Ο όρκος

Αναστασά

Από το μυθιστόρημα του Νικολάου Αντωνόπουλου, που εκδόθηκε το 1886, με τίτλο «Μαρούσα η Στροπωνιάτισα» και αναφέρεται στον μεγάλο έρωτα του Γιάννου από τη Στενή και της Μαρούσας από τις Στρόπωνες, εξάγουμε από τις περιγραφές πολλά λαογραφικά στοιχεία, καθώς και ιστορικά, τα οποία πιθανόν από στόμα σε στόμα να έχουν κάπως αλλοιωθεί, αλλά πιστεύουμε ότι ο βασικός κορμός πρέπει να προσεγγίζει την αλήθεια, έτσι όπως τα άκουσε ο Αντωνόπουλος από τους κατοίκους, κατά τη διάρκεια της συλλογής στοιχείων, για να «στήσει» την ιστορία του.
Σ’ αυτό το φύλλο δημοσιεύουμε απόσπασμα από τον όρκο που έδωσαν οι Στενιώτες κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και τα διαμειφθέντα μεταξύ των παλικαριών, πριν ξεκινήσουν για τον μεγάλο ξεσηκωμό, έτσι όπως ακριβώς αναφέρονται στο βιβλίο του Νίκου Αντωνόπουλου και τα οποία συνέβησαν κοντά στον οικισμό Αγιος Νικόλαος, «χωρίου κειμένου ανατολικομεσημβρινώς της Στενής», όπως γράφει ο Αντωνόπουλος.
– Σταθήτε, βρε παιδιά, να ορκιστούμε πως θα χύσουμε και το αίμα μας για την πίστι και την ‘λευτεριά της πατρίδας μας.
– Ναι, μπάρμπα Μήτρο, να ορκιστούμε.
Ο μπάρμπα Μήτρος τοις υπαγόρευσε τον εξής όρκον, ον επάνελαβεν πάντες αυτολεξεί.
«Ορκιζόμαστε να χύσουμε το αίμα μας για την πίστι και τη λευτεριά της πατρίδος μας και να πολεμάμε τους τούρκους που μας έκαναν τόσα κακά στον τόπο».
Μετά από αυτόν τον όρκο, πάντες αφ’ ου ησπάσθησαν το Ευαγγέλιον την δεξιάν του ιερέως και την παιδίσκην, ησπάσθησαν αλλήλους.
– Τώρα, βρε παιδιά, ‘σαν πάμ’ όξω από την ‘Κλησιά θα σας πω τι γίνεται για την πατρίδα.
Εξήλθον της Εκκλησίας και εξηπλώθησαν υπό γηραιάν και μεγαλοπρεπή πλάτανον επί της χλόης παρά την πηγήν του διαυγεστάτου ύδατος.
Αι πρώται ακτίνες του ηλίου εχρύσιζαν τα πέριξ φυλλώματα, άτινα η δρόσος της νυκτός είχεν υγράνει.
Ο Γέρο-Μήτρος, αφ’ ου πρότερον έλαβεν ισχυρόν λήμμα ταμβάκου και επταρνίσθη αλλεπαλλήλως, δ’ ησύχου πλην σταθεράς φωνής, είπεν, αυτοίς τα εξής:
«-Αδέρφια, τώρα θα σας πω κάμποσα για την πατρίδα μας. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότενες που η δόλια ήταν ‘λεύτερη και ήτανε η πρώτη σ’ ούλα τα βασίλεια του κόσμου. Αυτό το λέγουν τα βιβλία, καθώς μου είπε ένας δάσκαλος στο χωριό μας. Ύστερα, μωρέ παιδιά, οι Φράγκοι μας ζηλέψανε^ ζήλεψαν τ’ αγαθά μας και μαζωχτήκανε ούλοι, μαζή και ήρθανε και μας έκαναν σκλάβους^ πολεμήσανε οι κακόμοιροι οι παπούλιδές μας. Εσκοτωθήκανε πολλοί και ‘σκοτώσανε πολλούς, αλλά τι να ‘κάναν οι δόλιοι, που ‘χανε μαζευτή σαν μυρμήγκια οι σκυλόφραγκοι. Ύστερα, μωρέ παιδιά, οι γουρνομύτιδες οι Τούρκοι, έδιωξαν τους σκυλόφραγκους και πήραν την Ρωμιοσύνη. Αυτό ήτανε το θέλημα του Θεού, που ‘θελησε να μας παιδέψη γιατί δεν πιστεύαμε σ’ αυτόν. Μα τώρα αποφάσισε να μας’ λευτερώση, γιατί τόσα χρόνια πολλά τραβήξαμε οι άμοιροι γιατί λοιπόν τώρα έδωκε φώτησι σε πολλούς γραμματιζούμενους να κάνουνε επανάσταση και να ζητήσουν τη βοήθεια της Ρουσσίας πώχει την ίδια πίστι μετά μας μας υποσχέθηκε λοιπόν η Ρουσσία πως θα στείλη χρήματα και καράβια και στρατέματα για να μας βοηθήσουν».

«-Αυτά βρε παιδιά, ήθελα να σας πω και να σας συμβουλέψω να πιάσουμε και ‘μεις τ’ άρματα, σαν τ’ αδέρφια μας στο Γριπονήσι, στη Ρούμελη, στο Μωριά και στα νησιά, γιατί ξέρετε Ελλάδα δεν είν’ μονάχα το Γριπονήσι, είναι κι άλλες χώρες που φτάνουν ως την Πόλι που’ ταν πρώτα η χώρα της Ελλάδας. Τώρα βρε παιδιά να πάμε στο χωριό μας και να μαζώξουμε όσους μπορέσουμε περισσότερους για να πάμε ν’ ανταμωθούμε με τ’ αδέρφια μας, που πολεμάνε με τον καπετάν Αγγελή κάτου στα Βρυσάκια. Αλλά βρε παιδιά, όπως τα πρόβατα έχουν το κριάρι μπροστά αρχηγό και οι μέλισσαις το βασιλιά τους, έτσι και ‘μεις πρέπει να κάνουμε καπετάνιο δικό μας, γιατί δίχως καπετάνιο τίποτα δεν κάνουμε».
– Ναι, μπάρμπα Μήτρο, ναι, μπάρμπα Μήτρο, να κάνουμε καπετάνιο. Αλλά ποιον να κάνουμε.
– Κάμετε όποιον θέλετε.
– Εσένα, μπάρμπα Μήτρο, είπον όλοι ομού…
– Όχι μένα, βρε παιδιά, γιατί είμαι γέρος και δεν ξέρω από τουφέκι καλά, γιατί δεν έχω πολεμήσει με τους Τούρκους ακόμα. Να κάνουμε καπετάνιο τον Γιώργο, πώχει τώρα εφτά χρόνια που δεν άφησε το τουφέκι από τα χέρια, παρά πολεμάει κάθε ‘μέρα με τους Τούρκους και ξέρει καλά πως πολεμάνε κι ούλα τα κατατόπια, κι έχει και μάτι αητού.
– Ναι, ναι, τον Γιώργο, είπαν πάντες ομού και εγερθέντες ησπάσθησαν αυτόν.
Ο Γιώργος κατασυγκινημένος εστηρίχθη επί του καριοφυλλίου του, ύψωσεων την δεξιάν προς τον ουρανόν και μετά φωνής παλλούσης είπεν.
«-Ορκίζουμε, ρε παιδιά, ότι με την βοήθεια του Θεού και με την παλληκαριά σας όσο η ψυχή μου είναι μέσα στο σώμα μου, Τούρκος δε θα ‘ντροπιάση τα άρματά μου, και θα φανώ άξιος καπετάνιος σας».
– Ναι, ναι και ‘μεις ορκιζόμαστε, ότι θα πεθάνουμε για την πατρίδα μας, είπον μετ’ ενθουσιασμού όλοι.
– Τώρα, βρε παιδιά, σύρτε στα χωριά σας και μάστε όσους μπορέστε πιο πολλούς και αύριο το πουρνό, πριν ο ήλιος να σας ‘δη,να είσαστε απ’ όξω απ’ τα Ψαχνά. Συ Γιάννο έλα κοντά μου.
Πάντες ανεχώρησαν πλήρεις ενθουσιασμού και ελπίδων. Ο Γιάννος μείνας μετά του Γιώργου είπε προς αυτόν:
– Γιώργο, τον Μουράτη τον ξέχασες.
– Όχι, Γιάννο, ούτε τον Μουράτη εξέχασα ούτε τον Μπέη, τον ένα θα στον δώσω να τον ψήσεις και τ’ αλλουνού θα πιω το αίμα. Η Μαρούσα η αγαπητηκιά σου και η Φρόσω η αδερφούλα μου, αν ζουν θ’ αναγαλλιάση η καρδιά τους κι αν πέθαναν η ψυχή τους… Αλλά, αδελφέ μου Γιάννο, πρώτα την πατρίδα!!!
– Ναι, Γιώργο μου, έχεις δίκιο πρώτα την πατρίδα

πηγή

 

Η μεγάλη αυταπάτη του νεοέλληνα είναι ότι ζει σε μια χώρα που δεν παράγει τίποτα

gia_na_xypname_siga-siga_._i_megalyteri_aytapati_toy_neoellina_einai_oti_zei_se_mia_hora_poy_den_paragei_tipotathesrtruth251115

Aκούω ανθρώπους που μένουν σε χωριά να λένε πως η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα και τρελαίνομαι. Τελικά, η μεγαλύτερη αυταπάτη του νεοέλληνα είναι ότι ζει σε μια χώρα που δεν παράγει τίποτα.   Ο μεγαλύτερος φόβος, λοιπόν, είναι ότι, άμα βγούμε από το ευρώ θα πεινάσουμε, επειδή δεν παράγουμε τίποτα.Τον κακό τους τον καιρό, όλων αυτών που τα λένε και τα πιστεύουνε αυτά, πως δεν παράγουμε τίποτα. Η Ελλάδα παράγει μια σειρά από προϊόντα όπως : 
– Έχει πλεόνασμα στα φρούτα που ανέρχεται στο 130% της ετήσιας κατανάλωσης! Παράγουμε πορτοκάλια, ροδάκινα, λεμόνια, μήλα, βερύκοκα, κεράσια και πόσα ξεχνάω. ΟΚ, δεν παράγουμε μπανάνες ή μάνγκο.
 
– Είμαστε η 2η παραγωγός χώρας ελαιόλαδου στον κόσμο και μάλιστα καλύπτουμε το 73% της ετήσιας ζήτησης των ΗΠΑ σε ελιές και νομίζω είναι 55% στο λάδι.

– Επίσης είμαστε ο 3ος μεγαλύτερος προμηθευτής των ΗΠΑ (25% περίπου) σε πρόβειο ή αγελαδινό γάλα και στα παράγωγα τους (τυριά, γιαούρτια κτλ). Δηλαδή ταΐζουμε μια κοινωνία 300 εκ. κατοίκων, αλλά δεν μπορούμε να καλύψουμε τις διατροφικές ανάγκες 10εκ: είχα διαβάσει «άρθρο» που έλεγε ότι εισάγουμε γιαούρτι επειδή δεν παράγουμε.

– Είμαστε η 3η παραγωγός χώρας σε κρόκο (το saffron της Κοζάνης που αποτελεί τροπικό έδεσμα σε άλλες χώρες).

– Θα είχαμε πλεόνασμα στην παραγωγή μαλακού σιταριού, αν από το 1984 δεν μας υποχρέωνε η ΕΕ να το μειώνουμε συστηματικά (από τότε παρουσιάζει μείωση, αλλά και πάλι είναι σε υψηλά επίπεδα).

– Έχουμε εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα καλλιέργησιμης γης, όπου μπορούν να φυτρώσουν τα πάντα.

– Είμαστε η μόνη χώρα στην οποία παράγεται η μαστίχα: για να θυμηθούν λίγο οι μαστιχοπαραγωγοί της Χίου τι έχουν υποστεί από τότε που μπήκαμε στο ευρώ, ειδικά τώρα που θα τους πατήσουν κάτω με νέους φόρους.

– Βγάζουμε 160.000 τόνους ψαριών το χρόνο, δηλαδή το 125% των ετήσιων αναγκών μας. Αν συνυπολογίσουμε τις ιχθυοκαλλιέργειες, τότε αγγίζουμε το αστρονομικό 220%!

Συνοπτικά, η αγροτική παραγωγή της Ελλάδας επαρκεί για την κάλυψη των διατροφικών μας αναγκών σε ΟΛΑ τα βασικά είδη.


Και πάμε τώρα στα μη-φαγώσιμα:
 
– Πρώτη χώρα στο αλουμίνιο.

– Μεγαλύτερη βωξιτοπαραγωγός χώρας της Ευρώπης.
– 2η χώρα στον κόσμο στους σμηκτίτες (που χρησιμοποιούνται σε μια σειρά από προϊόντα όπως καλλυντικά ή φάρμακα).

– Έχουμε μερικές από τις μεγαλύτερες φαρμακοβιομηχανίες της Ευρώπης, αλλά ποιος σας είπε ότι δεν θα εισάγουμε φάρμακα αν βγούμε από το ευρώ – ξαναλέω: μόνο αν επιβληθεί εμπάργκο θα γίνει κάτι τέτοιο, αλλά δεν έχουν τα κότσια να αποκλείσουν από την παγκόσμια οικονομία ούτε την Ισλανδία -σοβαρευτείτε.

– Κατέχουμε το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών κοιτασμάτων σε νικέλιο.

– Ο τουρισμός προσφέρει πάνω από 40 δις το χρόνο, όσα παράγει ολόκληρη η βιομηχανία της Δανίας ή της Ολλανδίας του Ντάισελμπλουμ! Επίσης θα έρχεται με αυτό τον τρόπο σκληρό συνάλλαγμα που τόσο θα μας «λείπει» αν έχουμε εθνικό νόμισμα.

– Είμαστε 12οι στο βαμβάκι, τον λευκό χρυσό όπως το λέγανε πριν 100 χρόνια.

– Παράγουμε τσιμέντο, τούβλα, ξύλα και όλα τα απαραίτητα οικοδομικά υλικά.

– Διαθέτουμε τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο του πλανήτη, 
αεροδρόμια, δεκάδες λιμάνια, σιδηρόδρομο και σύγχρονες οδικές αρτηρίες.
– Έχουμε εργατικό δυναμικό με υψηλότατες γνώσεις (νομίζω το 70% των νέων έχει πτυχίο ΤΕΙ ή ΑΕΙ), το οποίο τώρα δουλεύει ως σερβιτόροι και πωλητές ρούχων.

– Έχουμε βαριά βιομηχανία που υποβαθμίστηκε εντός της ΕΕ, πχ έκλεισε η ΕΛΒΟ μέσα στο μνημόνιο.

– Έχουμε πόσιμο νερό που επαρκεί για όλες μας τις ανάγκες.

– Έχουμε έναν ενεργειακό φορέα, τη ΔΕΗ, που είναι από τους μεγαλύτερους στον κόσμο και που εξάγει ρεύμα σε τουλάχιστον 4 γειτονικές χώρες.
 

Μέχρι ουράνιο και πλουτώνιο έχουμε που να πάρει. 

Το μόνο πράγμα που δεν έχουμε είναι πετρέλαιο (ας πούμε κιόλας πως είναι μύθος τα κοιτάσματα που ψάχνουν τόσα χρόνια) και τεχνολογικά είδη. 

Το πετρέλαιο το εισάγουμε κυρίως από Ρωσία, Βενεζουέλα, Σαουδική Αραβία και χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (πχ Καζακστάν). Δηλαδή το εισάγουμε από χώρες που δεν είναι στο ευρώ και οι οποίες θα συνεχίζουν να μας το προμηθεύουν. Το πολύ-πολύ θα το αγοράζουμε με τα δολάρια των τουριστών. 

Τέλος, ούτε τα τεχνολογικά είδη θα μας λείψουν, καθώς τα είδη πληροφορικής εισάγονται από τις ΗΠΑ (δεδομένου ότι τροφοδοτούμε τη χώρα με μια σειρά από προϊόντα δεν θα έχουμε θέμα) ενώ τα υπόλοιπα από την Κίνα. 

Λύσαμε όλα τα προβλήματα ρε και θα κολλήσουμε στο πετρέλαιο και στα PCιά (πισιά, ελληνικότατη λέξη) ή τα κινητά; 

Τι άλλο θα ακούσουμε. 

Ναι, έχετε δίκιο όσοι πιστεύετε ότι ζείτε σε φτωχή χώρα. 
Συνεχίστε να το πιστεύετε, για να σας δουλεύουν μια ζωή.
 
Τελικά, το παιχνίδι για να πάρουμε πίσω τη χώρα μας παίζεται ακριβώς εκεί.
 

Στην πίστη όλων των κατοίκων στις δυνατότητες μας. 

Γιατί όσο θεωρούμε πως δεν παράγουμε τίποτα, άρα είμαστε εξαρτώμενοι από τους άλλους, τότε λίγα θα αλλάξουν.

Θ. ΚΑΤΣΑΝΕΒΑΣ

πηγή

Κηφηνείον “Η ωραία Ελλάς” [του Σαράντου Καργάκου]

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η … εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλιά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων», παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.

Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. 
Γι’ αυτό τουμπάραμε…

Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπο μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White colar workers».

Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! 

Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.

Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία.

Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.

Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.
Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια.
Που πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή;
Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής.
Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς».
Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά.

Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πως να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε την θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία!
Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν.
Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. 
Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν άλλου. 
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. 

Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουίσκυ βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας.
Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβονται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν… Ελλάδα.
Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας.
«Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια».

Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερεις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα…

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον.
Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

Σαραντος Καργακος

από εδώ

Δεκέμβριος 1980: Οι εμπρησμοί που έδωσαν τέλος στη χρυσή εποχή του αθηναϊκού εμπορίου. Την ευθύνη ανέλαβαν τρομοκράτες και η υπόθεση παρέμεινε ανεξιχνίαστη ( βίντεο)

19 Δεκεμβριου 1980. Το Μινιόν στις φλόγες. Ταυτόχρονα καιγότανε και το ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣΠΟΡ

Καθιέρωσε τις εκπτώσεις. Δημιούργησε τις λίστες γάμου. Κατάργησε τα παζάρια στις τιμές και λειτούργησε εστιατόριο μέσα στην επιχείρηση. Αγάπησε τους εργαζόμενους και τους έδωσε ξεχωριστές παροχές. Για παράδειγμα, από τη δεκαετία του ΄70 έδινε πριμ για το κόψιμο του τσιγάρου ή πριμ για όσους δεν αργούσαν στη δουλειά.

minion mtx

Το εφιαλτικό σκηνικό των εμπρησμών επαναλήφθηκε στις 3 Ιουνίου 1981 με ταυτόχρονη πυρπόληση των πολυκαταστημάτων «Κλαουδάτος» και «Ατενέ». Στις 4 Ιουλίου κάηκε ο «Δραγώνας» και τρεις μέρες αργότερα το πολυκατάστημα «Λαμπρόπουλος» στον Πειραιά

Τους κέρναγε τον καφέ και διοργάνωνε εκδρομές για τους υπαλλήλους με έξοδα της εταιρίας. Πολλούς μάλιστα τους πάντρευε και γίνονταν κουμπάροι. Ήταν ο Γιάννης Γεωργακάς, ο ιδιοκτήτης του θρυλικού Μινιόν, που ξεκίνησε από ένα μικρό περιπτεράκι και άνοιξε το πρώτο πολυκατάστημα στην Ελλάδα. Από τη δεκαετία του 1930 και για περίπου 60 χρόνια, ο δαιμόνιος έμπορος έστησε μια επιχείρηση με ανθρώπινο πρόσωπο. Μέσα σε λίγα χρόνια, το περίπτερο Μινιόν μετατράπηκε σε πολυκατάστημα με 120.000 προϊόντα και 1.000 άτομα προσωπικό. Το Μινιόν έγινε μια μικρή οικογένεια για όσους δούλευαν για τον Γεωργακά. Με το πέρασμα των χρόνων, έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα και οι ουρές από τους επαρχιώτες που έρχονταν στην Αθήνα μόνο για το Μινιόν, άφησαν ιστορία. Ξεχωριστό κεφάλαιο στη χριστουγεννιάτικη αγορά ήταν ο έκτος όροφος του κτιρίου, που άνοιγε μόνο για την περίοδο των γιορτών και αποτελούσε χριστουγεννιάτικο παράδεισο για μικρούς και μεγάλους. Ο εμπρησμός Μετά από μια χρυσή εποχή, στις 19 Δεκεμβρίου του 1980, το πολυκατάστημα Μινιόν και το κατάστημα αθλητικών ειδών Κατράντζος, μπήκαν στο στόχαστρο εμπρηστών. Το χτύπημα, του οποίου την ευθύνη ανέλαβαν τρομοκράτες, έδωσε τέλος σε μια χρυσή εποχή. Την ευθύνη για τους εμπρησμούς ανέλαβε η νεοεμφανιζόμενη «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», παρακλάδι του ΕΛΑ, ο οποίος κατήγγειλε τους δράστες που είχαν αποχωρήσει από τις τάξεις του. Κριτική στο διπλό τρομοκρατικό χτύπημα άσκησε και η 17Ν. Στην προκήρυξή της η «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80»υποστήριξε ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια». Μέχρι σήμερα, οι υποθέσεις εμπρησμών στα πολυκαταστήματα παραμένουν ανεξιχνίαστες και έχουν παραγραφεί δικαστικά.

Το χριστουγεννιάτικο δώρο του Μινιόν. Μια ισχυρή ανάμνηση για πολλές γενιές ελλήνων

Το δώρο από το Μινιόν κάτω από το εορταστικό δέντρο. Υπήρξε μια ισχυρή ανάμνηση για πολλές γενιές Ελλήνων. Τα Χριστούγεννα του 1980″χάθηκε» οριστικά  στις φλόγες.

Ο Γιάννης Γεωργακάς πάλεψε μέχρι το 1983 και το Μινιόν εντάχθηκε και αυτό στον γνωστό τότε Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων. Η συνέχεια ήταν προδιαγεγραμμένη. Ο Γεωργακάς δεν το έβαλε κάτω. Μετά το 1990 το Μινιόν ξαναπέρασε στα χέρια του, με τη βοήθεια κάποιων συνεταίρων. Η συνεργασία αυτή όμως δεν καρποφόρησε….

πηγή