Ενας μύθος για την Εθνεγερσία 1821-2021

Ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής
υποβαστάζουν την Ελλάδα.
Πίνακας του λαϊκού ζωγράφου
Θεόφιλου Κεφαλά-Χατζημιχαήλ (1870-1934),
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Η μακρά εθνική μας ιστορία, δεν είναι γραπτή. Είναι προφορική.

Η γνώση δεν είναι γραπτή.

Η γνώση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Ξεπηδά σαν τη φλόγα από τις μνήμες μας και τις ψυχές μας και μοιράζεται ώσπου να κατακάψει, να καθάρει και να αναγεννήσει.

Με μύθους, με λόγια δηλαδή, και με τραγούδια γράψαμε την ιστορία μας στις Ραψωδίες του Ομήρου και στα Κλέφτικα τραγούδια.

Μετά την πήραν όσοι χολωμένοι και λειψοί δεν μπορούσαν να την γράψουν κι άρχισαν να την αναλύουν, να την γυρίζουν, να την πασπατεύουν, να την ξεψαχνίζουν, να κόβουν όποιο ψαχνό δεν κουράζει τα σαγόνια τους, κι όποιο δεν τους καλοαρέσει να το βάζουν παράμερα.

Αυτά τα “παράμερα”, τα κόκαλα κι οι χόνδροι, είναι η ραχοκοκαλιά και οι μύες της Ιστορίας μας.

Αυτός είναι ο σπόρος της ύπαρξής μας που αναζητά, υπεράνθρωπος και θεϊκός, την ελευθερία, τρυπώντας με το σπαθί του και ξεπηδώντας από το χώμα, από τα αίματα και τα κόκκαλα των προγόνων δηλαδή, και, νικητής πια αληθινός πάνω στο θράσος των αλλεπάλληλων αυτοκρατοριών, ανθρώπινος καθώς είναι, συμπονά το αδύναμο μέρος του αντιπάλου σαν την Ατοσσα στον χορό των Αισχύλειων “Περσών”:

Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια
».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

(Ν.Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1932)

Ησαν εκείνοι “άλλοι άνθρωποι”, άγιοι και ανέγκιχτοι από τα δικά μας λάθη και πάθη;

Οχι, το λένε οι μεταξύ τους έριδες και οι ουρανομήκεις βρισιές τους.

Το λέει ο Καραϊσκάνης κι ο Θανάσης Διάκος που χάνεται για να ζήσει παντοτινά στην αθανασία στις 24 του Απρίλη του 1821:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαθί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω
….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι”.

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

(Δημοτικό τραγούδι)

Το λένε οι αλαφροίσκιωτοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σιορ Διονύση Σολωμού που αναριγά ακούοντας τα κανόνια του Μεσολογγιού:

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
“Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει”.

Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ήβρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα

και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Κι αν δε βλέπουν μάγια κι άνοιξες οι εθελούσια δούλοι, ούτε και τότε έβλεπαν. Χρειάζονται στη νέα σπορά να βγουν νέοι Ξάνθοι και Φιλικοί, κρυφά από το δοβλέτι, χρειάζονται ονειροπόλοi Πρίγκιππες σαν τους Υψηλάντηδες και φοιτητές μελανοχίτωνες, φραντσέζες να πουλούν στις συνάξεις τους φλυτζανάκια με την Ακρόπολη και το Παλαμίδι σαν ταπεράκια σημερινά, για να μαζέψουν φράγκα και να τα κάνουν κανόνια και πυρίτιδα.

Xρειάζονται υπερήλικες σαν τον Γέρο του Μωριά και νέοι νεραϊδόμορφοι σαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Χρειάζονται σαλοί του Θεού, σαν τον Διονύσιο Φιλόσοφο και τον παπα-Γρηγόρη Φλέσσα.

Χρειάζονται εφοπλιστήνες και καπετάνισσες σαν την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Πινότση-Ορλώφ-Γιάννουζα-Μπούμπουλη, την Δέσπω και την Λένω του Μπότση και μάννες Σουλιώτισσες.

Χρειάζονται πολιτικοί με καρδιά λέοντα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια, και βασιλιάδες πρόθυμοι να φορέσουν την φουστανέλα σαν τον Οθωνα του Βίτελσμπαχ και να γίνουν στρατηλάτες σαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για να στέρξει η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων , καθώς λέει ο εθνικός ποιητής, και να φανούν απάνω, εμείς που φθάσαμε ήδη εδώ, να ακούμε τους μύθους των παλιών, ντυμένους στα τραγούδια του λαού μας, λαϊκά και με υπογραφή ποιητών Μαβίληδων, να βαρούμε το χώμα με τα πόδια μας, και να ανασαίνουμε τον ιδρώτα της γης μας. Και οι θεοί ας μας αξιώσουν ο πετριχώρ που θα αναδυθεί να γίνει ιχώρ αθανασίας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Άγγελου Σικελιανού: Σόλωνος Απόλογος

O Σόλων
640 – 560 π.Χ.
(Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο Νεαπόλεως)

Καθώς η Πατρίδα μας, η Υφήλιος όλη και ο καθένας μας ξεχωριστά διανύουμε μια εποχή ανακατατάξεων, καταθέτω αυτό το ποίημα του  Άγγελου Σικελιανού, το αγαπημένο από τα μαθητικά μου χρόνια, ως κτήμα όσων αγαπούν την Ελλάδα και αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια και την αριστεία. Το καταθέτω και ως υπενθύμιση πως οι «ωραίοι τρελοί», αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που πολλές φορές τα καταφέρνουν.

«Γιγνώσκω, και μοι φρενός ένδοθεν
άλγεα κείται, πρεσβυτάτην εσορών
γαίαν Ιαονίας καινομένων
»

(Ελεγεία Σόλωνος, εν Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία.ν)

(Ο Σόλων γέροντας, θυμάται τον καιρό όπου υποκρίθη τον τρελλό για να παρορμήση τους Αθηναίους ν’ ανακαταλάβουνε τη Σαλαμίνα, νοσταλγεί την ώρα αυτή, και μονάχος του λέει.)

«Σα βγήκα, κισσοστέφανος,
στη μέση από το δρόμο,
τριγύρα μου, με τρόμο
ζυγώσαν τα παιδιά,

μα ως είδανε π’ ανάδευα
δίχως μιλιά το στόμα,
γιατί τα λόγια ακόμα
μου τάπνιγε η καρδιά,

Ξεθάρρεψαν απάντεχα
κι‘ όλα κρατώντας το ίσο,
με πήρανε από πίσω,
φωνάζοντα: “Ο τρελλός!”

Και με, που ο λόγος κέντριζεν
ετούτος, πιο παρ’ άλλος,
γιατί βαθειά μου ο σάλος
επλήθαινε, θολός.

με τέτοιο τσούρμο γύρα μου
στην Αγορά όταν πήγα
– λες μ’ άγγιξεν η μυίγα-
τραβώντας το σπαθί,

τα ίδια μου στήθη εχτύπησα
και πια δεν είταν ψέμμα,
από τις φλέβες το αίμα
επήδαε να χυθεί…

Κι’ ως είδα πια τριγύρα μου
τη μαζωμένη Αθήνα,
φωνάζω: “η Σαλαμίνα,
μ’ ακούτε, καρτερεί,

κι’ ομπρός να τη γλυτώσουμε
κι’ είνε δικιά μας πάλι,
μικρή παιδιά είν’ η πάλη
μα η νίκη είν’ ιερή!”

Κι’ ως κάποιοι τότ’ εμάντεψαν
τα λόγια τούτα γύρα,
σα ν’ άσπρωξαν μια θύρα,
εκράξαν όλοι “ομπρός”.

Και να, σε λίγο εβάδιζα
ανάμεσα στα πλήθη,
μ’ αιματωμένα στήθη,
προβόδαα, σα γαμπρός.

Κι’ η Σαλαμίνα επάρθηκε
κι’ ο μόχτος μου στεριώθη,
και μώγιναν οι πόθοι
πώβλεπε ο νους θολός,

μα πια, από τότε, μια φωνή
σαν των παιδιών εκείνη,
δεν άκουσα να κλείνει
το μένος μου “ο τρελλός”.

Γύρα, “ο τρελός” σαν έκραζαν,
κι’ ολοένα επροχωρούσα,
τι αληθινά μπορούσα
τρελλός και να γενώ,

απ’ της καρδιάς μου το άδυτο,
το μέγα αν θέλημά μου,
δεν άστραφτε μπροστά μου
ψηλά, ως τον ουρανό!

Μα πια, από τότε τα κοινά
φροντίζοντας ολοένα,
κατόπι από τη γέννα
την πρώτη της καρδιάς,

γνώση στη γνώση εμάζεψα,
και τώρα πια είμ’ απάνω
στο σύνορο το πλάνο,
της ύστερης βραδυάς…

Μα να, σ’ αυτό το σύνορο
που ο νους μου πια την τάξη
κλωτσάει, και θέλει πράξη
και τούτος να γενή,

κι’ ίσως να γίνει δύνονταν
και πάλι αυτό το τάμμα,
αν γύραθέ μου, ω θάμμα
ακούονταν μια φωνή,

σαν των παιδιώνε τη φωνήν
ολοένα να με σπρώχτει,
σα για μιαν άλλων όχτη
και για μια νέα ζωή,

αν μόνο, λέω, ακούγονταν
βαθειά κι’ ολόγυρά μου,
αδόκητα, ω χαρά μου,
της τρέλλας η άγια βοή!…

Κι’ α, χύσου πια απ’ τον Όλυμπο,
ή από τα Τάρταρα έλα,
ιερή μεγάλη τρέλλα,
και πάρε μου το νου,

και τη σοφία σπατάλα μου
για μιαν αθάνατη ώρα,
μιαν ώρα νικηφόρα,
σα νάταν αλλουνού!
»

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Περί ελευθερίας -Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Επί μια δεκαπενταετία έμεινα στα Γιάννενα. Έμαθα να ζω με τα βουνά και αγάπησα τα τοπία της Ηπείρου. Σύντροφοι και συνομιλητές στα καλά και στα άσχημα, σκεπασμένα πότε με παχιές καθησυχαστικές ομίχλες και σπανιότερα, με τα πιο φανταχτερά χρώματα που επιφυλάσσει η Φύση στα μάτια του ανθρώπου. Με διαπέρασε η υγρασία και η μουσική της, τόσο διαφορετική από την ιδιοσυγκρασία μου. Εκεί εκπαιδεύτηκα σε πολλά αναγκαία της ενήλικης ζωής, εκεί πήγαν σχολείο τα τρία μου παιδιά. Η Επέτειος της Απελευθερώσεως της πόλεως, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, είναι συνδεδεμένη στην μνήμη μου με σχολικές γιορτές, οι οποίες, προς αμηχανία, κάποτε και δυσαρέσκεια κάποιων παρισταμένων, έκαναν να φουρτουνιάζει στα μάτια μου, ο καημός της σημερινής υποτέλειας.

Στον νου μου έρχονταν οι εικόνες των νεαρών ανδρών και γυναικών, στρατιωτών και νοσοκόμων που άφησαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, για την μακρινή γη του Εθνικού Οράματος. Μια δεκαετία αργότερα, ο δικός μου προπαππούς θα έφευγε για την Μικρά Ασία, απ’ όπου θα γύριζε μόνο για να πεθάνει στον πατρογονικό του Μωριά κι αργότερα ο παππούς μου, εικοσάχρονος έφιππος, για την σκλάβα γη της Βορείου Ηπείρου, την οποία αναπολούσε ως τα βαθιά του γηρατειά. Έβλεπα τα παιδιά, τα δικά μου και τα άλλα ελληνόπουλα, σαν αγγέλους με λευκά πουκάμισα και καστανόξανθα μαλλιά, να τραγουδούν την δόξα και τον πόνο τους. «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια. Μον’ με φοβίζει η παγωνιά, του Μπιζανιού τα χιόνια».

Αργότερα, τα καμάρωνα στις παρελάσεις, ντυμένα με τις εθνικές ενδυμασίες του τόπου του πατέρα τους, ντυμένα όπως θα’πρεπε να ντύνονται όλοι οι Έλληνες, τουλάχιστον μια μέρα κάθε χρόνο, για να νιώθουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού είναι ο προορισμός τους. Πολλοί προσπάθησαν να καταργήσουν τις παρελάσεις, πότε στο όνομα της ειρήνης, πότε για λόγους δήθεν οικονομίας, εσχάτως και για λόγους “πανδημίας”.

Καθώς (ξανα)γράφω αυτές τις γραμμές, για την Επέτειο της Απελευθερώσεως ενός τόπου που όλοι θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της Πατρίδας μας, ευγνωμονώ όσους καθιέρωσαν αυτές τις γιορτές. Κουραστικές, γραφικές, κενές νοήματος, όταν όλα όσα θύμιζαν θεωρούνταν δεδομένα, κατάφεραν να καλλιεργήσουν φρόνημα, καλαισθησία, τέχνη, δημόσια ομιλία, και, πάνω από όλα, το έθος της τιμής στους Ήρωες του Έθνους μας.

Στις φωτογραφίες της εποχής, έφιπποι Έλληνες μπαίνουν στην πόλη από τον δρόμο του που βρισκόταν ως πριν λίγο καιρό το σπίτι μου, πριν ανοίξουν οι μεγάλες εθνικές οδοί και λεωφόροι, όταν οι δρόμοι ήσαν χωμάτινοι και οι άρρωστοι πήγαιναν να θεραπευτούν στα μοναστήρια. Όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρουν τον εαυτό τους, ή για να γνωρίσουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος όλος βρισκόταν κλεισμένος στον κάθε κόκκο χώματος της γης τους.

Οταν στην ελληνική βουλή υπήρχαν Ελληνες βουλευτες, θυμάμαι δυο που ξεσήκωσαν σάλο όταν τόλμησαν σε μια επιτροπή της εκκλησιάς των πολιτικών κομμάτων να απευθυνθούν στην ηγεσία της χώρας και του στρατεύματος και να τους αποκαλέσουν τους μεν “προδότες”, τους δε “υπηρέτες” των εισβολέων της Πατρίδας μας. Μπορεί ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία της “κοινής” γνώμης, να διαφωνούν με τον τρόπο ή την ένταση. Όμως, η αλήθεια είναι πως αυτοί που ως προτεραιότητα έχουν το συμφέρον των κατακτητών της πατρίδας μας, αυτών που εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους για να επιδιώξουν την υποδούλωσή της, αυτοί που έχουν συστηματικά και από πρόθεση νεκρώσει κάθε υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα επιδιώκοντας την καταστροφή της μεσαίας τάξης, αυτής που από την αρχαιότητα είναι ο πυλώνας της Δημοκρατίας, αυτοί που στέλνουν στον θάνατο και στην συνέχεια περιφρονούν τους νεκρούς Ήρωές μας και παραχωρούν εθνική κυριαρχία για την οποία μάτωσαν και έδωσαν την ζωή τους οι πρόγονοί μας (συχνά όχι οι δικοί τους) είναι αντικειμενικά προδότες.

Στερήσεις και θυσίες, αγώνες, μάχες και θάνατοι ακόμα, έχουν νόημα και φέρνουν καρπό όταν η φλόγα της καρδιάς κινεί την μηχανή του μυαλού. Όταν όσα κάνεις γίνονται για την χώρα σου και όχι για τους ξένους. Στις πολύνεκρες μάχες στο άπαρτο οχυρό του Μπιζανίου πολέμησαν Έλληνες από ολόκληρη την Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν καμιά διαβεβαίωση για το αποτέλεσμα, εκτός από την εμπιστοσύνη στους ηγέτες τους (άνδρες σαν τον Στρατηλάτη Διάδοχο Κωνσταντίνο κι έναν Ιωάννη Μεταξά, κι όχι κάποιους ανθυπομέτριους εγωπαθείς χειριστές των παρασκηνίων), και την πεποίθηση που είχαν σπείρει και αναθρέψει στις καρδιές τους οι γονείς τους, πως όλα έχουν νόημα και αξία όταν τα κυβερνά η ανιδιοτελής αγάπη της Πατρίδας:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι.

Κι επειδή το Μπιζάνι ήταν άπαρτο, ένας έξοχος παράτολμος αξιωματικός ονόματι Βελησσαρίου, το εκτίμησε όπως έπρεπε, και αντί να επιμείνει παθητικά, το παρέκαμψε, μαζί με τους φουστανελάδες του, για να φθάσει στον σκοπό, στην απελευθέρωση που την πήγε στο πιάτο στον Διάδοχο Κωνσταντίνο στο χάνι του Εμίν Αγά. Κι εκεί, μπροστά στον βασιλιά-στρατηλάτη, έγειρε ο Τούρκος το σπαθί του και του παρέδωσε την πόλη. Ναι, θέλω κι εγώ να δω τον Τούρκο και κάθε εχθρό της Ελλάδας, του Ελληνισμού και των όσων απελευθερωτικών για τον Ανθρωπο διαχρονικά επινόησε και εκφράζει, να σκύβει εμπρός στον Έλληνα και να του παραδίνει το σπαθί του. Θέλω να δω την Πατρίδα μου δυνατή και τον λαό μου όρθιο. Και είμαι σίγουρη πως αυτό θέλουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, ακόμα κι αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή το πιο πιθανό φοβούνται να το παραδεχθούν.

Κλείνοντας την επετειακή αναφορά, θα χρησιμοποιήσω ως γέφυρα με το παρόν και τις νέες πραγματικότητες οι οποίες διαμορφώνονται και τις οποίες οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψιν μας, ένα ποίημα του Γεωργίου Χατζή- -«Πελλερέν», γιατί εκφράζει με τρόπο ιδανικό την απάντηση στην σημερινή αδήριτη ανάγκη για λύση και λύτρωση της Πατρίδας και του Λαού μας, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις, πολιτικές διασυνδέσεις και αρτηριοσκληρωτικές εμμονές.

Μέσα από τις υγρές, πέτρινες φυλακές του Κάστρου, όπου εκρατείτο καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της απελευθέρωσης, ετούτο το ποίημα.

Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν!”

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Πολιτισμός του Ωραίου σε μια ταινία του Οίκου Ντιόρ

Ο πολιτισμός μας στηρίχτηκε σε τρεις αξίες γένους θηλυκού:

Στην Δικαιοσύνη που είναι ο ανώτερος πνευματικός νόμος και το ύψιστο θεϊκό προνόμιο.

Στην Τάξη η οποία διέπει το σύμπαν, γι’ αυτό και την αναζητά ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του και την αναπαράγει στην αρμονία των δημιουργημάτων του, από την συμμετρία των λαϊκών κεντημάτων ως την μαθηματική τελειότητα του Παρθενώνος.

Στην Ομορφιά, που είναι η αντικειμενικότερη κι ελκυστικότερη όλων, γι’ αυτό και υμνήθηκε όσο καμιά άλλη.

Οι Μύθοι και οι λαϊκές Παραδόσεις μας, είναι οι αναμνήσεις ενός κόσμου νεογέννητου, αρμονικού και όμορφου, μιας Εδέμ την οποίαν αναζητούμε στην γαλήνη των σπιτιών μας, στους ανθρώπους που στέκονται δίπλα μας, στην αγκαλιά ενός δάσους, σε μια μουσική συγχορδία, στο κελάρυσμα ενός ρυακιού, στον επαναλαμβανόμενο παφλασμό της θάλασσας.

Αυτό που βλέπω, ακούω, αισθάνομαι, είναι αυτό που χτίζει την καθημερινότητά μου, και η καθημερινότητά μου είναι η ζωή μου.

Η εποχή του Covid-19 μας οδηγεί να αφήσουμε πίσω την παραληρηματική “ομαλότητα” του πρόσφατου παρελθόντος και να αναζητήσουμε την Χρυσή Εποχή της χαμένης ανθρώπινης αθωότητας.

Αυτήν την εποχή, καταφύγιο και προσδοκία μιας νέας μέρας, σαν αυτές που οι άνθρωποι συνομιλούσαν με το περιβάλλον, και θεϊκό και ανθρώπινο συμβίωναν χωρίς ενοχές και ιερατεία, ανακαλεί η καταγόμενη από την Πούλια Μαρία Γκράτσια Κιούρι, διευθύντρια δημιουργικού του Οίκου Ντιόρ, και ο επίσης Ιταλός σκηνοθέτης Ματτέο Γκαρρόνε.

Η συλλογή Υψηλής Ραπτικής για το Φθινόπωρο/Χειμώνα 2010-2021 παρουσιάστηκε με μια ταινία 10 λεπτών στις 6 Ιουλίου. Αφού οι κλασικές επιδείξεις δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν φέτος λόγω της πανδημίας, οι δυο δημιουργοί και οι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και αρκετοί Ελληνες) εξορκίζουν την αβεβαιότητα με τον μύθο. Σκηνικό, η φαντασιακή Αρκαδία των Ελλήνων, στον πιο ρομαντικό κήπο του κόσμου, τον Κήπο των Νυμφών στο Λάτιο της κεντρικής Ιταλίας, λίγο έξω από την Ρώμη, σπαρμένο με ρυάκια, αρχαία ερείπια, οξιές, κυπαρίσσια κι αναρριχητικές τριανταφυλλιές, για τον οποίο έγραψε με θαυμασμό ο Πλίνιος ο Νεώτερος (61-113).

Πηγή: dior.com

Η μαεστρία των γυναικών που εργάζονται για τον θρυλικό οίκο μόδας και στοιχεία από το παρελθόν, όπως το μεταπολεμικό Θέατρο της Μόδας, σε σκηνικά του μεγάλου Ζαν Κοκτώ, μαζί με 37 δημιουργίες-μινιατούρες, ελληνικού τύπου εσθήτες και ταγέρ του περίφημου New Look του 1947, συνθέτουν την πρόταση της Κιούρι για μια νέα αισθητική αναγέννηση.

© BRIGITTE NIEDERMAIR
© BRIGITTE NIEDERMAIR

Βλέποντας το φιλμ, σκέφτηκα πόσο υπέροχος είναι ο Ελληνικός, Ρωμαϊκός και Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, από την αισθητική σύλληψη έως την τεχνική υλοποίηση και την καλαίσθητη δημιουργικότητά μας. Μέσα στην κακοφωνία του Χθες και την αβεβαιότητα του Αύριο, η ποιότητα της καθημερινότητάς μας θα μας κρατήσει πάνω από το νερό, ως την δική μας Ιθάκη.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ζαν Ρασπάιγ (1925-2020)-Ο «προφήτης» έφυγε. Η προφητεία μένει.

Ο Ρασπάιγ τον Οκτώβριο του 2005. (Photo credit: Stéphane de Sakutin / AFP)

Διάβασα την τελευταία μεγάλη συνέντευξή του τον περασμένο Σεπτέμβριο. Είχε τίτλο «Είμαι ένα παιδί». Μα πράγματι αυτός ο εξερευνητής, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής (“μου φαίνεται πιο φυσικό να είσαι ποιητής από το να μην είσαι”), είναι ένα παιδί που πέταξε προς τον Δημιουργό του μερικές μέρες πριν τα ενενηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, με τα χέρια ανοιχτά στον κόσμο, με το βαθύ μπλε βλέμμα του να καθρεφτίζει τον εύστροφο νου του ταξιδευτή που διηγήθηκε μέσα στα δεκάδες βιβλία του ιστορίες στις οποίες μόνο ένας Ιούλιος Βερν θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί-μόνο που οι δικές του ήσαν ουτοπικές αλήθειες…

Ανάμεσά τους το εμβληματικό «Στρατόπεδο των Αγίων» (1973), το οποίο καθ’ ομολογίαν τους επηρέασε την πολιτική σκέψη του Ρόναλντ Ρέιγκαν και του Στηβ Μπάνον, το βιβλίο που προφήτεψε την βύθιση του Λευκού κόσμου από ορδές μεταναστών, και την οποία τοποθετούσε στο 2050.  Σε αυτό διηγείται την οδύσσεια εκατομμυρίων Ινδών μεταναστών, που ξεκίνησαν με έναν αυτοσχέδιο στόλο ο οποίος τους μετέφερε στις ακτές της Προβηγκίας. Οι «εισβολείς», που περιγράφονται ως μια βρώμικη και θανατηφόρα μάζα, κατέκλυσαν, στο μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης μέσα σε λίγους μήνες, επιβάλλοντας έναν -αντίστροφο- ταπεινωτικό αποικισμό στους Ευρωπαίους.

“Ο Ρασπάιγ” , γράφει στον επικήδειο η αριστερή Λιμπερασιόν, “δεν κρύβει από τον αναγνώστη κανένα από τα εξευτελιστικά βασανιστήρια που προκαλούνται στους λευκούς. Είναι αλήθεια ότι τους καθιστά αρχιτέκτονες του δικού τους τέλους, περιγράφοντας τις διαδοχικές προδοσίες των ηθικών, πνευματικών, πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ. Οι τελευταίοι, κλείνουν τα μάτια στο όνομα ενός ανόητου ανθρωπισμού, απέναντι σε αυτό που αποδεικνύεται μια αυθεντική εισβολή. «Θα πεθάνουμε αργά, ροκανισμένοι από τα μέσα, από εκατομμύρια μικρόβια που εισέρχονται στο σώμα μας», καταλήγει ο αφηγητής του μυθιστορήματος”.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της “προφητείας” τα τριάντα χρόνια που ήρθαν πιο γρήγορα “τα μικρόβια”;

Η απήχηση του έργου του και μαζί η αξιοπρέπεια και η δύναμη της πεποίθησής του ήταν τέτοιες που η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε για το σύνολο του έργου του (2003), και προτάθηκε για μια θέση στο κονκλάβιο των Γάλλων “Αθανάτων” το 2000. Συγκέντρωσε την πλειοψηφία, αλλά όχι την απόλυτη, παρά εννέα ψήφους.

Ο Ζαν Ρασπάιγ έλεγε πως γεννήθηκε στα 23 του, όταν άρχισε να ταξιδεύει. Ταξίδεψε επί είκοσι και πλέον χρόνια σε αναζήτηση πληθυσμών που απειλούνταν με εξαφάνιση από τον μοντερνισμό. Λίμνη Τιτικάκα, Μακάο, Αντίλες, Γη του Πυρός. Επικεφαλής εξερευνητικών εκστρατειών στην Αλάσκα (1950-1952) και στην γη των Ινκας (1954) αναζητώντας τους ημίθεους Ουρου , γνώρισε τους “λευκούς” Αϊνού στην Ιαπωνία. Ανακηρύχθηκε Πρόξενος στο Βασίλειο της Αραουκανίας και Παταγονίας, ένα εφήμερο (αν και ως σήμερα φιλονικούμενο) βασίλειο του 19ου αιώνα, μεταξύ Χιλής και Αργεντινής, με σκοπό να υπερασπιστεί την επιβίωση των ιθαγενών Μαπούτσι. Οταν, το 1981, το “Εγώ ο Αντουάν ντε Τουρέν, βασιλιάς της Παταγονίας” τιμάται με το λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας, χιλιάδες αναγνώστες του γράφουν και του ζητούν να τους εντάξει στο βασίλειό του. “Ο πρόξενος της Παταγονίας είναι νεκρός, ζήτω ο πρόξενος!”, κλείνει διθυραμβικά τον επικήδειο η συντηρητική Φιγκαρό.

Ο παραδοσιακός Καθολικισμός του Ρασπάιγ (φορούσε γραβάτες με τον Κρίνο, σύμβολο των Γάλλων βασιλέων) απετέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά από τα “ουτοπικά” του έργα, στα οποία οι ιδεολογίες του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού αποτυγχάνουν, και αποκαθίσταται η Καθολική μοναρχία. Στο μυθιστόρημά του “Σάιρ” (1990), ένας νέος Γάλλος βασιλιάς, ο Φιλίπ Φαραμόν ντε Μπουρμπόν, απευθείας απόγονος των Βουρβόνων, στέφεται στην Ρεμς (παραδοσιακή εστία των βασιλέων της Γαλλίας), τον Φεβρουάριο του 1999.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της προφητείας το έτος της στέψης;

Υπερήφανος, πεισματάρης, οικολόγος, πιστός Καθολικός και υποστηρικτής της Μοναρχίας, δήλωνε στην συνέντευξη του περασμένου Σεπτεμβρίου πως “Παραμένω πεπεισμένος από τότε που ήμουν παιδί ότι υπάρχει μια σημαντική ιερότητα μέσα στο ανθρώπινο είδος, κάτι θεϊκό, μια σπίθα ιερή».

Την περασμένη Παρασκευή ζήτησε και έλαβε την τελευταία Θεία Κοινωνία στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.

Πώς θα μπορούσα να κλείσω καλύτερα αυτή την αναφορά στον ταξιδευτή, από μια δική του φράση που με άφησε κάποτε αποσβολωμένη, κι ακόμη την τριγυρίζω σαν βότσαλο στο χέρι κι όλο την λιαίνω.

Είναι από το πρώτο βιβλίο του Ρασπάιγ που διάβασα, το «Hurrah Zara!» (1998). Μου πήρε ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Στην αρχή το βρήκα άβολο, όχι μόνο γιατί ήταν ογκώδες αλλά και γιατί ο Ρασπάιγ έχει χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν οικογενειών και ονομάτων, τα οποία έπρεπε κανείς να θυμάται για να παρακολουθήσει την δράση. Οι διηγήσεις του είναι σαν την άγνωστη θάλασσα. Στην αρχή το σκέφτεσαι να βουτήξεις, μα αν μπεις δεν σου κάνει καρδιά να βγεις. Γράφει :

 “Το οικόσημο της οικογένειάς μας αποτελείται από μια δέσμη χρυσών λογχών που συνοδεύεται από το ρητό ” Είμαι πρώτα τα δικά μου βήματα”.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Pax Grecana #6: Τρεις επιλογές για την μετά-ΜένουμεΣπίτι εποχή

POST UTUBE

 

 

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν υπάρχει γυρισμός στο 1960.   Να κρύβεις το κεφάλι στην άμμο σαν να μην υπάρχει Αύριο ή να φαντασιώνεσαι το Χάνι της Γραβιάς, δεν οδηγεί σε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερο άνοιγμα στο βήμα της από σένα. Η πανδημία μας προτρέπει να αλλάξουμε και να ζήσουμε σε έναν κόσμο πιο αυθεντικό, αφήνοντας πίσω μας ροζ και γαλάζια και κόκκινα συννεφάκια.

 

23 Απριλίου-Αγιος Γεώργιος: Βασιλέων υπέρμαχος και προστάτης του Στρατεύματος

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ
Ο Αγιος Γεωργιος “ο Κουδουνάς”, θεραπευτής της παραφροσύνης. “Κουδουνάς” από τα κουδούνια με τα οποία βρέθηκε σκεπασμένη η εικόνα του το 963 το μοναστήρι που φέρει το όνομά του χτίστηκε στην Πρίγκηπο, στην θάλασσα του Μαρμαρά, επί Αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Η εικόνα του Αγίου δωρήθηκε από την Ι.Μ. της Ειρήνης της Αθηναίας

Των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, και βασιλέων υπέρμαχος, ο Τροπαιοφόρος Άγιος Γεώργιος, αγαπημένος Άγιος των Ελλήνων, γεννήθηκε το 280 μ. Χ. στην Λύδδα, και εν συνεχεία μετώκισε στην Καππαδοκία.

Γονείς του ήσαν ένας Ελληνας συγκλητικός, ο Γερόντιος, ο οποίος γεννήθηκε στην Σεβαστούπολη της Μικρής Αρμενίας, και η Πολυχρονία η οποία καταγόταν από την Λύδδα (Διόσπολη) της Παλαιστίνης.

Ο Γεώργιος κατετάγη  στον Ρωμαϊκό στρατό, όπου διέπρεψε και διακρίθηκε με την γενναιότητα, τον ηρωισμό  και την αρετή του, ιδιαίτερα στις εκστρατείες εναντίον των Περσών.  Σε ηλικία 18 ετών,  ο Δαλματικής καταγωγής Αυτοκράτωρ Διοκλητιανὸς τον έκανε Δούκα (διοικητή) και του παρεχώρησε τον τίτλο του Κόμητος στο τάγμα των Ανικιώρων της αυτοκρατορικής φρουράς, κατ᾿ εκλογὴν.

Icon8

Η αντίσταση στους διωγμούς, και το μαρτύριο

Ο Γεώργιος, ο οποίος ήταν τον καιρό του μαρτυρίου του, 28 ετών,  αντιτάχθηκε στους διωγμούς εναντίον των χριστιανών ενώπιον του Αυτοκράτορος και της Συγκλήτου. Αρνήθηκε τις τιμές που του έταξαν για να αλλάξουν την πίστη του. Τον φυλάκισαν. Τον έδεσαν με βαριές αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, τεντώνοντάς τον ανάσκελα, και τοποθέτησαν  στο στήθος του έναν βαρύ λίθο. Απέτυχαν να τον θανατώσουν.

Τότε τον έβαλαν στον τροχό, προσφιλές εργαλείο μαρτυρίου, με δίκοπες λεπίδες σαν μαχαίρια. Οι σάρκες του Γεωργίου σκορπίστηκαν και το αίμα του πότισε τον τόπο. Ο Διοκλητιανός διέταξε προς παραδειγματισμό να μην αγγίξει κανείς τις σάρκες, και απεχώρησε. τότε, φως θεϊκό κατέβηκε από τον ουρανό, κι ακούστηκε φωνή: “Ανδρίζου Γεώργιε, και αδίστακτος έσο, πολλοὶ γαρ πιστεύουσι δια σού εις εμέ”, και μια πρωτόγνωρη ψαλμωδία απλώθηκε. Οι φρουροὶ στρατιώτες έφυγαν τρομαγμένοι.  Άγγελος Κυρίου λύνει τότε τον Άγιο από τον τροχό, και με την χάρη τού Αγίου Πνεύματος, τον επαναφέρει στην ζωή, και τον ασπάζεται “εν φιλήματι αγίῳ”.

Το φως καταυγάζει τον Άγιο, που ενώθηκε όλος και έγινε ένα με το θεϊκό φως. Συγκλονισμένοι οι στρατηλάτες Ανατόλιος και Πρωτολέων, μαζί με χίλιους στρατιώτες και τους οικείους τους, διακηρύττουν την πίστη τους στον Χριστό. Πιστεύουν ακόμη οι Βίκτωρ, Ακίνδυνος,  Ζωτικός,  Ζήνων και Σεβηριανός, επίσημοι που ο Διοκλητιανός πρόσταξε να τους αποκεφαλίσουν και η Εκκλησία μας τους εορτάζει στις 20 Απριλίου.

Ο Διοκλητιανός, θορυβημένος από την θρησκευτική μεταστροφή του περίγυρού του, έδωσε διαταγή να ρίξουν τον Γεώργιο σε λάκκο με ασβέστη που έβραζε, και να τον αφήσουν επί τρεις μέρες ώστε  να λιώσουν και τα κόκκαλά του,  φρουρούμενο από στρατιώτες . Πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται και, τρεις μέρες αργότερα,  όταν ανοίγουν τον λάκκο, ο αθλητής του Θεού, βρέθηκε αήττητος, όρθιος και προσευχόμενος.

Ενώπιον του Διοκλητιανού, η Γεώργιος κηρύσσει πάλι τον Χριστό, και αυτήν την φορά παρευρίσκεται και η σύζυγος του Διοκλητιανού, Αλεξάνδρα. Ο Διοκλητιανός ζήτησε από τον Γεώργιο να του πει πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και όχι μαγείας και γοητείας.

agios-georgios-koudounas-constantinople-3

Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και τον εξαναγκάσουν να περπατήσει. Ο Άγιος προσευχήθηκε και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Τον φυλακίζουν και τον μαστιγώνουν, αλλά δεν αλλαξοπιστεί.

Ο Διοκλητιανός καλεί τότε τον μάγο Αθανάσιο, ο οποίος προσήλθε  κρατώντας δύο πήλινα αγγεία. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμον τι πίωτιν, ου μη αυτούς βλάψει, θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Ηπιε και από το δεύτερο αγγείο και πάλι δεν έπαθε το παραμικρό. Ο μάγος Αθανάσιος, ο οποίος ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, γονάτισε μπροστά στον Γεώργιο και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και φόνευσαν τον Αθανάσιο. Εκείνη την στιγμή κατέφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, η οποία επίσης ομολόγησε την πίστη της στον Θεό. Ο Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Τέλος, ο Διοκλητιανός διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Γεώργιο, και ο Γεώργιος παρέδωκε το πνεύμα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Αγιος Γεώργιος Δρακοκτόνος
Επιχρωματισμένη χαλκογραφία η οποία χαράχτηκε και τυπώθηκε το 1798, από τον μοναχό ζωγράφο Νικηφόρο που καταγόταν από το Καρπενήσι. Στην χαλκογραφία βλέπουμε και άποψη της Ι.Μ. Ξενοφώντος, η οποία τιμάται στο όνομα του αγίου. Φυλάσσεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.

 

Θρύλοι, θαύματα και παραδόσεις

Πολλοί θρύλοι σχετίζονται με τον νεαρό, ωραίο και γενναίο Γεώργιο. Ο Άγιος είναι ιδιαιτέρως αγαπητός στην Δύση όπου η λατρεία του μεταφέρθηκε από τους Σταυροφόρους, οι οποίοι μετέφεραν και τα λείψανα της μητέρας του, αγίας Πολυχρονίας, αλλά και στην Παλαιστίνη, και στον αραβικό κόσμο και μάλιστα και από τους Μουσουλμάνους, όπου τιμάται ιδιαίτερα ως σήμερα. Πολλές ιστορίες σχετιζόμενες με τον Αγιο, συνδέονται με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της περιόδου της Αραβικής εξάπλωσης και των Σταυροφοριών.

Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η ιστορία της σωτηρίας της βασιλοπούλας, ιστορία η οποία εμπνέει και τις περισσότερες γνωστές απεικονίσεις του Αγίου Γεωργίου.

Η νίκη του Αγίου επί του δράκου συνέβη στην Ανατολική επαρχία της Αττάλειας, στην πόλη Αλαγία όπου βασίλευε ο Χριστιανομάχος Σέλβιος, ο οποίος είχε βασανίσει πολλούς Χριστιανούς για να τους αναγκάσει να αρνηθούν την πίστη τους και εν συνεχεία τους φόνευε.

Κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα έτρωγε. Ο βασιλιάς συγκέντρωσε στρατό και πήγε να σκοτώσει το θηρίο, όμως δεν το πέτυχε και επέστρεψε άπρακτος. Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώσει τον δράκο, πήγαν να τον ρωτήσουν πώς θα εξοντωθεί το θηρίο. Με την συμβουλή του ιερατείου, ο βασιλιάς απάντησε ότι θα πρέπει ο καθένας τους να στέλνει το παιδί του για να το τρώει ο δράκος. Ο λαός υπάκουσε από φόβο. Όταν ήλθε η σειρά της κόρης του βασιλιά, αυτός ήταν  απαρηγόρητος. Αν και έταξε να δώσει τα πλούτη και την βασιλεία του, ο λαός επέμεινε να στείλει την κόρη του, όπως είχε διατάξει να γίνει με τα δικά τους παιδιά.

 Η κόρη κάθισε κοντά στην λίμνη και περίμενε να έλθει το θηρίο να την κατασπαράξει.

Εκείνο τον καιρό ο Γεώργιος ήταν Κόμης στο στράτευμα του Διοκλητιανού, και επέστρεφε στην μητρική του Καππαδοκία από μια εκστρατεία. Από  θέλημα Θεού  πέρασε από την λίμνη και θέλησε να ποτίσει το άλογό του και να ξεκουραστεί και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίει τρομοκρατημένη, την πλησίασε και την ρώτησε γιατί έκλαιγε και γιατί ο λαός είχε συγκεντρωθεί και την παρακολουθούσε μέσα από τα τείχη. Η κόρη τον παρεκάλεσε να καβαληκέψει το άλογό του και να φύγει,  γιατί κινδύνευε, και ήταν τόσο νέος και ωραίος. Ο Άγιος επέμεινε να μάθει τι της συνέβη, κι ορκίστηκε στον Θεό ότι δεν θα την αφήσει μόνη, αλλά θα την ελευθερώσει, κι αν δεν τα καταφέρει θα πεθάνει μαζί της. Της ζήτησε να πιστέψει στον Χριστό, και ο Χριστός θα καταργήσει την δύναμη του θηρίου, θα ελευθερωθούν οι ίδιοι, και  θα διώξουν τον φόβο του θηρίου από όλους τους κατοίκους. Η κόρη συμφώνησε και ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό.

Ο Γεώργιος γονάτισε, σήκωσε τα χέρια του σε δέηση και προσευχήθηκε. Όταν το θηρίο εμφανίστηκε, ο Γεώργιος έτρεξε να συναντήσει τον δράκο που ήταν τρομερός, με μεγάλα δόντια, κι έβγαζε από τα μάτια του φωτιές. Ο Γεώργιος έκανε το σημείο του  Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό, για να πιστέψει ο λαός στο όνομα Σου το Άγιο» . Τότε, ο φοβερός δράκοντας έπεσε στα πόδια του αλόγου του Αγίου και βρυχάτο. Ο Γεώργιος ζήτησε από την βασιλοπούλα να βγάλει την ζώνη της και να δέσει με αυτή τον δράκοντα από τον λαιμό.  Ο Γεώργιος ανέβηκε στο άλογό του, και είπε στην βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλη».

Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο θέαμα, η κόρη να σέρνει δεμένο τον δράκοντα, τράπηκαν σε φυγή. «Μη φοβάστε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και την σωτηρία σας» τους είπε ο Άγιος. Τότε σταμάτησαν απορημένοι και περίμεναν να δουν τι θα τους δείξει. Τους προέτρεψε να πιστέψουν στον Χριστό, και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Τότε ο Αγιος σήκωσε το χέρι του, χτύπησε με το ακόντιο τον δράκοντα, και το φοβερό τέρας σκοτώθηκε. Έπειτα παρέδωσε την βασιλοπούλα στον βασιλιά.

Ο Γεώργιος κάλεσε από την Αντιόχεια τον επίσκοπο Αλέξανδρο και βάπτισε τον βασιλιά, τους άρχοντες και όλο τον λαό. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες.

Αφού βαπτίστηκαν, έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία. Μόλις ο Γεώργιος μπήκε στο Άγιο βήμα και προσευχήθηκε, ανάβλυσε πηγή αγιάσματος και σκορπίστηκε ευωδία στον ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.

maxresdefault
Τα πολλά προσωνύμια του Αγίου Γεωργίου 
Ο Αγιος Γεώργιος είναι ένας ιδιαίτερα δημοφιλής Αγιος. Πολλές περιοχές του προσφέρουν λοιπόν δικά τους επώνυμα, και τον κάνουν έτσι δικό τους, συνδέοντάς τον με εκκλησίες, μοναστήρια, τοπωνύμια, γεγονότα, ιδιότητες και θαύματα.

-Στον Πόντο λέγεται Αέρις. Oι Τούρκοι τον αποκαλούσαν Αὲρτς ο Ζαντών, δηλαδή Άγιος Γεώργιος ο Τρελός, γιατί τούς τιμωρούσε παίρνοντάς τους το μυαλό.

-Στην Θράκη λέγεται Αράπης και Αρακλειανός (Ηρακλειανός). Αράπης επειδή ο Άγιος στην θαυματουργὴ εικόνα του η οποία βρισκόταν στην Ηράκλεια της Προποντίδος παρουσιάζεται μαύρος καθώς είναι ανάγλυφη από μαύρη πέτρα.

-Στην Καστοριὰ και αλλαχού, είναι γνωστός ως Ἅϊ-Γιώργης ο Γοργός, επειδή είναι πολύ ταχύς στην βοήθεια αυτών που τον επικαλούνται.

-Στην Κρήτη είναι γνωστός ο Αϊ-Γιώργης ο Διασορίτης , όνομα σχετιζόμενο με την ορεινή λατρεία του Διός.

-Στην Ιμβρο εορτάζεται ο Ἅϊ-Γιώργης ο Ζούρος, επειδή θεραπεύει την ζούρα, την φυματίωση, τον μαρασμό.

-Στην Κάσο ονομάζεται Αϊ-Καλλάρης, κι αλλού Ἅϊ-Καβαλάρης, επειδή είναι έφιππος Αγιος.

-Την γιορτή της ανακομιδής των λειψάνων του, στις 3 Νοεμβρίου, την ονομάζουν· τοῦ Κρασά, ή του Μεθυστή, επειδή την μέρα αυτή άνοιγαν τα νέα κρασιά, ενώ στην Κύπρο λέγεται Αϊ-Γιώργης του Σπόρου ή του Σποράρη, γιατί απὸ την ημέρα αυτὴ αρχίζει η σπορά των δημητριακών απὸ τους γεωργούς.

Στο Αγιο Όρος υπάρχει κελλὶ του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου. Μια νύχτα, πήγαν ληστὲς με σκοπό να κλέψουν τους δυὸ Γέροντες που έμεναν εκεί. Τους άνοιξε με καλοσύνη ένας νέος και τους οδήγησε στο αρχονταρίκι, μέχρι να φωνάξει τον Γέροντα. Περίμεναν αρκετή ώρα, και αφού δεν είδαν κανέναν είπαν να αρχίσουν την ληστεία. Αλλὰ τότε κατάλαβαν ότι ήσαν αοράτως δεμένοι. Απὸ τις φωνές τους, σηκώθηκαν οι Γέροντες και τους είδαν. Έφεραν απὸ την εκκλησία την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και οι ληστές αναγνώρισαν το παλληκάρι που τους είχε ανοίξει. Μετανοημένοι έπεσαν και προσκύνησαν τον Αγιο. Ο ένας μάλιστα από αυτούς ασκήτεψε στα Καρούλια, όπου και έκτισε την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Μετά από αυτό το θαύμα, το κελλὶ πήρε το όνομα Αγιος Γεώργιος Φανερωμένος.

Πολλές φορές δίνουν στον Αγιο το όνομα τού κτήτορος του ναού, π. χ. ο Αϊ-Γιώργης ο Μαχαιράς, ή ο Αϊ-Γιώργης ο Τραχύς· και οι δύο αυτοί ναοί βρίσκονται στην Νάξο. Ο ένας ανήκει στην οικογένεια των Μαχαιράδων, και ο άλλος σε κάποιον ονόματι Τραχύ. Στην Πόλη υπάρχει ο Αϊ-Γιώργης ο Αγριδιανός. Στην Χίο αποκαλούν τον Αγιο Γεώργιο Πεζόστρατο και Κητοκτόνο. 

Τα πιο γνωστά του προσωνύμια είναι βέβαια Θαυματουργός και  Τροπαιοφόρος. Τον ονομάζουμε Θαυματουργό λόγω των απείρων θαυμάτων που πραγματοποιεί σε όποιους τον επικαλούνται με πίστη και Τροπαιοφόρο επειδὴ έστησε αναρίθμητα τρόπαια, δηλαδή κατήγαγε νίκες, ως Αξιωματικός στον Ρωμαϊκό Στρατό, αλλά και επειδή θριάμβευσε εναντίον τού κακού και νίκησε τον διάβολο. Λέγεται και Μέγας επειδή θεωρείται ο κορυφαίος των αθλητών και Μαρτύρων.

Η εορτή του Αγίου Γεωργίου

Ο Άγιος Γεώργιος είναι κατ΄εξοχήν λαμπρός και αναστάσιμος Άγιος. Η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Απριλίου. Εάν όμως το Πάσχα πέφτει μετά τις 23 Απριλίου, τότε η μνήμη του εορτάζεται την επόμενη μέρα του Πάσχα (Δευτέρα της Διακαινησίμου).

Στις 3 Νοεμβρίου εορτάζεται η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του, και η ανάμνηση των εγκαινίων του ναού του στην Λύδδα της Ιόππης.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Γεωργηθείς ὑπό Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργός Τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ· σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν, εὐφροσύνῃ θερίζεις· ἀθλήσας δὲ δι᾽ αἵματος, τὸν Χριστόν ἐκομίσω· καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις πταισμάτων συγχώρησιν.

Hans_Süß_von_Kulmbach_Heiliger_Georg
Ο Άγιος Γεώργιος είναι ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας, της Γεωργίας, του Ελληνικού Πεζικού αλλά και του Πορτογαλικού Στρατού και Ναυτικού.

Κατά την εκστρατεία των Τούρκων εναντίον του Χριστιανού Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Στεφάνου, ο ηγεμόνας ζήτησε την βοήθεια του Χριστού. Είδε στον ύπνο του τον Άγιο Γεώργιο ο οποίος τον εμψύχωσε και του είπε να έχει πίστη στον Θεό και να επιτεθεί εναντίον του εχθρού τον οποίο και θα νικήσει. Την άλλη ημέρα διηγήθηκε το όνειρο στα Στρατεύματά του και τα διέταξε να επιτεθούν κρατώντας στα χέρια την εικόνα του Αγίου. Έτσι το Θαύμα έγινε.  Ο εχθρός νικήθηκε και τράπηκε σε άτακτο φυγή. Από τότε ο Ηγεμόνας Στέφανος τοποθέτησε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου στις Σημαίες, και αργότερα σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, επικράτησε οι Σημαίες του Πεζικού, που προπορεύονται στις μάχες και στις θυσίες, να φέρουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.  Με Βασιλικό Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε το 1864 θεσπίστηκε οριστικά από την Πολιτεία να φέρουν οι Πολεμικές Σημαίες την εικόνα του, και με άλλο Βασιλικό Διάταγμα το 1953 καθιερώθηκε ως γιορτή του Πεζικού και των υπολοίπων Όπλων και Σωμάτων του Στρατού, εκτός του Πυροβολικού, η 23η Απριλίου, ημέρα που μαρτύρησε ο Άγιος Γεώργιος.

ceb15

 

2020: Το διαφορετικό Πάσχα των Ελλήνων

93991537_10158277149329583_2914063313799217152_n
Φωτογραφία των Σπετσών, του διεθνούς φήμης φωτογράφου Neil Campion.

Παίρνει σιγά-σιγά την θέση του στις αναμνήσεις μας και το Πάσχα του 2020.
Συμπέρασμα πρώτο, οι Έλληνες βρήκαν τον δρόμο να γυρίσουν προς τις παραδόσεις μας, και μάλιστα τις ακολούθησαν με ενθουσιασμό.
Συμπέρασμα δεύτερο, τα έθιμα της πατρίδας, μας ενώνουν.
Ακόμα και κάποιοι που συνήθως διαμαρτύρονταν, ήθελαν να ακούσουν τις καμπάνες, παρακολούθησαν τις Ακολουθίες και την λειτουργία της Αναστάσεως, βγήκαν στα μπαλκόνια με κεριά, κι ας μην είχαν πάρει το Αγιο Φως, κάποιοι έκαναν τα αδύνατα-δυνατά, σαν τους πρώτους Χριστιανούς για να το εξασφαλίσουν, και η Ελλάδα ολόκληρη σείστηκε και φωτίστηκε από τα πυροτεχνήματα !
Συμπέρασμα τρίτο, ο λαός μας μπορεί καλύτερα χωρίς ινστρούχτορες, χωρίς επιβολές, χωρίς υποκρισίες επαγγελματιών “θεοσεβούμενων”,  και τους πολιτικάντηδες που ψάχνουν να καρπωθούν πολιτικά οφέλη από την πανδημία, στο περιθώριο.
Είναι αλήθεια ότι είμαστε “έθνος ανάδελφο” και ιδιόρρυθμο. Ε και; Οταν πρέπει, το χρέος μας το κάνουμε και με το παραπάνω.
Ξέρω ότι από αύριο μεθαύριο, (στους μονίμως χολωμένους με την Ανάσταση/την ζωή/τα ρούχα τους γυρίζουμε την πλάτη), θα αρχίσουν οι έριδες και η διχόνοια, γιατί πάντα κάποιοι θα είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν κάποιους άλλους -για το “like” ρε γμτ-, και θα πετούν την σκούφια τους για να κατηγορήσουν όσους νομίζουν ότι απειλούν όσα θεωρούν κεκτημένα τους… μέχρι τον επόμενο Covid, τον επόμενο “εχθρό”, το επόμενο επουσιώδες διχαστικό χαράκωμα.
Και του χρόνου με Υγεία, και με διαβασμένα κι εμπεδωμένα τα μαθήματα της Σαρακοστής του 2020.
Πάνω από όλα, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Σε καιρό πολέμου

 

Παράδοξο πρώτο. Αρχή της Άνοιξης και είμαστε ταμπουρωμένοι στα σπίτια μας. Όσοι κυκλοφορούν θεωρούνται εν δυνάμει εγκληματίες. Ένα αόρατο κακό περιδιαβαίνει ανάμεσά μας. Αόρατο και ύπουλο όπως όλα όσα μας έφεραν ως εδώ, σε αυτό το χείλος της παγκόσμιας αβύσσου.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι λαοί μας χειραγωγήθηκαν να πιστέψουν πως μια αποφυγή ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου θα διέσωζε την ανθρωπότητα από τον χαμό της. Όπως φαίνεται τώρα, η απραξία και η αδράνεια, η νάρκωση και ο συμβιβασμός, και πλέον ο φόβος, προκαλούν ίδια και πιο τρομακτικά και δυσεξήγητα δεινά. Ο λόγος ύπαρξης της μεταπολεμικής πατσιφιστικής κοινωνίας , εξαϋλώνεται. Τώρα, θα πρέπει ο καθείς να αγωνιστεί , σήμερα για μια εξάδα χαρτιά υγείας, αύριο για ένα όπλο, μεθαύριο για την ζωή του.

Εάν σήμερα βρισκόμαστε αιωρούμενοι μεταξύ αυτού που αφήνουμε πίσω μας στο ανοιγόκλεισμα του ματιού, και αυτού προς το οποίο πηγαίνουμε, είναι γιατί προτιμήσαμε το πείραμα μιας κοινωνίας φτιαγμένης από ανθρώπους έναντι μιας κοινωνίας οργανωμένης από φυσικούς νόμους -κάποιοι εξ ημών τους αποκαλούμε θεϊκούς.

Κλειδαμπαρωμένοι την πρώτη μέρα της Άνοιξης, ενώ η Φύση μας καλεί να βγούμε και να χαρούμε, κοιτάζουμε τα δεδομένα να γίνονται ζητούμενα, πιο γρήγορα από ό,τι αλλάζουν (ή μήπως “άλλαζαν”) οι αριθμοί των πτήσεων στα πολυσύχναστα αεροδρόμιά μας.

Δέσμιοι της ζωής που χτίσαμε με κόπους, είναι η αλήθεια, και επενδύσεις σε διαβάσματα και θυσίες προσωπικές και οικογενειακές, πετάξαμε συλλογικά ψηλότερα από ό,τι μας επέτρεπαν τα κέρινα φτερά μας. Ο Homo Deus που εξυμνήθηκε σε “αθώες” ταινίες επιστημονικής φαντασίας και μελλοντολογικής δυστοπίας, είναι ένα εργαστηριακό δημιούργημα που εμπότισε την ανθρώπινη φύση τόσο αόρατα και σιωπηλά όπως η μέρα της έκρηξης στην Χιροσίμα.

Αν σήμερα βρισκόμαστε σε κατ’ οίκον περιορισμό, λαθρεπιβάτες μιας ζωής που θα ορίζεται οσονούπω από ξένους μισθοφόρους, δεν έχουμε άλλον να κατηγορήσουμε από την ραθυμία και την αναβλητικότητά μας. Όλοι, ιδιώτες και επίδοξοι σωτήρες, έκαναν λόγο για μια Ελλάδα που θα επεδίωκε είτε το τεχνολογικό άλμα -και θα γινόταν η Σίλικον Βάλεϋ των Βαλκανίων-, είτε την “επιστροφή στην πρωτογενή παραγωγή”, σύμβολο ενός πλαισίου αξιών που προτιμώ να το αποκαλώ Παράδοση. Κανείς δεν σήκωσε τα μανίκια, κανείς δεν φρόντισε να οργανώσει αυτό ή το άλλο κίνημα όχι με βερμπαλισμούς και μικροκομματική στόχευση, αλλά με πράξεις εθνικής συναδέλφωσης και εθνικού φιλοτίμου, ώστε να το κάνει αντάξιο των προκλήσεων που έρχονταν.  Τα σημάδια ήσαν εκεί. Στην κατάρρευση του συστήματος του ψεύτικου, χωρίς αντίκρυσμα σε χρυσό,  χάρτινου και οσονούπω πλαστικού  χρήματος, είτε ως πνιγμός από την πλημμυρίδα της Ασίας και της Αφρικής στις ακτές και στις στεριές της Ευρώπης, εσχάτως και ως ασφυξία από “πνευμάτων αερίων τα πλήθη”.

Όσες κραυγές αντιδράσεως ακούγονται, είναι αντιδράσεις και όχι αντιστάσεις, και είναι μουγκές,  διαβάζονται σιωπηλά και απομονωμένα όπως συνηθίσαμε να ζούμε, ο καθένας προσκολλημένος στην οθόνη του άυλου ηλεκτρονικού του μικρόκοσμου.  Άναρθρες και αστήριχτες, χωρίς πρόταση εναλλακτικής αντιμετωπίσεως της καταστάσεως, θα σωπάσουν μαζί με τα πρώτα κουτιά με αποτεφρωμένους συγγενείς που θα έχουν ψοφολογήσει στα πλακάκια ενός καταυλισμού μελλοθανάτων.

Από το 1945 και μετά γίναμε από πολίτες άτομα, και από άτομα καταναλωτές, αδηφάγοι χοίροι, εκμεταλλεύσιμοι από χοιρινά πιο ίσα από εμάς. Καταναλώσαμε τον κόσμο που κάποιοι προπώλησαν,  έναν κόσμο χωρίς σύνορα και χωρίς όρια. Η πόρτα άνοιξε, το τρενάκι του τρόμου αδειάζει τους επιβάτες του.

Εάν διατηρήσεις την ζωή και την συνείδησή σου σε αυτήν την μετάβαση, και ξυπνητός διαβείς το κατώφλι της Επόμενης Μέρας, θα είσαι ο πιο άγνωστος και ο πιο αληθινός εαυτός σου. Κι επειδή δεν μπορείς να παλέψεις τον χρόνο που θα πάρει αυτή η μεταμόρφωση, μπορείς να τον συντροφέψεις. Από το παράθυρο θα βλέπεις πίσω σου να ξεμακραίνει η ζωή που φώναζε “τρέξε να με πιάσεις” και “βιάσου να φέρεις την αλλαγή”. Τώρα ξέρεις πως ο Χρόνος δεν βιάζεται, αλλά οι αλλαγές έρχονται όταν έρθει η ώρα τους.  Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι θα είσαι παθητικός. Καθώς θα έρθουν οι περικοπές στο ίντερνετ και στο γουάι φάι, θα αναγκαστούμε να συνομιλήσουμε, να ζητήσουμε, να παρακαλέσουμε, να απαιτήσουμε.

Η φαντασία  που είχε ισοπεδωθεί από τις οθόνες, θα επανέλθει, προκειμένου να επιβιώσουμε. Οι επαναστάτες των ορέων θα ξεχωρίσουν από τους επαναστάτες των καναπέδων.

Αυτό που θα ζήσουμε, δεν θα είναι μια ακόμη “κρίση” ,  αλλά επιστροφή στην ομαλότητα. Η φρενήρης στροφή γύρω από τον γη θα σταματήσει. Ο άνθρωπος, ο ανίκανος να δαμάσει την πείνα του, δεν είναι Θεός, ούτε πετάει, ούτε δικαιούται να προκαλεί το απέραντο Διάστημα με τα παιχνίδια του.

Ο διπλανός θα γίνει πάλι απειλή και φίλος. Η χούφτα αλεύρι στην ποδιά θα φτιάχνει ξανά γλυκό ψωμί.

Ας κρατηθούμε στο ύψος αυτών που συμβαίνουν . Στο τέλος θα επιβιώσουν οι στρατιώτες, οι γεωργοί και οι ποιητές, και μαζί θα διασχίσουμε το νέο ανθρώπινο “μπορώ”.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ