Ορφικός ύμνος στην Αφροδίτη

Αφροδίτη και Παν
Αντόλφ Αλεξάντρ Λεσρέλ (1839-1929) Παν και Αφροδίτη

Ουράνια, πολυύμνητη Αφροδίτη που αγαπάς το γέλιο,
Θαλασσογέννητη γενέτειρα Θεά, που αγαπάς την νύχτα,
σεβάσμια νυκτερινή ζεύκτειρα,
δολοπλόκα ανάγκης μητέρα.

Τα πάντα απο σένα προέρχονται
ω ζευκτειρία κόσμου δύναμις,
στα χέρια σου κρατάς
των τριών βασιλείων τα πεπρωμένα

Εσύ γεννάς όλα όσα στον ουρανό βρίσκονται
και όσα στην Γαία την πολύκαρπη,
και όσα στης θαλάσσης τα βάθη

Ω σεβαστή πάρεδρε του Βάκχου που αγαπάς την θάλασσα,
χρήσιμη στους γάμους , των Ερώτων Μητέρα
πειθηνία κλινόχαρη, κρυφίας χαράς δώτειρα
φανερή και αφανέρωτη ποθεινομάλλα ευπάτειρα

Νυφική συνδαιτημόννισα θεών
σκηπτρούχε Λύκαινα
γεννοδότειρα φίλανδρη, ποθεινοτάτη ζωοδότρα
η ζεύουσα τους θνητούς με αχαλίνωτες ανάγκες
που και των θηρίων τα πολυάριθμα γένη
κάνεις να ερωτομανούν ωσάν να ευρίσκονται
υπό την επήρεια φίλτρου μαγικού !

΄Ελα, Κυπρογέννητη από θεϊκή γενιά,
είτε είσαι στον ΄Ολυμπο όπου ως Θεά Βασίλισσα
χαίρεσαι την ωραία σου μορφή,
είτε στης λιβανομυρωμένης Συρίας
τις οδούς διαμένουσα υπηρετείς,
είτε όταν στις  πεδιάδες,
από χρυσοκαμωμένα άρματα,
της ιερής Αιγυπτιακής γης
εποπτεύεις τα εύφορα εδάφη

είτε αν με κυκνοήλατα διασχίζεις άρματα
τη, φουσκοθαλασσιά του ωκεανού
και ερχομένη χαροποιείς τα κήτη της θάλασσας
που κυκλοτερώς για σένα χορεύουν

είτε αν τις μαυρομάτες φαιδρύνεις νύμφες
που σε γη ηλιόλουστη ,
σε αμμουδερούς αιγιαλούς ξαπλώνουν
και για χάρη σου χοροπηδούν με ευθυμία

Είτε στην γενέτειρά σου την Κύπρο
είσαι βασίλισσα με τον σύντροφό σου εκεί όπου καλλίγραμμες και αδάμαστες νύμφες
καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους υμνούν
εσένα, μακαρία Θεά, και τον θεϊκό σου υπέροχο
και αγνό ΄Αδωνη.

Ελθέ Μακαρία Θεά
εσύ που υπέρτερα αξιέραστη μορφή έχεις.

Διότι σε επικαλούμαι με πνεύμα ταπεινό

και καθαγιασμένους λόγους.

Advertisements

Πρωτοχρονιά

Kalanta_paidia_Skitso

Ανοίξετε τη πόρτα σας
τα κάλαντα να πούμε
και βάλτε και μιά ρακή,
για να σας ευχηθούμε

Ταχιά ταχιά’ναι αρχιχρονιά
Πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.

Και εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιος Βασίλης

Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,

η χάρη σου το βλόγησε
με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.

Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.

Φέρε καρύδια, κάστανα,
πανιέρια λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί
να πιουν τα παλικάρια

Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν’ και ζευγαράκι

Και από το λαδοπίθαρο
σκια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περσότερο
κρατούμε ‘μείς ασκάκι

Τέσσερα πέντε πράγματα
που τάχει η περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας
να πούμε καλησπέρα.

 

Η Αθήνα μου

1960-Χριστουγεννιάτικη-Αθήνα

Θυμάμαι μιαν Αθήνα διαφορετική.
Θυμάμαι τέτοια εποχή τις γυναίκες να προχωρούν στη Σταδίου με τα ψηλά τακούνια τους και τα μακριά παλτό τους κρατώντας χρωματιστές νάυλον τσάντες και τη λουστρίνι τσάντα τους περασμένη κομψά στο χέρι.
Ανεβαίνουν τη Σταδίου, στον Προμηθέα για βιβλία κι επιτραπέζια, κατεβαίνουν στον Κατράντζο να ψωνίσουν για το σύζυγο, το γιο, τον αδελφό, στο Λαμπρόπουλο για τις δικές τους μικρές πολυτέλειες, και στο Μινιόν για να χαζέψουν με τα παιδιά τη βιτρίνα με τον Αη Βασίλη και τα ξωτικά που κινούν πάνω-κάτω τα χέρια τους φτιάχνοντας νυχθημερόν τα πρωτοχρονιάτικα δώρα που θα μπουν σε λίγες μέρες κάτω από το δέντρο.

Στις βιτρίνες του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου στριμώχνουμε τις μύτες μας στο τζάμι για να ρουφήξουμε τη μαγεία των τέλεια εορταστικών διακοσμήσεων.
Μετά θα ανεβούμε στον έβδομο για να φωτογραφηθούμε με τον Αη Βασίλη και να μας δώσει από το σακούλι του ένα δώρο.

Μπορεί και σε άλλες πόλεις του κόσμου άλλα παιδιά να κάνουν το ίδιο, την ίδια ώρα με μας. Αλλά για μας, αυτός είναι ο κόσμος μας, η Σταδίου, η Ρόμβης, η Μητροπόλεως. Τα μαγαζιά όπου οι μαμάδες μας κάνουν με ακρίβεια και προσμονή τις αγορές τους. Στο Salon Vert για υφάσματα, για κασμίρια και φόδρες στην Αθηναία, για κουμπιά, πατρόν και μπουτουνιέρες στην Ρόμβης.

Τα στρογγυλεμένα από το χρόνο, απαλά στο άγγιγμα ράφια του Προμηθέα, η μυρωδιά από τα βιβλία στον Αστέρα, κι απέναντι, τα ηλεκτρικά τρενάκια που ταξίδευαν μέσα από χιονισμένα έλατα και γραφικά βαυαρέζικα χωριουδάκια, και που μόνο τ’ αγόρια μπορούσαν να αποκτήσουν.
Αυτόν τον κόσμο τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε σαν τον κάλο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μας χεριού, σημάδι και απόδειξη της μελετηρής μας σχολικής ζωής.

Μέχρι που κάποιοι, καθώς μεγαλώναμε, καθηγητάδες και γραφειάδες, μας είπαν με ύφος περισπούδαστο πως ο κόσμος που φτιάξαν οι γονείς μας ήταν λέει, αστικός, και γι’ αυτόν θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Μας έδειξαν παιδάκια σκελετωμένα στην Αφρική και γέμισαν το μυαλό μας τύψεις για τα παιχνίδια μας, για τις μανάδες μας, για το κυριακάτικο ψητό στο φούρνο με πατάτες. Εκείνοι, ήξεραν, έλεγαν, κάποιον τρόπο καλύτερο, έναν κόσμο όπου όλοι θα μοιράζονταν όλα, όπου όλοι θα ζούσαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι.

Εκείνο που δεν μας είπαν ήταν ότι τον κόσμο αυτό θα τον έφτιαχναν ισοπεδώνοντας τον δικό μας, ότι θα έφτιαχναν τον ψευδόκοσμό τους παίζοντας στο χρηματιστήριο τις συντάξεις των γονέων μας, ότι θα πουλούσαν και την μαύρη τους ψυχή για να κερδίσουν αξιώματα, φήμη και χρήμα, και ότι θα μας κοιτούσαν από πάνω με υπεροψία γιατί τάχαμου ήξεραν πως ο κόσμος μας ο αστικός, ο ελληνορθόδοξος, ο τακτοποιημένος δεν θα κρατούσε πολύ, αφού φρόντισαν οι ίδιοι με τη δική μας ένοχη αφέλεια να τον καταστρέψουν.

Κι όμως. Αυτή η Αθήνα, αυτοί οι δρόμοι, αυτές οι όχι τόσο μακρινές μνήμες είναι η ζωή μας. Οι δρόμοι όπου βαδίζαμε ασφαλείς και χαρούμενοι, οι γειτονιές μας που γυρίζαμε ξημερώματα χωρίς κανείς ποτέ να μας πειράξει, είναι η πατρίδα μας.

Είναι η δουλειά των γονιών μας, είναι το τραύμα του παππού μας το ’40, είναι το αίμα του προπάππου μας το ’21, είναι μια μακριά συστάδα από απελάτες και ραψωδούς, από γεωργούς και πολεμιστές. Είναι οι ατελείωτες ώρες της μάνας μας πάνω στη βελόνα, είναι τα τραχιά χέρια της γιαγιάς μας στον τρύγο, είναι οι ευχή της προγιαγιάς μας να ξεπροβοδίζει τον παππού μας για το μέτωπο, είναι ένα μακρύ χοροστάσι από γυναίκες που μας γέννησαν και μας ανέθρεψαν. Αυτοί έφτιαξαν τις γειτονιές που ζούμε, τα μαγαζιά που ψωνίζουμε, τις ανέσεις που απολαμβάνουμε. Και τίποτα, μα τίποτα από αυτά δεν είμαστε διατεθειμένοι να χαρίσουμε σε κανέναν λεχρίτη αριστεριστή, σε κανέναν πρεζέμπορο, σε κανέναν μαστροπό, σε κανένα περισπούδαστο ψώνιο, ό,τι χρώμα κι αν έχει το δέρμα του.

Γι’ αυτήν την Αθήνα, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα χωριά, γι’ αυτές τις αναμνήσεις που είναι η ζωή μας και δεν τη χαρίζουμε, δεν την πουλάμε, δεν τη χρωστάμε σε κανέναν τοκογλύφο, σε κανέναν πολιτικάντη, σε κανέναν νταβατζή, έλληνα ή ξένο.

Γιατί η ζωή μας δεν είναι δική μας να την παραδώσουμε, να τη χαρίσουμε ή να την πετάξουμε στα σκουπίδια. Είναι η ζωή των προγόνων μας και η ζωή των παιδιών μας. Είναι ο σπόρος της ζήσης μας, ο σπόρος της Φυλής μας. Γι’ αυτή τη ζωή, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα θηκάρια των προγόνων μας θ’ αγωνιστούμε. Και πάνω απ’ όλα, για το παιδί που ζει μέσα μας, αιώνια έφηβοι, αιώνια ελέυθεροι, αιώνια΄Ελληνες. Ζήτω η Νίκη!

Η ΟΧΙΑ

Χειμώνας: Ακολούθησε την καρδιά σου

 

cutty_sark_6_2_1

Χειμώνας. Είναι, δεν είναι… Δεν ξέρω. Αν πιστέψω αυτούς που ξέρουν, ζούμε σ’ ένα τεράστιο θερμοκήπιο, που περιμένει τον Αρθούρο να το κόψει κομμάτια με το Εξκάλιμπερ.

Πες με ρομαντική, μα όταν περάσει κι ο Οκτώβρης με το μικρό καλοκαιράκι τ’ Αηδημητριού, έρχονται στο μυαλό μου εικόνες. Η δασκάλα φοράει παπούτσια με κρεπ στις σόλες και βηματίζει στο πράσινο μωσαϊκό. Η δασκάλα ζεσταίνει τα χέρια στη σόμπα για να πιάσει την κιμωλία. Εικόνες από τα σχολικά βιβλία της πρώτης, δευτέρας, τρίτης δημοτικού. Η σημαιοστολισμένη σκηνή στο ισόγειο σχολείο. Η οικογένεια Κυριακή στην εκκλησία. Η οικογένεια στο τραπέζι. Το όργωμα. Ο καστανάς. Ο μπαμπάς γυρίζει στο σπίτι απ’ τη δουλειά. Τα παιδία παίζει. Τι κι αν δεν τα έζησες αυτά; Τι κι αν δεν τα έζησα; Τι κι αν οι εικόνες διαφέρουν; Χειμώνας θα σημαίνει πάντοτε καιρό για όνειρα.

Έρχονται ώρες που πρέπει να κάνεις το βήμα. Να σταθείς μακριά. Μακριά από τον εαυτό σου. Μακριά από αυτά που κουβαλάς και σε βαραίνουν. Τότε πρέπει να γκρεμίσεις. Τότε πρέπει να κάνεις χώρο για να χτίσεις. Για να φτιάξεις τον κόσμο σου, όπως τον κουβαλάς εσύ στην ψυχή σου. Πρέπει να ακολουθήσεις το Αρχέτυπο. Το ξέρεις. Ο Χειμώνας είναι μια τέτοια εποχή. Εποχή που αναγεννά το Αρχέτυπο. Τον Άνθρωπο της σπηλιάς, τον εφευρέτη, τον γεωργό, τον πειραματιστή, τον κυνηγό.

Πολλές φορές αναρωτιέσαι πώς θα ήταν η ζωή σου αν… Μα, όπως ακριβώς θα την ήθελες! Το θέμα είναι πως έχεις τώρα δα μια ζωή που όμοιά της δεν υπάρχει. Πώς είμαστε μοναδικοί, όπως μοναδικές είναι οι στιγμές, όπως μοναδικά είναι τα όνειρά μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάρουμε την απόφαση. Και να τα ακολουθήσουμε. Όπως μπορούμε, όσο μπορούμε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το βήμα. Το πρώτο βήμα. Και το δεύτερο. Και ξέρεις κάτι; Όσο πιο μεγάλο το όνειρο, τόσο πιο πολλές οι πιθανότητες να γίνει αλήθεια. Όσο πιο πολλοί μοιραζόμαστε, πιστεύουμε, δουλεύουμε για τα ίδια όνειρα, τόσο μεγαλώνει η βεβαιότητα πως θα τα κάνουμε πραγματικότητα.

(Τρόπος Ναζείς, Περιοδικό Αντεπίθεση, 11/07)

Των Ταξιαρχών

 

8 Νοεμβρίου: Σύναξη των Ταξιαρχών, επί κεφαλής των αγγελικών ταγμάτων, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Υπάρχουν μυριάδες αγγέλων, οι οποίοι είναι προστάτες και φύλακες των ανθρώπων, αλλά τέσσερις αναφέρονται ονομαστικά, οι Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ και Ουριήλ. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο Στρατηγός των Αγγελικών δυνάμεων, και αυτός που μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ αναγγέλλει την σύλληψη και παραστέκει την κυοφορία, και, ως γνωστόν είναι αυτός που ανήγγειλε στην Παναγία την έλευση του Θεανθρώπου. Ο αρχάγγελος Ραφαήλ είναι ένας εκ των επτά αγγέλων της Αποκαλύψεως, ο οποίος κρατώντας χρυσό θυμιατό προσφέρει στον θρόνο του Θεού τις προσευχές των πιστών. Ο αρχάγγελος Ουριήλ είναι αρχηγός αγγελικής παράταξης, λευκός σαν το χιόνι, ολοφώτεινος και σαγηνευτικός. Εποπτεύει με συμπόνοια την Φύση-και την φύση των ανθρώπων.

Σύμφωνα με τον πολιούχο των Αθηνών, Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, οι άγγελοι χωρίζονται σε τρεις τάξεις και εννέα τάγματα. Ιεραρχικά:

Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι

Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις

Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι

Επειδή οι άγγελοι πολεμούν και μάχονται τους κακούς δαίμονες, κατακτώντας τους αιθέρες, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο προστάτης της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι προστάτες Άγιοι της Μυτιλήνης, των Σερρών, του Αιτωλικού και του Κορυδαλλού Αττικής.

«Οι γριές νηστεύανε  στη χάρη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ  για να τους πάρει εύκολα την ψυχή και να μην παιδεύονται, όταν ήταν να αποθάνουν». Το έθιμο λέει ότι την παραμονή της γιορτής δεν αφήνουν παπούτσια έξω από το σπίτι για να μην τα δει ο άγιος και θυμηθεί να «περάσει από το σπίτι τους».

Γεώργιος Γεωργαλάς (1918-2016)

%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82_%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%82

Ενας από τους οξύτερους νόες της Πατριωτικής διανόησης, ο Γεώργιος Γεωργαλάς, δεν είναι πια εδώ. Με καταπονημένο το σώμα αλλά άσβεστο το πνεύμα αγωνίστηκε ως το τέλος της επίγειας ύπαρξής του για τα Ελληνικά ιδανικά, καθοδηγώντας και συμβουλεύοντας επαναστατικά και πατρικά.

Με πλήρη γνώση του τι εστί Κομμουνισμός, αφού τον γνώρισε και τον μελέτησε ο ίδιος εκ του σύνεγγυς, στάθηκε σταθερά στο πλευρό όσων πίστεψε πως έχουν την φλόγα της καρδιάς, και το ατσάλι του νου, για να κάνουν πραγματικότητα το όραμα μιας νέας, αναγεννημένης Ελλάδας.

Μετρ της Ψυχολογίας των Μαζών, υπήρξε πολυγραφότατος με κορυφαίο και αξεπέραστο έργο του την Προπαγάνδα. Ακόμη ιερότερη η φιλία και η εκτίμησή του σε καιρούς χαλεπούς, στους οποίους στάθηκε ακλόνητα επαναστάτης και δάσκαλος σοφός.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί αύριο στις 15.00 στον Ι.Ν. Αγ.Σεραφείμ και Προφήτη Ηλία στην Παλαιά Πεντέλη.

Ας είναι ελαφριά η Ελληνική γη που θα τον σκεπάσει.

Ευχαριστώ.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

bonfire 1914

 

«Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ‘βλεπαν

κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό

πάνω νερά∙

να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο

στα τυφλά πεισματάρης

και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα

σαν το πολύροζο λιόδεντρο –

άφησε κι ας γελούν.

Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος

στη σημερινή πνιγερή μοναξιά

στ’ αφανισμένο τούτο παρόν –

άφησέ τους.

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής

υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας».

Γιώργος Σεφέρης

«Θερινό Ηλιοστάσι- Θ΄»

Μικρό παιδί περνούσα τα καλοκαίρια σε ένα νησί γειτονικό στην Αθήνα. Η ημερήσια διάταξη περιελάμβανε πρωινή πεζοπορία, νερό πηγής, μάθημα επιτόπιο των χορταριών και των δέντρων, και αμέτρητες ώρες κολύμπι. Δυο ήταν οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών: Τα τζιτζίκια και οι αχινοί.

Μέχρι που ένα καλοκαίρι κατέλαβε ετσιθελικά, απρόοπτα, την κυρίαρχη θέση του στις παιδικές μου αναμνήσεις. Οι φωτιές του Αγιαννιού ξεδιπλώθηκαν σε όλη την παραλία, από πάνω ως κάτω. Κορίτσια κι αγόρια χαχάνιζαν ομάδες-ομάδες, μεσημεριανές κουβέντες, μισάνοιχτα παράθυρα, ψίθυροι και κοκκινισμένα μάγουλα. Κι εκεί, όπως σε όλες τις ιστορίες που αξίζει να διαβάσεις, έκανε την εμφάνισή του ο «κακός μαύρος λύκος». Δεν είναι σίγουρο ότι ήταν πραγματικά κακός. Ήταν όμως βέβαιος για το δίκαιο της εξουσίας του και το κράδαινε με την ίδια απελπισμένη βεβαιότητα που κράδαινε και την μαγκούρα του.

Θυμωμένος, βλοσυρός, πικαρισμένος έκλεινε με θόρυβο παραθυρόφυλλα, επικαλούνταν τον Θεό που χολωνόταν, λέει, με τα αγόρια που δρασκέλιζαν τις φλόγες και τα κορίτσια που έλυναν τα μαλλιά τους κι έριχναν από ένα τσιμπιδάκι στο πλαστικό κανάτι. Γεμισμένο αμίλητο νερό απ’ την πηγή, θα μαρτυρούσε το ξημέρωμα το όνομα εκείνου που θα συντρόφευε αυτό που ονειρεύονταν πως θάναι η ζωή τους. Καταριόταν ο γέρος κι ορκιζόταν πως ποτέ πια δεν θα γινόμασταν μάρτυρες του κλήδονα, πως ήταν εκείνη, σίγουρα, η τελευταία φορά, κι ύστερα θάπεφτε η συντέλεια. Προσώρας σκεφτόμουν πώς θάταν που θάπεφτε η κατάρα πάνω τους, πάνω εκείνων των κοριτσιών και αγοριών που πίστευαν και έκαναν ίδιο κι απαράλαχτο το έθιμο όπως οι μαννάδες κι οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους, μια κι εγώ δεν πιανόμουν λόγω ηλικίας στους έφηβους που συμμετείχαν στην απαγορευμένη μυσταγωγία. Κι αναρωτιόμουν πώς δεν έπεσε ο χαλασμός πάνω στους παππούδες και προσπαππούδες τους που για γενιές χόρευαν και τραγουδούσαν με την ίδια βεβαιότητα το ίδιο εκείνο τραγούδι.

Λίγα χρόνια αργότερα, ξεχασμένη όπως συνήθιζα σε ένα βιβλίο, στο χάζεμα των βράχων και του ήλιου που χάνονταν και ξαναγεννιόταν στον ορίζοντα, δεν πήγα στον κλύδωνα. Μα πήγε η καλή μου φίλη, η Άννα, που μοιραζόμασταν άγουρες, καλοκαιρινές έννοιες και κοροϊδέματα. Και το επόμενο καλοκαίρι, έτσι, αναπάντεχα, λίγο μετά του Αγιαννιού, μ’ έπιασε απ’ το χέρι, και πάνω σε ένα ασπρισμένο αυλόγυρο, δίπλα από τενεκέδες με βασιλικά, μου εκμυστηρεύτηκε ένα μεσημέρι, πως είχε βρει το ταίρι της.

Απειλές, ξόρκια και κατάρες, έγιναν καπνός εκεί στην ασπρισμένη αυλή. Γιατί η ζωή, έχει τον τρόπο της να κλείνει το στόμα σε όσους αμφισβητούν την δύναμή της. Άγρια κι αδιαπραγμάτευτη ξεπετάγεται όπου φανεί υποψία ελπίδας, κι εκεί, σε μια χούφτα χώμα, γραπώνεται, και μεγαλώνει σαν αυθάδικο λουλούδι γιατί αυτή είναι η δύναμή της: να περιφρονεί τις αντιξοότητες, και τους προφήτες, και τα αναθέματα. Και να υπάρχει, χωρίς κανείς να το ζητήσει. Αρκεί να ανοίξει τη χούφτα, να βάλει χάμω το χώμα του, να πιστεύει, και να περιμένει.

Μέρες οικονομικού Αρμαγεδώνος που είναι, αλλά και μέρες καλοκαιριού, ήρθε στο νου μου αυτή η ιστορία.

Τρίβολοι με κουδούνια και λύκοι με δέρατα αρνιών, απειλώντας και βρίζοντας, περιφρονώντας και χλευάζοντας την Πατρίδα και τον Λαό μας, έχουν αμοληθεί και λένε, λένε… Πρόμαχοι τάχα του λαού, του αρνούνται δικαίωμα και ικανότητα να αποφασίζει. Μάγοι και τσαρλατάνοι φοβερίζουν με τις φλόγες της κολάσεως. Δεν ξεσυνερίζομαι εκείνους που φοβούνται. Έμαθαν να κρύβουν ζηλόφθονα στην τσέπη το τάλαντο που τους δόθηκε, και να πορεύονται στα τυφλά και τρομαγμένα σε κάθε θρόισμα, σε κάθε ίσκιο. Δεν τους κατηγορώ που ενώνουν τις φωνές τους με των δημίων. Τα κεφάλια τους, σκυμμένα πάνω στον ποτισμένο στο αίμα, πάγκο του χασάπη, περιμένουν αδιαμαρτύρητα τον δίκαιο χαμό τους.

Διάβαζα το σχόλιο ενός που έλεγε πως προτιμούσε να του κάνουνε κουμάντο οι Εβραίοι και οι Μασόνοι, παρά οι κομμουνιστές που θα μας πάρουν λέει το βιός και θα εγκαθιδρύσουν την κομμουνιστική δικτατορία. Και αγνοούσε ο πολυδιαβασμένος με το ύφος και τον τουπέ αποκριάτικου Δρυίδη, πως καπιταλισμός και κομμουνισμός πάνε χέρι-χέρι, όψεις του ίδιου νομίσματος. Ξεχνούσε ή απέκρυπτε πως οι εκλεκτοί του κόψαν συντάξεις και μισθούς, πήραν σπίτια κι έκλεισαν επιχειρήσεις. Οι εκλεκτοί του έβαλαν στην φυλακή τους Εθνικιστές, κι εκείνοι είναι οι ηθικοί αυτουργοί, αν όχι οι εντολοδότες της δολοφονίας του Γιώργου και του Μάνου, με εκτελεστικά όργανα το αριστερό παρακράτος.

Το πολιτικό θέατρο του κοινοβουλευτισμού είναι αρκετά παλιό και επαρκώς σχεδιασμένο ώστε να δίνει στο λαό την ψευδαίσθηση της Δημοκρατίας. Λίγο ενδιαφέρει ο ξεπεσμός του. Μα χαίρομαι που η ελληνική φωτιά γλύφει τις αυλές των Φασουλήδων στις Βρυξέλλες και τα γυάλινα κάστρα των χρηματιστών της Νέας Υόρκης, κι εύχομαι να τους δούμε να πέφτουν έντρομοι από τα ψηλά άλογα πούχουν καβαλικέψει και τσαλαπατούν ανθρώπους κι έθνη.

Αν κάτι κατάφεραν οι Ελληνες Εθνικιστές της Χρυσής Αυγής στα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας είναι πως έκαναν χιλιάδες ανθρώπους να πετάξουν το πουκάμισο του φόβου, να βρουν και να πιστέψουν στην πιο βαθιά και αδιάψευστη ουσία τους: την αλήθεια της ράτσας τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, είναι να εξακολουθήσουμε να βαδίζουμε με τις Ιδέες μας θαλερές και τις Ψυχές μας ακέραιες.

Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται στην ζωή. Μα τη δύναμή της ποιος μπορεί να την αμφισβητήσει; Ατάραχη στον δρόμο της καλεί να την ακολουθήσεις. Αντέχεις;

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Δημοσιεύθηκε στο Φ. 935 της εφημερίδος ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

Καλό ταξίδι Συναγωνιστή Gianluca Buonanno

Μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω αυτήν την ώρα για αυτόν τον πατριώτη, τον θαρραλέο άνδρα, τον χαρισματικό και αληθινό πολιτικό.

Φίλος της Χρυσής Αυγής στα δύσκολα. Φίλος. Τελεία. Για την Ευρώπη μας!

Ciao Gianluca. Ci vendiamo.

Ε.Δ-Π

Καλό ταξίδι Συναγωνιστή Gianluca Buonanno

Ο Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή εκφράζει τα βαθύτατα του συλλυπητήρια στην οικογένεια του Gianluca Buonanno, ενός Ευρωπαίου πατριώτη που έχασε σήμερα την ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα στην βόρεια Ιταλία.

Ο εκλιπών, ήταν ευρωβουλευτής της Λέγκα του Βορρά και δήμαρχος της πόλης της Borgosesia. Ήταν όμως και ένας γενναίος άνθρωπος, με πλούσια δράση και αγώνες για την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και συνολικά των Ευρωπαϊκών Λαών.

Χαρακτηρισμένος πολλές φορές ως ανεπιθύμητος από το κατεστημένο των Βρυξελλών, όπως και κάθε άλλος που στέκεται απέναντι στα σχέδια τους.

Φίλος της Χρυσής Αυγής, είχε μάλιστα επισκεφθεί πρόσφατα τον Αρχηγό στα γραφεία μας στη Βουλή, αδιαφορώντας για το όποιο πολιτικό κόστος και την κατακραυγή των δήθεν δημοκρατών. Η σκέψη μας δεν μπορεί παρά να είναι στα δύο παιδιά που αφήνει πίσω του.

Καλό ταξίδι Gianluca.

Gianluca Buonanno εναντίον Αβραμόπουλου και ανεξέλεγκτης λαθρομετανάστευσης

Δυναμική παρέμβαση Buonanno στο Στρασβούργο κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας

Παρέμβαση ευρωβουλευτή της Λέγκα, Buonanno ενάντια στην τουρκία

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/kalo-tajidi-sunagwnisth-gianluca-buonanno#ixzz4Ajv5TZOW