Γεώργιος Γεωργαλάς (1918-2016)

%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82_%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%82

Ενας από τους οξύτερους νόες της Πατριωτικής διανόησης, ο Γεώργιος Γεωργαλάς, δεν είναι πια εδώ. Με καταπονημένο το σώμα αλλά άσβεστο το πνεύμα αγωνίστηκε ως το τέλος της επίγειας ύπαρξής του για τα Ελληνικά ιδανικά, καθοδηγώντας και συμβουλεύοντας επαναστατικά και πατρικά.

Με πλήρη γνώση του τι εστί Κομμουνισμός, αφού τον γνώρισε και τον μελέτησε ο ίδιος εκ του σύνεγγυς, στάθηκε σταθερά στο πλευρό όσων πίστεψε πως έχουν την φλόγα της καρδιάς, και το ατσάλι του νου, για να κάνουν πραγματικότητα το όραμα μιας νέας, αναγεννημένης Ελλάδας.

Μετρ της Ψυχολογίας των Μαζών, υπήρξε πολυγραφότατος με κορυφαίο και αξεπέραστο έργο του την Προπαγάνδα. Ακόμη ιερότερη η φιλία και η εκτίμησή του σε καιρούς χαλεπούς, στους οποίους στάθηκε ακλόνητα επαναστάτης και δάσκαλος σοφός.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί αύριο στις 15.00 στον Ι.Ν. Αγ.Σεραφείμ και Προφήτη Ηλία στην Παλαιά Πεντέλη.

Ας είναι ελαφριά η Ελληνική γη που θα τον σκεπάσει.

Ευχαριστώ.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

bonfire 1914

 

«Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ‘βλεπαν

κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό

πάνω νερά∙

να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο

στα τυφλά πεισματάρης

και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα

σαν το πολύροζο λιόδεντρο –

άφησε κι ας γελούν.

Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος

στη σημερινή πνιγερή μοναξιά

στ’ αφανισμένο τούτο παρόν –

άφησέ τους.

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής

υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας».

Γιώργος Σεφέρης

«Θερινό Ηλιοστάσι- Θ΄»

Μικρό παιδί περνούσα τα καλοκαίρια σε ένα νησί γειτονικό στην Αθήνα. Η ημερήσια διάταξη περιελάμβανε πρωινή πεζοπορία, νερό πηγής, μάθημα επιτόπιο των χορταριών και των δέντρων, και αμέτρητες ώρες κολύμπι. Δυο ήταν οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών: Τα τζιτζίκια και οι αχινοί.

Μέχρι που ένα καλοκαίρι κατέλαβε ετσιθελικά, απρόοπτα, την κυρίαρχη θέση του στις παιδικές μου αναμνήσεις. Οι φωτιές του Αγιαννιού ξεδιπλώθηκαν σε όλη την παραλία, από πάνω ως κάτω. Κορίτσια κι αγόρια χαχάνιζαν ομάδες-ομάδες, μεσημεριανές κουβέντες, μισάνοιχτα παράθυρα, ψίθυροι και κοκκινισμένα μάγουλα. Κι εκεί, όπως σε όλες τις ιστορίες που αξίζει να διαβάσεις, έκανε την εμφάνισή του ο «κακός μαύρος λύκος». Δεν είναι σίγουρο ότι ήταν πραγματικά κακός. Ήταν όμως βέβαιος για το δίκαιο της εξουσίας του και το κράδαινε με την ίδια απελπισμένη βεβαιότητα που κράδαινε και την μαγκούρα του.

Θυμωμένος, βλοσυρός, πικαρισμένος έκλεινε με θόρυβο παραθυρόφυλλα, επικαλούνταν τον Θεό που χολωνόταν, λέει, με τα αγόρια που δρασκέλιζαν τις φλόγες και τα κορίτσια που έλυναν τα μαλλιά τους κι έριχναν από ένα τσιμπιδάκι στο πλαστικό κανάτι. Γεμισμένο αμίλητο νερό απ’ την πηγή, θα μαρτυρούσε το ξημέρωμα το όνομα εκείνου που θα συντρόφευε αυτό που ονειρεύονταν πως θάναι η ζωή τους. Καταριόταν ο γέρος κι ορκιζόταν πως ποτέ πια δεν θα γινόμασταν μάρτυρες του κλήδονα, πως ήταν εκείνη, σίγουρα, η τελευταία φορά, κι ύστερα θάπεφτε η συντέλεια. Προσώρας σκεφτόμουν πώς θάταν που θάπεφτε η κατάρα πάνω τους, πάνω εκείνων των κοριτσιών και αγοριών που πίστευαν και έκαναν ίδιο κι απαράλαχτο το έθιμο όπως οι μαννάδες κι οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους, μια κι εγώ δεν πιανόμουν λόγω ηλικίας στους έφηβους που συμμετείχαν στην απαγορευμένη μυσταγωγία. Κι αναρωτιόμουν πώς δεν έπεσε ο χαλασμός πάνω στους παππούδες και προσπαππούδες τους που για γενιές χόρευαν και τραγουδούσαν με την ίδια βεβαιότητα το ίδιο εκείνο τραγούδι.

Λίγα χρόνια αργότερα, ξεχασμένη όπως συνήθιζα σε ένα βιβλίο, στο χάζεμα των βράχων και του ήλιου που χάνονταν και ξαναγεννιόταν στον ορίζοντα, δεν πήγα στον κλύδωνα. Μα πήγε η καλή μου φίλη, η Άννα, που μοιραζόμασταν άγουρες, καλοκαιρινές έννοιες και κοροϊδέματα. Και το επόμενο καλοκαίρι, έτσι, αναπάντεχα, λίγο μετά του Αγιαννιού, μ’ έπιασε απ’ το χέρι, και πάνω σε ένα ασπρισμένο αυλόγυρο, δίπλα από τενεκέδες με βασιλικά, μου εκμυστηρεύτηκε ένα μεσημέρι, πως είχε βρει το ταίρι της.

Απειλές, ξόρκια και κατάρες, έγιναν καπνός εκεί στην ασπρισμένη αυλή. Γιατί η ζωή, έχει τον τρόπο της να κλείνει το στόμα σε όσους αμφισβητούν την δύναμή της. Άγρια κι αδιαπραγμάτευτη ξεπετάγεται όπου φανεί υποψία ελπίδας, κι εκεί, σε μια χούφτα χώμα, γραπώνεται, και μεγαλώνει σαν αυθάδικο λουλούδι γιατί αυτή είναι η δύναμή της: να περιφρονεί τις αντιξοότητες, και τους προφήτες, και τα αναθέματα. Και να υπάρχει, χωρίς κανείς να το ζητήσει. Αρκεί να ανοίξει τη χούφτα, να βάλει χάμω το χώμα του, να πιστεύει, και να περιμένει.

Μέρες οικονομικού Αρμαγεδώνος που είναι, αλλά και μέρες καλοκαιριού, ήρθε στο νου μου αυτή η ιστορία.

Τρίβολοι με κουδούνια και λύκοι με δέρατα αρνιών, απειλώντας και βρίζοντας, περιφρονώντας και χλευάζοντας την Πατρίδα και τον Λαό μας, έχουν αμοληθεί και λένε, λένε… Πρόμαχοι τάχα του λαού, του αρνούνται δικαίωμα και ικανότητα να αποφασίζει. Μάγοι και τσαρλατάνοι φοβερίζουν με τις φλόγες της κολάσεως. Δεν ξεσυνερίζομαι εκείνους που φοβούνται. Έμαθαν να κρύβουν ζηλόφθονα στην τσέπη το τάλαντο που τους δόθηκε, και να πορεύονται στα τυφλά και τρομαγμένα σε κάθε θρόισμα, σε κάθε ίσκιο. Δεν τους κατηγορώ που ενώνουν τις φωνές τους με των δημίων. Τα κεφάλια τους, σκυμμένα πάνω στον ποτισμένο στο αίμα, πάγκο του χασάπη, περιμένουν αδιαμαρτύρητα τον δίκαιο χαμό τους.

Διάβαζα το σχόλιο ενός που έλεγε πως προτιμούσε να του κάνουνε κουμάντο οι Εβραίοι και οι Μασόνοι, παρά οι κομμουνιστές που θα μας πάρουν λέει το βιός και θα εγκαθιδρύσουν την κομμουνιστική δικτατορία. Και αγνοούσε ο πολυδιαβασμένος με το ύφος και τον τουπέ αποκριάτικου Δρυίδη, πως καπιταλισμός και κομμουνισμός πάνε χέρι-χέρι, όψεις του ίδιου νομίσματος. Ξεχνούσε ή απέκρυπτε πως οι εκλεκτοί του κόψαν συντάξεις και μισθούς, πήραν σπίτια κι έκλεισαν επιχειρήσεις. Οι εκλεκτοί του έβαλαν στην φυλακή τους Εθνικιστές, κι εκείνοι είναι οι ηθικοί αυτουργοί, αν όχι οι εντολοδότες της δολοφονίας του Γιώργου και του Μάνου, με εκτελεστικά όργανα το αριστερό παρακράτος.

Το πολιτικό θέατρο του κοινοβουλευτισμού είναι αρκετά παλιό και επαρκώς σχεδιασμένο ώστε να δίνει στο λαό την ψευδαίσθηση της Δημοκρατίας. Λίγο ενδιαφέρει ο ξεπεσμός του. Μα χαίρομαι που η ελληνική φωτιά γλύφει τις αυλές των Φασουλήδων στις Βρυξέλλες και τα γυάλινα κάστρα των χρηματιστών της Νέας Υόρκης, κι εύχομαι να τους δούμε να πέφτουν έντρομοι από τα ψηλά άλογα πούχουν καβαλικέψει και τσαλαπατούν ανθρώπους κι έθνη.

Αν κάτι κατάφεραν οι Ελληνες Εθνικιστές της Χρυσής Αυγής στα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας είναι πως έκαναν χιλιάδες ανθρώπους να πετάξουν το πουκάμισο του φόβου, να βρουν και να πιστέψουν στην πιο βαθιά και αδιάψευστη ουσία τους: την αλήθεια της ράτσας τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, είναι να εξακολουθήσουμε να βαδίζουμε με τις Ιδέες μας θαλερές και τις Ψυχές μας ακέραιες.

Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται στην ζωή. Μα τη δύναμή της ποιος μπορεί να την αμφισβητήσει; Ατάραχη στον δρόμο της καλεί να την ακολουθήσεις. Αντέχεις;

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Δημοσιεύθηκε στο Φ. 935 της εφημερίδος ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

Καλό ταξίδι Συναγωνιστή Gianluca Buonanno

Μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω αυτήν την ώρα για αυτόν τον πατριώτη, τον θαρραλέο άνδρα, τον χαρισματικό και αληθινό πολιτικό.

Φίλος της Χρυσής Αυγής στα δύσκολα. Φίλος. Τελεία. Για την Ευρώπη μας!

Ciao Gianluca. Ci vendiamo.

Ε.Δ-Π

Καλό ταξίδι Συναγωνιστή Gianluca Buonanno

Ο Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή εκφράζει τα βαθύτατα του συλλυπητήρια στην οικογένεια του Gianluca Buonanno, ενός Ευρωπαίου πατριώτη που έχασε σήμερα την ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα στην βόρεια Ιταλία.

Ο εκλιπών, ήταν ευρωβουλευτής της Λέγκα του Βορρά και δήμαρχος της πόλης της Borgosesia. Ήταν όμως και ένας γενναίος άνθρωπος, με πλούσια δράση και αγώνες για την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και συνολικά των Ευρωπαϊκών Λαών.

Χαρακτηρισμένος πολλές φορές ως ανεπιθύμητος από το κατεστημένο των Βρυξελλών, όπως και κάθε άλλος που στέκεται απέναντι στα σχέδια τους.

Φίλος της Χρυσής Αυγής, είχε μάλιστα επισκεφθεί πρόσφατα τον Αρχηγό στα γραφεία μας στη Βουλή, αδιαφορώντας για το όποιο πολιτικό κόστος και την κατακραυγή των δήθεν δημοκρατών. Η σκέψη μας δεν μπορεί παρά να είναι στα δύο παιδιά που αφήνει πίσω του.

Καλό ταξίδι Gianluca.

Gianluca Buonanno εναντίον Αβραμόπουλου και ανεξέλεγκτης λαθρομετανάστευσης

Δυναμική παρέμβαση Buonanno στο Στρασβούργο κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας

Παρέμβαση ευρωβουλευτή της Λέγκα, Buonanno ενάντια στην τουρκία

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/kalo-tajidi-sunagwnisth-gianluca-buonanno#ixzz4Ajv5TZOW

Σαν σήμερα περνά στο Πάνθεον των Ηρώων η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Σαν σήμερα περνά στο Πάνθεον των Ηρώων η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η μοναδική στην παγκόσμια ναυτική ιστορία γυναίκα-ναύαρχος, γεννήθηκε στη φυλακή, έζησε μέσα στη θάλασσα, πολέμησε στη στεριά και πέθανε εκτός μάχης στην αυλή του σπιτιού της από αδέσποτο βόλι. Ένα τοπικό τραγούδι, που έχει γραφτεί αποκλειστικά γι’ αυτήν αναφέρει: “θαλασσογένητη, γυναίκα ανδρεία και καπετάνισσα αληθινή, δίνεις ολόχαρα δικά σου πλοία και μένεις πάντοτε, συ, ταπεινή”.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1776, μέσα στη φυλακή όπου η μητέρα της είχε πάει να επισκεφθεί τον πατέρα της. Ήταν φυλακισμένος επειδή συμμετείχε στα “Ορλωφικά”, τον ξεσηκωμό κατά των Τούρκων, και λίγο μετά τη γέννηση της Λασκαρίνας πέθανε. Τα αδέλφια του έδιωξαν μάνα και κόρη από το σπίτι τους στην Ύδρα, κι έτσι εκείνες κατέφυγαν στις Σπέτσες όπου πέρασαν δύσκολες μέρες. Αργότερα η μητέρα της παντρεύτηκε το Σπετσιώτη πρόκριτο Δημήτριο Λαζάρ Ορλώφ.

Η Λασκαρίνα μεγάλωσε στις Σπέτσες και παντρεύτηκε στα 17 της τον πλοίαρχο Δημήτρη Γιάννουζα με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Όταν αργότερα εκείνος σκοτώθηκε σε ναυμαχία με μπαρμπερίνους πειρατές, η Λασκαρίνα ξαναπαντρεύτηκε στα 30 της τον πλοιοκτήτη Δημήτρη Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τέσσερα παιδιά. Όταν και ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε σε συμπλοκή με πειρατικά πλοία, η Πύλη θέλησε να κατάσχει την περιουσία του, επειδή αυτός κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο είχε βοηθήσει τους Ρώσους. Τότε η Λασκαρίνα πήγε με το πλοίο της στην Κωνσταντινούπολη, και ζήτησε την προστασία του Ρώσου πρεσβευτή αλλά και της Βαλιδέ σουλτάνας. Εκεί μυήθηκε από τους Φιλικούς στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Όταν γύρισε στις Σπέτσες ναυπήγησε ένα μεγάλο πολεμικό πλοίο, τον Αγαμέμνονα – το πρώτο ελληνικό πολεμικό πλοίο της εποχής – και άλλα τρία μικρότερα. Οι Σπέτσες κήρυξαν επανάσταση κι η μεγάλη αυτή στιγμή βρήκε την Μπουμπουλίνα πενήντα χρονών. Η Λασκαρίνα η “καπετάνισσα”, όπως τη λέγαν, μπήκε στον “Αγαμέμνονα”, αληθινή κυβερνήτρια, ενώ οι δυο γιοι της κυβερνούσαν τ’ άλλα δύο μικρότερα πολεμικά. Επλευσε στον Αργολικό κόλπο κι άρχισε το θαλάσσιο αποκλεισμό του Ναυπλίου. Αργότερα πήγε έφιππη, ζωσμένη με πιστόλια και σπαθί, στο Άργος, μαζί με τον Μπόταση, όπου έπεισε τους οπλαρχηγούς να ξαναπολιορκήσουν το Ναύπλιο. Εκανε απόβαση στους Μύλους, ενίσχυσε με τροφές και πολεμοφόδια τους πολεμιστές του Αργους όπου την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά – εκεί όμως σκοτώθηκε ο γιος της Γιάνουζας, από τον πρώτο της άντρα. Πολέμησε στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, καθώς και στην πολιορκία της Τρίπολης και του Ναυπλίου, ως επικεφαλής μάχιμης σχεδόν στρατιωτικής ομάδας που συγκρότησε η ίδια. Μπήκε μαζί με τους πρώτους οπλαρχηγούς στην Τρίπολη καβάλα στο άσπρο άλογό της και μάλιστα φρόντισε προσωπικά για την ασφαλή μεταφορά των οικογενειών των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη – ως ανταπόδωση χάρης στην Βαλιδέ.

Έμεινε στο Ναύπλιο ως το 1825. Εκείνη την εποχή ο Κολοκοτρώνης, με τον οποίο είχε στενή φιλία και συνεργασία, έπεσε σε δυσμένεια και φυλακίστηκε, ενώ ο γιος του Πάνος, που είχε παντρευτεί την κόρη της Μπουμπουλίνας, Ελένη, δολοφονήθηκε. Τότε η Μπουμπουλίνα, έχοντας δώσει την τεράστια περιουσία της για τον αγώνα, γύρισε πάμφτωχη στις Σπέτσες με τη χήρα κόρη της.

Σύντομα, στις 22/5/1825 σκοτώθηκε από σφαίρα συγγενούς της, σε μια οικογενειακή διαμάχη μεταξύ του γιού της Γεωργίου Γιάννουζα και του ετεροθαλή αδελφού της ο οποίος, καθώς λέγεται, την εχθρευόταν. 

Ο γιος της Ιωάννης Γιάννουλας σκοτώθηκε κατά την επιδρομή του Κεχαγιάμπεη. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Υπήρξε εποχή στις αρχές του 1900, που υπηρετούσαν 7 Μπουμπουλαίοι αξιωματικοί στο Πολεμικό Ναυτικό.

Τα τελευταία χρόνια το σπίτι της έχει ανακαινιστεί από απόγονό της. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να δει πολλά προσωπικά της αντικείμενα, τα όπλα της, πορτραίτα της και διακρίσεις που της είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

Ο Φιλήμων, γράφοντας γι’ αυτήν, δήλωσε: “ενώπιον αυτής ο άναδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει”.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/san-shmera-perna-sto-pantheon-twn-hrwwn-h-laskarina-mpoumpoulina#ixzz49Ocb7TG5

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Περί ελευθερίας

Περί ελευθερίας

Άρθρο της διευθύντριας της εφημερίδας “Εμπρός”, Ειρήνης Δημοπούλου – Παππά στην στήλη “Εγέρθητι”

Επί μια δεκαπενταετία έμεινα στα Γιάννενα. Έμαθα να ζω με τα βουνά και αγάπησα τα τοπία της Ηπείρου. Σύντροφοι και συνομιλητές στα καλά και τα άσχημα, σκεπασμένα πότε με παχιές καθησυχαστικές ομίχλες και σπανιότερα, με τα πιο φανταχτερά χρώματα που επιφυλάσσει η Φύση στα μάτια του ανθρώπου. Με διαπέρασε η υγρασία και η μουσική της, τόσο διαφορετική από την ιδιοσυγκρασία μου. Εκεί εκπαιδεύτηκα σε πολλά αναγκαία της ενήλικης ζωής, εκεί πήγαν σχολείο τα τρία μου παιδιά. Η Επέτειος της Απελευθερώσεως της πόλεως, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, είναι συνδεδεμένη στην μνήμη μου με σχολικές γιορτές, οι οποίες, προς αμηχανία, κάποτε και δυσαρέσκεια κάποιων παρισταμένων, έκαναν να φουρτουνιάζει στα μάτια μου, ο καημός της σημερινής υποτέλειας.

Στον νου μου έρχονταν οι εικόνες των νεαρών ανδρών και γυναικών, στρατιωτών και νοσοκόμων που άφησαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, για την μακρινή γη του Εθνικού Οράματος. Μια δεκαετία αργότερα, ο δικός μου προπαππούς θα έφευγε για την Μικρά Ασία, απ’ όπου θα γύριζε μόνο για να πεθάνει στον πατρογονικό του Μωριά κι αργότερα ο παππούς μου, εικοσάχρονος έφιππος, για την σκλάβα γη της Βορείου Ηπείρου, την οποία αναπολούσε ως τα βαθιά του γηρατειά. Έβλεπα τα παιδιά, τα δικά μου και τα άλλα ελληνόπουλα, σαν αγγέλους με λευκά πουκάμισα και καστανόξανθα μαλλιά, να τραγουδούν την δόξα και τον πόνο τους. «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια. Μον’ με φοβίζει η παγωνιά, του Μπιζανιού τα χιόνια».

Αργότερα, τα καμάρωνα στις παρελάσεις, ντυμένα με τις εθνικές ενδυμασίες του τόπου του πατέρα τους, ντυμένα όπως θα’πρπε να ντύνονται όλοι οι Έλληνες, τουλάχιστον μια μέρα κάθε χρόνο, για να νιώθουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού είναι ο προορισμός τους. Πολλοί προσπάθησαν να καταργήσουν τις παρελάσεις, πότε στο όνομα της ειρήνης, πότε για λόγους δήθεν οικονομίας.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, λίγες μέρες πριν την Επέτειο της Απελευθερώσεως ενός τόπου που όλοι θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της Πατρίδας μας, ευγνωμονώ όσους καθιέρωσαν αυτές τις γιορτές. Κουραστικές, γραφικές, κενές νοήματος, όταν όλα όσα θύμιζαν θεωρούνταν δεδομένα, κατάφεραν να καλλιεργήσουν πάνω από όλα, -φρόνημα, καλαισθησία, τέχνη-, το έθος της τιμής στους Ήρωες του Έθνους μας. Στις φωτογραφίες της εποχής, έφιπποι Έλληνες μπαίνουν στην πόλη από τον δρόμο του σπιτιού μου, πριν ανοίξουν οι μεγάλες εθνικές οδοί και λεωφόροι, όταν οι δρόμοι ήσαν χωμάτινοι και οι άρρωστοι πήγαιναν να θεραπευτούν στα μοναστήρια. Όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρουν τον εαυτό τους, ή για να γνωρίσουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος όλος βρισκόταν κλεισμένος στον κάθε κόκκο χώματος της γης τους.

Πριν λίγες μέρες, δυο εθνικιστές βουλευτές, οι κ.κ. Κασιδιάρης και Παππάς, ξεσήκωσαν σάλο όταν τόλμησαν σε μια επιτροπή της εκκλησιάς των πολιτικών κομμάτων να απευθυνθούν στην ηγεσία της χώρας και του στρατεύματος και να τους αποκαλέσουν τους μεν «προδότες», τους δε υπηρέτες των εισβολέων της Πατρίδας μας. Μπορεί ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία των δειλών και των συμβιβασμένων να διαφωνούν με τον τρόπο ή την ένταση. Όμως, η αλήθεια είναι πως αυτοί που ως προτεραιότητα έχουν το συμφέρον του κατακτητή της χώρας μας, αυτοί που έχουν συστηματικά και από πρόθεση νεκρώσει κάθε υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα και τώρα δίνουν την χαριστική βολή στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους μας, τους πατεράδες και τις μανάδες του λαού μας, αυτοί που στέλνουν στον θάνατο και στην συνέχεια περιφρονούν τους νεκρούς Ήρωές μας και δίνουν το Αιγαίο στους Τούρκους, τους Γερμανούς, το ΝΑΤΟ, ναι, είναι προδότες.

Στερήσεις και θυσίες, αγώνες, μάχες και θάνατοι ακόμα, έχουν νόημα και φέρνουν καρπό όταν η φλόγα της καρδιάς κινεί την μηχανή του μυαλού. Όταν όσα κάνεις γίνονται για την χώρα σου και όχι για τους ξένους. Στις πολύνεκρες μάχες στο άπαρτο οχυρό του Μπιζανίου πολέμησαν Έλληνες από ολόκληρη την Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν καμιά διαβεβαίωση για το αποτέλεσμα, εκτός από την εμπιστοσύνη στους ηγέτες τους και την πεποίθηση που είχαν σπείρει και αναθρέψει στις καρδιές τους οι γονείς τους, πως όλα έχουν νόημα και αξία όταν τα κυβερνά η ανιδιοτελής αγάπη της Πατρίδας:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι.

Κι επειδή το Μπιζάνι ήταν άπαρτο, ένας έξοχος παράτολμος αξιωματικός ονόματι Βελησσαρίου, το εκτίμησε όπως έπρεπε, και αντί να επιμείνει παθητικά, το παρέκαμψε, μαζί με τους φουστανελάδες του, για να φθάσει στον σκοπό, στην απελευθέρωση που την πήγε στο πιάτο στον Διάδοχο Κωνσταντίνο στο χάνι του Εμίν Αγά. Κι εκεί, μπροστά στον βασιλιά-στρατηλάτη, έγειρε ο Τούρκος το σπαθί του και του παρέδωσε την πόλη. Ναι, θέλω κι εγώ να δω τον Τούρκο να σκύβει εμπρός στον Έλληνα και να του παραδίνει το σπαθί του. Θέλω να δω την Πατρίδα μου δυνατή και τον λαό μου όρθιο. Και είμαι σίγουρη πως αυτό θέλουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, ακόμα κι αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή το πιο πιθανό φοβούνται να το παραδεχθούν.

Κλείνοντας την επετειακή αναφορά, θα χρησιμοποιήσω ως γέφυρα με το παρόν ένα ποίημα του Γεωργίου Χατζή -«Πελλερέν», γιατί εκφράζει με τρόπο ιδανικό την απάντηση στην σημερινή αδήριτη ανάγκη για λύση και λύτρωση της Πατρίδας και του Λαού μας. Μέσα από τις υγρές πέτρινες φυλακές του Κάστρου, όπου εκρατείτο καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της απελευθέρωσης, ετούτο το ποίημα.

Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν!”

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/peri-eleutherias#ixzz40sdNOkMD