα τοπία της Ηπείρου. Σύντροφοι και συνομιλητές στα καλά και στα άσχημα, σκεπασμένα πότε με παχιές καθησυχαστικές ομίχλες και σπανιότερα, με τα πιο φανταχτερά χρώματα που επιφυλάσσει η Φύση στα μάτια του ανθρώπου. Με διαπέρασε η υγρασία και η μουσική της, τόσο διαφορετική από την ιδιοσυγκρασία μου. Εκεί εκπαιδεύτηκα σε πολλά αναγκαία της ενήλικης ζωής, εκεί πήγαν σχολείο τα τρία μου παιδιά. Η Επέτειος της Απελευθερώσεως της πόλεως, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, είναι συνδεδεμένη στην μνήμη μου με σχολικές γιορτές, οι οποίες, προς αμηχανία, κάποτε και δυσαρέσκεια κάποιων παρισταμένων, έκαναν να φουρτουνιάζει στα μάτια μου, ο καημός της σημερινής υποτέλειας.

Στον νου μου έρχονταν οι εικόνες των νεαρών ανδρών και γυναικών, στρατιωτών και νοσοκόμων που άφησαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, για την μακρινή γη του Εθνικού Οράματος. Μια δεκαετία αργότερα, ο δικός μου προπαππούς θα έφευγε για την Μικρά Ασία, απ’ όπου θα γύριζε μόνο για να πεθάνει στον πατρογονικό του Μωριά κι αργότερα ο παππούς μου, εικοσάχρονος έφιππος, για την σκλάβα γη της Βορείου Ηπείρου, την οποία αναπολούσε ως τα βαθιά του γηρατειά. Έβλεπα τα παιδιά, τα δικά μου και τα άλλα ελληνόπουλα, σαν αγγέλους με λευκά πουκάμισα και καστανόξανθα μαλλιά, να τραγουδούν την δόξα και τον πόνο τους. «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια. Μον’ με φοβίζει η παγωνιά, του Μπιζανιού τα χιόνια».

Αργότερα, τα καμάρωνα στις παρελάσεις, ντυμένα με τις εθνικές ενδυμασίες του τόπου του πατέρα τους, ντυμένα όπως θα’πρεπε να ντύνονται όλοι οι Έλληνες, τουλάχιστον μια μέρα κάθε χρόνο, για να νιώθουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού είναι ο προορισμός τους. Πολλοί προσπάθησαν να καταργήσουν τις παρελάσεις, πότε στο όνομα της ειρήνης, πότε για λόγους δήθεν οικονομίας, εσχάτως και για λόγους “πανδημίας”.

Καθώς (ξανα)γράφω αυτές τις γραμμές, για την Επέτειο της Απελευθερώσεως ενός τόπου που όλοι θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της Πατρίδας μας, ευγνωμονώ όσους καθιέρωσαν αυτές τις γιορτές. Κουραστικές, γραφικές, κενές νοήματος, όταν όλα όσα θύμιζαν θεωρούνταν δεδομένα, κατάφεραν να καλλιεργήσουν φρόνημα, καλαισθησία, τέχνη, δημόσια ομιλία, και, πάνω από όλα, το έθος της τιμής στους Ήρωες του Έθνους μας.

Στις φωτογραφίες της εποχής, έφιπποι Έλληνες μπαίνουν στην πόλη από τον δρόμο του που βρισκόταν ως πριν λίγο καιρό το σπίτι μου, πριν ανοίξουν οι μεγάλες εθνικές οδοί και λεωφόροι, όταν οι δρόμοι ήσαν χωμάτινοι και οι άρρωστοι πήγαιναν να θεραπευτούν στα μοναστήρια. Όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρουν τον εαυτό τους, ή για να γνωρίσουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος όλος βρισκόταν κλεισμένος στον κάθε κόκκο χώματος της γης τους.

Οταν στην ελληνική βουλή υπήρχαν Ελληνες βουλευτες, θυμάμαι δυο που ξεσήκωσαν σάλο όταν τόλμησαν σε μια επιτροπή της εκκλησιάς των πολιτικών κομμάτων να απευθυνθούν στην ηγεσία της χώρας και του στρατεύματος και να τους αποκαλέσουν τους μεν “προδότες”, τους δε “υπηρέτες” των εισβολέων της Πατρίδας μας. Μπορεί ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία της “κοινής” γνώμης, να διαφωνούν με τον τρόπο ή την ένταση. Όμως, η αλήθεια είναι πως αυτοί που ως προτεραιότητα έχουν το συμφέρον των κατακτητών της πατρίδας μας, αυτών που εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους για να επιδιώξουν την υποδούλωσή της, αυτοί που έχουν συστηματικά και από πρόθεση νεκρώσει κάθε υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα επιδιώκοντας την καταστροφή της μεσαίας τάξης, αυτής που από την αρχαιότητα είναι ο πυλώνας της Δημοκρατίας, αυτοί που στέλνουν στον θάνατο και στην συνέχεια περιφρονούν τους νεκρούς Ήρωές μας και παραχωρούν εθνική κυριαρχία για την οποία μάτωσαν και έδωσαν την ζωή τους οι πρόγονοί μας (συχνά όχι οι δικοί τους) είναι αντικειμενικά προδότες.

Στερήσεις και θυσίες, αγώνες, μάχες και θάνατοι ακόμα, έχουν νόημα και φέρνουν καρπό όταν η φλόγα της καρδιάς κινεί την μηχανή του μυαλού. Όταν όσα κάνεις γίνονται για την χώρα σου και όχι για τους ξένους. Στις πολύνεκρες μάχες στο άπαρτο οχυρό του Μπιζανίου πολέμησαν Έλληνες από ολόκληρη την Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν καμιά διαβεβαίωση για το αποτέλεσμα, εκτός από την εμπιστοσύνη στους ηγέτες τους (άνδρες σαν τον Στρατηλάτη Διάδοχο Κωνσταντίνο κι έναν Ιωάννη Μεταξά, κι όχι κάποιους ανθυπομέτριους εγωπαθείς χειριστές των παρασκηνίων), και την πεποίθηση που είχαν σπείρει και αναθρέψει στις καρδιές τους οι γονείς τους, πως όλα έχουν νόημα και αξία όταν τα κυβερνά η ανιδιοτελής αγάπη της Πατρίδας:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι.

Κι επειδή το Μπιζάνι ήταν άπαρτο, ένας έξοχος παράτολμος αξιωματικός ονόματι Βελησσαρίου, το εκτίμησε όπως έπρεπε, και αντί να επιμείνει παθητικά, το παρέκαμψε, μαζί με τους φουστανελάδες του, για να φθάσει στον σκοπό, στην απελευθέρωση που την πήγε στο πιάτο στον Διάδοχο Κωνσταντίνο στο χάνι του Εμίν Αγά. Κι εκεί, μπροστά στον βασιλιά-στρατηλάτη, έγειρε ο Τούρκος το σπαθί του και του παρέδωσε την πόλη. Ναι, θέλω κι εγώ να δω τον Τούρκο και κάθε εχθρό της Ελλάδας, του Ελληνισμού και των όσων απελευθερωτικών για τον Ανθρωπο διαχρονικά επινόησε και εκφράζει, να σκύβει εμπρός στον Έλληνα και να του παραδίνει το σπαθί του. Θέλω να δω την Πατρίδα μου δυνατή και τον λαό μου όρθιο. Και είμαι σίγουρη πως αυτό θέλουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, ακόμα κι αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή το πιο πιθανό φοβούνται να το παραδεχθούν.

Κλείνοντας την επετειακή αναφορά, θα χρησιμοποιήσω ως γέφυρα με το παρόν και τις νέες πραγματικότητες οι οποίες διαμορφώνονται και τις οποίες οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψιν μας, ένα ποίημα του Γεωργίου Χατζή- -«Πελλερέν», γιατί εκφράζει με τρόπο ιδανικό την απάντηση στην σημερινή αδήριτη ανάγκη για λύση και λύτρωση της Πατρίδας και του Λαού μας, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις, πολιτικές διασυνδέσεις και αρτηριοσκληρωτικές εμμονές.

Μέσα από τις υγρές, πέτρινες φυλακές του Κάστρου, όπου εκρατείτο καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της απελευθέρωσης, ετούτο το ποίημα.

Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν!”

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Πολιτισμός του Ωραίου σε μια ταινία του Οίκου Ντιόρ

Ο πολιτισμός μας στηρίχτηκε σε τρεις αξίες γένους θηλυκού:

Στην Δικαιοσύνη που είναι ο ανώτερος πνευματικός νόμος και το ύψιστο θεϊκό προνόμιο.

Στην Τάξη η οποία διέπει το σύμπαν, γι’ αυτό και την αναζητά ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του και την αναπαράγει στην αρμονία των δημιουργημάτων του, από την συμμετρία των λαϊκών κεντημάτων ως την μαθηματική τελειότητα του Παρθενώνος.

Στην Ομορφιά, που είναι η αντικειμενικότερη κι ελκυστικότερη όλων, γι’ αυτό και υμνήθηκε όσο καμιά άλλη.

Οι Μύθοι και οι λαϊκές Παραδόσεις μας, είναι οι αναμνήσεις ενός κόσμου νεογέννητου, αρμονικού και όμορφου, μιας Εδέμ την οποίαν αναζητούμε στην γαλήνη των σπιτιών μας, στους ανθρώπους που στέκονται δίπλα μας, στην αγκαλιά ενός δάσους, σε μια μουσική συγχορδία, στο κελάρυσμα ενός ρυακιού, στον επαναλαμβανόμενο παφλασμό της θάλασσας.

Αυτό που βλέπω, ακούω, αισθάνομαι, είναι αυτό που χτίζει την καθημερινότητά μου, και η καθημερινότητά μου είναι η ζωή μου.

Η εποχή του Covid-19 μας οδηγεί να αφήσουμε πίσω την παραληρηματική “ομαλότητα” του πρόσφατου παρελθόντος και να αναζητήσουμε την Χρυσή Εποχή της χαμένης ανθρώπινης αθωότητας.

Αυτήν την εποχή, καταφύγιο και προσδοκία μιας νέας μέρας, σαν αυτές που οι άνθρωποι συνομιλούσαν με το περιβάλλον, και θεϊκό και ανθρώπινο συμβίωναν χωρίς ενοχές και ιερατεία, ανακαλεί η καταγόμενη από την Πούλια Μαρία Γκράτσια Κιούρι, διευθύντρια δημιουργικού του Οίκου Ντιόρ, και ο επίσης Ιταλός σκηνοθέτης Ματτέο Γκαρρόνε.

Η συλλογή Υψηλής Ραπτικής για το Φθινόπωρο/Χειμώνα 2010-2021 παρουσιάστηκε με μια ταινία 10 λεπτών στις 6 Ιουλίου. Αφού οι κλασικές επιδείξεις δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν φέτος λόγω της πανδημίας, οι δυο δημιουργοί και οι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και αρκετοί Ελληνες) εξορκίζουν την αβεβαιότητα με τον μύθο. Σκηνικό, η φαντασιακή Αρκαδία των Ελλήνων, στον πιο ρομαντικό κήπο του κόσμου, τον Κήπο των Νυμφών στο Λάτιο της κεντρικής Ιταλίας, λίγο έξω από την Ρώμη, σπαρμένο με ρυάκια, αρχαία ερείπια, οξιές, κυπαρίσσια κι αναρριχητικές τριανταφυλλιές, για τον οποίο έγραψε με θαυμασμό ο Πλίνιος ο Νεώτερος (61-113).

Πηγή: dior.com

Η μαεστρία των γυναικών που εργάζονται για τον θρυλικό οίκο μόδας και στοιχεία από το παρελθόν, όπως το μεταπολεμικό Θέατρο της Μόδας, σε σκηνικά του μεγάλου Ζαν Κοκτώ, μαζί με 37 δημιουργίες-μινιατούρες, ελληνικού τύπου εσθήτες και ταγέρ του περίφημου New Look του 1947, συνθέτουν την πρόταση της Κιούρι για μια νέα αισθητική αναγέννηση.

© BRIGITTE NIEDERMAIR
© BRIGITTE NIEDERMAIR

Βλέποντας το φιλμ, σκέφτηκα πόσο υπέροχος είναι ο Ελληνικός, Ρωμαϊκός και Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, από την αισθητική σύλληψη έως την τεχνική υλοποίηση και την καλαίσθητη δημιουργικότητά μας. Μέσα στην κακοφωνία του Χθες και την αβεβαιότητα του Αύριο, η ποιότητα της καθημερινότητάς μας θα μας κρατήσει πάνω από το νερό, ως την δική μας Ιθάκη.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ζαν Ρασπάιγ (1925-2020)-Ο «προφήτης» έφυγε. Η προφητεία μένει.

Ο Ρασπάιγ τον Οκτώβριο του 2005. (Photo credit: Stéphane de Sakutin / AFP)

Διάβασα την τελευταία μεγάλη συνέντευξή του τον περασμένο Σεπτέμβριο. Είχε τίτλο «Είμαι ένα παιδί». Μα πράγματι αυτός ο εξερευνητής, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής (“μου φαίνεται πιο φυσικό να είσαι ποιητής από το να μην είσαι”), είναι ένα παιδί που πέταξε προς τον Δημιουργό του μερικές μέρες πριν τα ενενηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, με τα χέρια ανοιχτά στον κόσμο, με το βαθύ μπλε βλέμμα του να καθρεφτίζει τον εύστροφο νου του ταξιδευτή που διηγήθηκε μέσα στα δεκάδες βιβλία του ιστορίες στις οποίες μόνο ένας Ιούλιος Βερν θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί-μόνο που οι δικές του ήσαν ουτοπικές αλήθειες…

Ανάμεσά τους το εμβληματικό «Στρατόπεδο των Αγίων» (1973), το οποίο καθ’ ομολογίαν τους επηρέασε την πολιτική σκέψη του Ρόναλντ Ρέιγκαν και του Στηβ Μπάνον, το βιβλίο που προφήτεψε την βύθιση του Λευκού κόσμου από ορδές μεταναστών, και την οποία τοποθετούσε στο 2050.  Σε αυτό διηγείται την οδύσσεια εκατομμυρίων Ινδών μεταναστών, που ξεκίνησαν με έναν αυτοσχέδιο στόλο ο οποίος τους μετέφερε στις ακτές της Προβηγκίας. Οι «εισβολείς», που περιγράφονται ως μια βρώμικη και θανατηφόρα μάζα, κατέκλυσαν, στο μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης μέσα σε λίγους μήνες, επιβάλλοντας έναν -αντίστροφο- ταπεινωτικό αποικισμό στους Ευρωπαίους.

“Ο Ρασπάιγ” , γράφει στον επικήδειο η αριστερή Λιμπερασιόν, “δεν κρύβει από τον αναγνώστη κανένα από τα εξευτελιστικά βασανιστήρια που προκαλούνται στους λευκούς. Είναι αλήθεια ότι τους καθιστά αρχιτέκτονες του δικού τους τέλους, περιγράφοντας τις διαδοχικές προδοσίες των ηθικών, πνευματικών, πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ. Οι τελευταίοι, κλείνουν τα μάτια στο όνομα ενός ανόητου ανθρωπισμού, απέναντι σε αυτό που αποδεικνύεται μια αυθεντική εισβολή. «Θα πεθάνουμε αργά, ροκανισμένοι από τα μέσα, από εκατομμύρια μικρόβια που εισέρχονται στο σώμα μας», καταλήγει ο αφηγητής του μυθιστορήματος”.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της “προφητείας” τα τριάντα χρόνια που ήρθαν πιο γρήγορα “τα μικρόβια”;

Η απήχηση του έργου του και μαζί η αξιοπρέπεια και η δύναμη της πεποίθησής του ήταν τέτοιες που η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε για το σύνολο του έργου του (2003), και προτάθηκε για μια θέση στο κονκλάβιο των Γάλλων “Αθανάτων” το 2000. Συγκέντρωσε την πλειοψηφία, αλλά όχι την απόλυτη, παρά εννέα ψήφους.

Ο Ζαν Ρασπάιγ έλεγε πως γεννήθηκε στα 23 του, όταν άρχισε να ταξιδεύει. Ταξίδεψε επί είκοσι και πλέον χρόνια σε αναζήτηση πληθυσμών που απειλούνταν με εξαφάνιση από τον μοντερνισμό. Λίμνη Τιτικάκα, Μακάο, Αντίλες, Γη του Πυρός. Επικεφαλής εξερευνητικών εκστρατειών στην Αλάσκα (1950-1952) και στην γη των Ινκας (1954) αναζητώντας τους ημίθεους Ουρου , γνώρισε τους “λευκούς” Αϊνού στην Ιαπωνία. Ανακηρύχθηκε Πρόξενος στο Βασίλειο της Αραουκανίας και Παταγονίας, ένα εφήμερο (αν και ως σήμερα φιλονικούμενο) βασίλειο του 19ου αιώνα, μεταξύ Χιλής και Αργεντινής, με σκοπό να υπερασπιστεί την επιβίωση των ιθαγενών Μαπούτσι. Οταν, το 1981, το “Εγώ ο Αντουάν ντε Τουρέν, βασιλιάς της Παταγονίας” τιμάται με το λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας, χιλιάδες αναγνώστες του γράφουν και του ζητούν να τους εντάξει στο βασίλειό του. “Ο πρόξενος της Παταγονίας είναι νεκρός, ζήτω ο πρόξενος!”, κλείνει διθυραμβικά τον επικήδειο η συντηρητική Φιγκαρό.

Ο παραδοσιακός Καθολικισμός του Ρασπάιγ (φορούσε γραβάτες με τον Κρίνο, σύμβολο των Γάλλων βασιλέων) απετέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά από τα “ουτοπικά” του έργα, στα οποία οι ιδεολογίες του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού αποτυγχάνουν, και αποκαθίσταται η Καθολική μοναρχία. Στο μυθιστόρημά του “Σάιρ” (1990), ένας νέος Γάλλος βασιλιάς, ο Φιλίπ Φαραμόν ντε Μπουρμπόν, απευθείας απόγονος των Βουρβόνων, στέφεται στην Ρεμς (παραδοσιακή εστία των βασιλέων της Γαλλίας), τον Φεβρουάριο του 1999.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της προφητείας το έτος της στέψης;

Υπερήφανος, πεισματάρης, οικολόγος, πιστός Καθολικός και υποστηρικτής της Μοναρχίας, δήλωνε στην συνέντευξη του περασμένου Σεπτεμβρίου πως “Παραμένω πεπεισμένος από τότε που ήμουν παιδί ότι υπάρχει μια σημαντική ιερότητα μέσα στο ανθρώπινο είδος, κάτι θεϊκό, μια σπίθα ιερή».

Την περασμένη Παρασκευή ζήτησε και έλαβε την τελευταία Θεία Κοινωνία στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.

Πώς θα μπορούσα να κλείσω καλύτερα αυτή την αναφορά στον ταξιδευτή, από μια δική του φράση που με άφησε κάποτε αποσβολωμένη, κι ακόμη την τριγυρίζω σαν βότσαλο στο χέρι κι όλο την λιαίνω.

Είναι από το πρώτο βιβλίο του Ρασπάιγ που διάβασα, το «Hurrah Zara!» (1998). Μου πήρε ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Στην αρχή το βρήκα άβολο, όχι μόνο γιατί ήταν ογκώδες αλλά και γιατί ο Ρασπάιγ έχει χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν οικογενειών και ονομάτων, τα οποία έπρεπε κανείς να θυμάται για να παρακολουθήσει την δράση. Οι διηγήσεις του είναι σαν την άγνωστη θάλασσα. Στην αρχή το σκέφτεσαι να βουτήξεις, μα αν μπεις δεν σου κάνει καρδιά να βγεις. Γράφει :

 “Το οικόσημο της οικογένειάς μας αποτελείται από μια δέσμη χρυσών λογχών που συνοδεύεται από το ρητό ” Είμαι πρώτα τα δικά μου βήματα”.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Pax Grecana #6: Τρεις επιλογές για την μετά-ΜένουμεΣπίτι εποχή

POST UTUBE

 

 

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν υπάρχει γυρισμός στο 1960.   Να κρύβεις το κεφάλι στην άμμο σαν να μην υπάρχει Αύριο ή να φαντασιώνεσαι το Χάνι της Γραβιάς, δεν οδηγεί σε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερο άνοιγμα στο βήμα της από σένα. Η πανδημία μας προτρέπει να αλλάξουμε και να ζήσουμε σε έναν κόσμο πιο αυθεντικό, αφήνοντας πίσω μας ροζ και γαλάζια και κόκκινα συννεφάκια.