120 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ – ΔΙΓΕΝΗ

10854216_1523463057907862_461974994147111662_o

Σαν σήμερα στις 6 Ιουνίου 1897 στα ιερά χώματα της Κύπρου, τα γεμάτα ιστορία, γεννήθηκε ο Γεώργιος Γρίβας – Διγενής που με τη ζωή και τη δράση του θα επηρέαζε καθοριστικά τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και, ιδιαίτερα, την ιστορία των Ελλήνων της Κύπρου.
Οι πληροφορίες τόσο για τον τόπο όσο και για την ημερομηνία γέννησης είναι κάπως ασαφείς. Στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως φαίνεται ότι γεννήθηκε στη Λευκωσία, στις 6 Ιουνίου 1897, ενώ στα στρατιωτικά του έγγραφα υπάρχουν οι ημερομηνίες 1η Ιανουαρίου 1898 και 23 Μαΐου 1898. Επίσης, πάλι στα στρατιωτικά του έγγραφα, αλλά και σε βιογραφικά σημειώματα, καθώς και στη διαθήκη που συνέταξε ο ίδιος το 1954, δείχνει να έχει γεννηθεί στο χωριό Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Το χωριό του, το Τρίκωμο, όπου θα μεγαλώσει, ήταν πάντα μέσα στην καρδιά του και γι’ αυτό προφανώς ήθελε να το δηλώνει ως γενέτειρά του.
Πάντως ο πιο πιθανός τόπος γέννησης πρέπει να ήταν η Λευκωσία, γιατί, καθώς οι γονείς του είχαν χάσει το πρώτο τους παιδί, την Κατερίνα, από έλλειψη νοσηλευτικής φροντίδας, παραμένοντας μετά το γάμο τους, το 1890, στο χωριό, η μητέρα του γέννησε τα υπόλοιπα παιδιά της -και τον Γεώργιο- στην πρωτεύουσα, στο σπίτι της μητέρας της, στον Άγιο Κασσιανό. Το νεογέννητο έλαβε το όνομα του θείου του, Γεώργιου Χατζημιχάλη (αδελφού της μητέρας του), που το 1897 έφυγε μαζί με άλλους Κύπριους, για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Ήταν παράδοση στο νησί να δίνουν τα ονόματα στα νεογέννητα αγόρια, όταν κάποιος από την οικογένεια πήγαινε στο πόλεμο και μπορεί να χανόταν σε κάποια μάχη, όπως, πράγματι, έγινε και με τον Γεώργιο Χατζημιχάλη, που έπεσε ηρωικά στην Κρήτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κυπριακός εθελοντισμός ήταν σημαντικός και μεγάλος στους αγώνες τους Έθνους, από την επανάσταση του 1821 μέχρι τον πόλεμο του 1940, τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό.
Γονείς του Διγενή ήταν ο Θεόδωρος Ιωάννου Γρίβας από το Τρίκωμο και η Καλομοίρα Χατζημιχάλη από τη Λευκωσία. Υπήρχαν φήμες ότι η καταγωγή του Θεόδωρου Γρίβα ήταν από τη μητροπολιτική Ελλάδα και, μάλιστα, κάποιες από αυτές τον ήθελαν να είναι συγγενής του οπλαρχηγού της επανάστασης του 1821, Θοδωράκη Γρίβα. Στην πορεία των χρόνων βρέθηκε κάποια ρίζα στη Ελλάδα, αλλά το όλο ζήτημα της καταγωγής του πατέρα ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε πλήρως.
Η οικογένεια του Θ. Γρίβα είχε αποκτήσει συνολικά οκτώ παιδιά, αλλά τα δύο χάθηκαν πολύ νωρίς. Κατά σειρά ήταν: Κατερίνα (πέθανε 40 ημερών στο Τρίκωμο), Ελένη, Μαρία, Ανδρέας (αρρώστησε και πέθανε 9 μηνών), Μιχαήλ, Γεώργιος, Θεοπίστη και Νιόβη. Η μητέρα του, μετά τη γέννηση του κάθε παιδιού, κι αφού περνούσαν 40 ημέρες, επέστρεφε στο χωριό όπου κατοικούσαν. Έτσι έγινε και με τον νεογέννητο Γιώργο: μόλις σαράντισε επέστρεψαν μαζί στο πατρικό σπίτι στο Τρίκωμο.

Σπύρος Δημητρίου
Αντιπρόεδρος Ιδρύματος Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα – Διγενή

Πηγές:
Σπύρου Δημητρίου Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας –Διγενής. Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Εκδόσεις Πελασγός Αθήνα 2017
Λεωνίδου Λεωνίδας, Γεώργιος Γρίβας Διγενής, Βιογραφία, Τόμος Πρώτος, (1897-1950), Εκδόσεις Επιφανίου Λευκωσία, 1995

Η Χρυσή Αυγή στην υποδοχή των Ηρώων: Λύσσαξαν τα φερέφωνα του Συστήματος – Έφυγε ο μπολσεβίκος του ΚΚΕ

Η Χρυσή Αυγή υποδέχθηκε σήμερα τα λείψανα 17 Ηρώων Πολεμιστών που έπεσαν στην Ελληνική Κύπρο μαχόμενοι κατά των βάρβαρων τούρκων κατακτητών.

Είχα την τιμή να εκπροσωπήσω το Κίνημα σε ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας, για όλους εμάς που αφουγκραζόμαστε ακόμα τις πολεμικές ιαχές των Ελλήνων από τα βάθη της μακραίωνης Ιστορίας μας μέχρι και σήμερα.

Ήταν πολύ μεγάλη η τιμή, αλλά και η υποχρέωση να είμαι παρών στην σημερινή τελετή για έναν ακόμη λόγο: Το όνομα του Ήρωα Καταδρομέα Κουρούνη Σωτηρίου – που έπεσε την νύχτα της 21ης Ιουλίου μέσα στο φλεγόμενο Noratlas στο Αεροδρόμιο Λευκωσίας και επέστρεψε στην Μητέρα Πατρίδα έπειτα από 43 ολόκληρα χρόνια – έχει δοθεί τιμητικά στον Λόχο Υποστηρίξεως της 35 Μοίρα Καταδρομών στην Κύπρο, όπου υπηρέτησα την στρατιωτική μου θητεία.

Το πρόσωπο αυτού του Ήρωα χαιρετούσαμε και τιμούσαμε καθημερινά στην πρωινή αναφορά, αμέσως μετά το εγερτήριο, προτού αναλάβουμε υπηρεσία, στην στρατιωτική εκπαίδευση και σε κάθε άλλη δραστηριότητα της Μονάδος. Συγκινήθηκα όταν είδα ξανά τη φωτογραφία του Ήρωα, έπειτα από τόσα χρόνια, αυτή τη φορά πάνω σε ένα φέρετρο τυλιγμένο με την Ελληνική Σημαία την στιγμή της μεγάλης επιστροφής Του.

Η Χρυσή Αυγή, η φωνή της Αλήθειας και της Ελλάδας, ενάντια σε ένα σύστημα αντεθνικό και διεφθαρμένο, είναι η μόνη δύναμη που δικαιούται και υποχρεούται να τιμά την μνήμη των Ηρώων. Ξεπερνάμε κυριολεκτικά τα όρια της αντοχής μας όταν σε ανάλογες τελετές αναγκαζόμαστε να παραβρεθούμε στον ίδιο χώρο με αυτούς που συνειδητά δρουν σε βάρος της Πατρίδος.

ΚΚΕ: «Καταγγέλλουμε την προκλητική παρουσία της Χρυσής Αυγής» – Μ. Ιγνατίου (“The voice of America”): Ποιος ανόητος κάλεσε την Χ.Α. στην τελετή;

Επειδή και η σημερινή παρουσία μας προκάλεσε λύσσα στο άθλιο πολιτικό κατεστημένο –  και ο κάθε πικραμένος εξέδωσε ανακοινώσεις καταδίκης (από ΚΚΕ μέχρι M.Ignatiou) – θα κλείσω με τις εξής διευκρινίσεις:

1) Ως μέλη της επιτροπής Άμυνας της βουλής δε χρειαζόμαστε ιδιαίτερη πρόσκληση για να δώσουμε το παρόν σε τελετές σαν την σημερινή

2) Η βουλή και ο γιωτάς υπουργός με τις «πουλάδες» – λειτουργώντας για μία ακόμη φορά παράνομα και αντισυνταγματικά – δεν έστειλαν για μία ακόμη φορά καμία πρόσκληση στην κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής

3) Οι Ένοπλες Δυνάμεις λειτουργώντας νόμιμα και θεσμικά μας υποδέχθηκαν κανονικά στην Αεροπορική Βάση Δεκελείας

4) Ο μπολσεβίκος βουλευτής του ΚΚΕ αποχώρησε αμέσως μόλις αντελήφθη την παρουσία μας. Επικροτούμε την πράξη του! Οι κομμουνιστές, που πολέμησαν με λύσσα τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, είναι ανεπιθύμητοι σε όλες τις τελετές μνήμης Ελλήνων Πολεμιστών.

Ηλίας Κασιδιάρης

10 Μαΐου 1956: Μνήμη Ηρώων: Μιχαήλ Καραολή – Ανδρέα Δημητρίου

10 Μαΐου 1956: Μνήμη Ηρώων: Μιχαήλ Καραολή - Ανδρέα Δημητρίου

Στις 10 Μαΐου 1956 απαγχονίστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας από τους Άγγλους ο Μιχαήλ Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου. Οι δύο αγωνιστές αποτέλεσαν τους πρωτομάρτυρες του αντιαποικιοκρατικού Κυπριακού Αγώνα δίνοντας τη ζωή τους για την απελευθέρωση και Ένωση της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα.

Οι Καραολής και Δημητρίου προέρχονταν από την αγροτική τάξη, η οποία στις δεκαετίες των ΄40 και ΄50, επιβίωνε μέσα στη τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Εντάχθηκαν σε νεαρή ηλικία στην ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) και αγωνίστηκαν ηρωικά για την απελευθέρωση και την Ελληνικότητα της Κύπρου μας. Η δράση τους στην ΕΟΚΑ πολυδιάστατη.

Ο Μιχαήλ Καραολής μαζί με τον συναγωνιστή του Ανδρέα Παναγιώτου κατηγορήθηκαν ότι σκότωσαν σε μια συγκέντρωση του ΑΚΕΛ στις 28 Αυγούστου 1955, έναν συνεργάτη των Άγγλων. Ο Καραολής, αντίθετα με τον Παναγιώτου συνελήφθη αργότερα σε ενέδρα. Οι Βρετανοί που τηρούσαν ακριβέστατο αρχείο στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών τον ανακάλυψαν από το ποδήλατό του που δεν μπόρεσε να πάρει από τη συγκέντρωση.

Ο Ανδρέας Δημητρίου συνελήφθη και κατηγορήθηκε ότι πυροβόλησε και τραυμάτισε στην Αμμόχωστο τον πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις, Σίντνεϊ Τέιλορ, στις 28 Νοεμβρίου 1955.

Οι δύο αγωνιστές δεν αποκάλυψαν τίποτα στις αγγλικές αρχές, φυλακίστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας και καταδικάσθηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στις 10 Μαΐου 1956.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εκτέλεσή τους προκάλεσε έκρηξη αντιδράσεων στη Μεγαλόνησο. Η Ε.Ο.Κ.Α. εκτέλεσε τους Άγγλους στρατιώτες Γκόρντον Χιλ και Ρόναλντ Σίλτον, που είχαν απαχθεί και κρατούνταν ως όμηροι ενώ σχεδιάστηκε επίθεση στον αστυνομικό σταθμό Παλαιχωρίου η οποία ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή.

Στην Ελλάδα την προηγούμενη μέρα της εκτέλεσης, 3 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 200 τραυματίστηκαν στην Αθήνα, από τις συγκρούσεις αστυνομικών και διαδηλωτών σε μια πρωτοφανούς έντασης διαδήλωση, με κεντρικό αίτημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Προς τιμήν των δύο ηρώων, πολλοί δρόμοι στην Ελλάδα και την Κύπρο φέρουν το όνομά τους.

Οι σωροί των δύο ηρώων του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου θάφτηκαν μαζί με άλλους 11 στα λεγόμενα «Φυλακισμένα Μνήματα», ένα μικρό κοιμητήριο που είχαν κατασκευάσει οι Άγγλοι αποικιοκράτες στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας και το οποίο βρισκόταν δίπλα από τα κελιά των μελλοθάνατων και την αγχόνη.

ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ
ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/10-maiou-1956-mnhmh-hrwwn-michahl-karaolh-andrea-dhmhtriou#ixzz4gerNxCcX

9 Μαΐου 1956: Όταν ο “Εθνάρχης” Καραμανλής δολοφονούσε Έλληνες Πατριώτες που διαδήλωναν υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα

Η επέτειος της 9ης Μαΐου 1956 δεν πρόκειται να αναφερθεί ούτε από κανένα κόμμα του «συνταγματικού τόξου» ούτε από κάποιο συστημικό ΜΜΕ. Ενοχλούν βαθύτατα τόσο το περιεχόμενό της όσο και το πρόσωπο του ηθικού αυτουργού των όσων έγιναν εκείνη την ημέρα. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με την σειρά.

9 Μαΐου, 1956. Χιλιάδες Αθηναίοι συγκεντρώθηκαν στο συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας. Διαδήλωναν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και υπέρ των ηρώων του ΕΟΚΑ, Μιχάλη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου που θα εκτελούνταν την επόμενη ημέρα, στις 10 Μαΐου 1956, από την βρετανική κυβέρνηση.

Ανάμεσα στα πλακάτ που κρατούσαν οι διαδηλωτές, ξεχώριζαν τα αντιβρετανικά συνθήματα: “Γκάνκστερ Χάρτινγκ, θα πεθάνεις”, “Κύπρος – ‘Ενωσις”, “Αμερικανοί, είναι η τελευταία σας ευκαιρία”, “Ο ΟΗΕ είναι το τελευταίο ειρηνικό μας όπλο”, “Όλοι Έλληνες είμεθα ΕΟΚΑ. Ήταν μια περίοδος ιδιαίτερα τεταμένη για τις δύο χώρες. Η ΕΟΚΑ αγωνιζόταν για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους βρετανούς και την Ένωση με την Ελλάδα.

Η βρετανική κυβέρνηση, τον Μάρτιο του 1956, έδιωχνε στην εξορία τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, στις Σεϋχέλλες, καθώς πίστευε ότι υποκινούσε τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Για να επιταχύνει την διάλυση της οργάνωσης, η Βρετανία έστειλε στην Κύπρο τον σκληρό κυβερνήτη Τζον Χάρτινγκ, ο οποίος πήρε μια σειρά από απάνθρωπα μέτρα κατά του κυπριακού λαού. Παράλληλα, αποφασίστηκε η εκτέλεση δια απαγχονισμού των Κύπριων αγωνιστών Καραολή και Δημητρίου. Ολόκληρη η Κύπρος βρισκόταν σε πρωτοφανή αναβρασμό και κινητοποίηση.

Τόσο στην Λευκωσία, όσο και την Αθήνα πραγματοποιούνταν κινητοποιήσεις και ογκώδεις διαδηλώσεις κατά των Βρετανών. Στις 9 Μαΐου, χιλιάδες Έλληνες υπό την Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ) βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν υπέρ των αγωνιστών που θα εκτελούνταν και να φωνάξουν για μια ακόμα φορά το αίτημα τους για Ένωση με την Κύπρο. Ωστόσο, το ειρηνικό συλλαλητήριο γρήγορα εξελίχτηκε σε πεδίο μάχης που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις διαδηλωτές και ένας αστυνομικός και να τραυματιστούν συνολικά 265 άτομα.

Ο κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στην πλατεία Ομονοίας και φώναζε συνθήματα για την Κύπρο. Κατά τις 4 το μεσημέρι, αφότου τελείωσε η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δωρόθεου, πρόεδρου της ΠΕΕΚ, χιλιάδες διαδηλωτές κινήθηκαν προς τις οδούς Σταδίου και Πανεπιστημίου με σκοπό να φτάσουν έξω από τη βρετανική πρεσβεία στο Κολωνάκι. Όταν έφτασαν στην οδό Πεσμαζόγλου συνάντησαν ισχυρή αστυνομική δύναμη. Οι αστυνομικοί είχαν εντολή να εμποδίσουν τους διαδηλωτές να πλησιάσουν τις ξένες πρεσβείες. Στη συμβολή των οδών Σταδίου και Πεσμαζόγλου, οι διαδηλωτές ανακόπηκαν από τους αστυνομικούς και ακολούθησαν ισχυρές συγκρούσεις μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές επιτέθηκαν στους αστυνομικούς με καδρόνια και πλακάτ που κρατούσαν και οι αστυνομικοί τους χτυπούσαν με τα γκλομπ. Οι εκατέρωθεν επιθέσεις έγιναν ακόμα πιο βίαιες όταν οι διαδηλωτές άρπαξαν τούβλα από την τράπεζα, που ήταν υπό κατασκευή, στην οδό Πεσμαζόγλου και τα πέταξαν προς τους αστυνομικούς, τραυματίζοντας τον Διευθυντή της Αστυνομίας. Προς στιγμήν, οι διαδηλωτές κατάφεραν να ξεφύγουν από την αστυνομία και κατευθύνθηκαν στα γραφεία της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, τα οποία και κατέστρεψαν.

Η απάντηση της αστυνομίας ήταν άμεση, τραυματίζοντας πολλούς διαδηλωτές και πυροβολώντας προς το μέρος τους. Κανείς δεν πίστευε ότι οι σφαίρες ήταν πραγματικές καθώς οι περισσότεροι θεώρησαν ότι ήταν πυροβολισμοί εκφοβισμού. Οι διαδηλωτές φώναζαν “Αίσχος – Αίσχος” προς τους αστυνομικούς και τους πετούσαν ό,τι έβρισκαν στον δρόμο τους. Όταν ο πρώτος διαδηλωτής έπεσε νεκρός από σφαίρα αστυνομικού επικράτησε πανικός και το πλήθος διαλύθηκε. Οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς ξεχωριστές κατευθύνσεις. Το κέντρο της Αθήνας θύμιζε πεδίο μάχης, καθώς δεκάδες τραυματίες και θύματα κείτονταν στους δρόμους. Συνολικά, εκείνη την ημέρα, σκοτώθηκαν τρεις διαδηλωτές και ένας αστυνομικός που άφησε την τελευταία του πνοή αργότερα, στο νοσοκομείο. Έχασαν τη ζωή τους ο 21χρονος Ιωάννης Κωσταντόπουλος, ο 23χρονος Φραγκίσκος Νικολάου, ο 28χρονος Ευάγγελος Γερόντης και ο αστυφύλακας Κώστας Γιαννακούρης.

Η επόμενη μέρα βρήκε την Κύπρο να θρηνεί για τον απαγχονισμό των νεαρών αγωνιστών της και τον Τύπο της Ελλάδας να επιτίθεται στην κυβέρνηση επιρρίπτοντας τις ευθύνες για το αιματοκύλισμα της πορείας. Οι περισσότεροι κατηγορούσαν την κυβέρνηση Καραμανλή ότι διέταξε την χρήση όπλων για να διαλυθεί διαδήλωση. Η αντιπολίτευση δήλωσε πως “η κυβέρνηση αίματος πρέπει να φύγει αμέσως” και καλούσε τον Καραμανλή σε άμεση παραίτηση. Η κυβέρνηση Καραμανλή έριξε το φταίξιμο στους… αναρχικούς, αναφέροντας σε ανακοίνωση: “Δυστυχώς την πατριωτικήν ταύτην εκδήλωση χιλιάδων λαού ημαύρωσαν αναρχικά στοιχεία. Εφαρμόζοντα την γνωστή εκ του παρελθόντος τακτικήν, με τραγικόν αποτέλεσμα την δημιουργίαν πολλών θυμάτων. Αι προθέσεις των είναι διαφανείς και βεβαιωμέναι. Κατόπιν τοιούτων εκδηλώσεων βίας, η κυβέρνησις δηλοί ότι είναι αποφασισμένη να επιβάλη κυρώσεις κατά των ενόχων και να πατάξη του λοιπού πάσαν αναρχικήν εκδήλωσιν, η οποία υπό το πρόσχημα του πατριωτισμού αποβλέπει ευθέως σε αντεθνικούς σκοπούς”!

Ο Καραμανλής «άνοιξε λογαριασμό» εκείνη την ημέρα για την προδοσία και το ξεπούλημα της Κύπρου, αφού αργότερα προστέθηκαν οι αντεθνικές συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου το 1959 και το περιβόητο «Η Κύπρος κείται μακράν» το 1974. Αυτή η επιτομή του προδότη, ο οποίος δολοφονούσε Έλληνες Πατριώτες που διαδήλωναν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα για να μην δυσαρεστηθούν οι βρετανοί εντολείς του, θεωρείται σήμερα θεμέλιο της μεταπολίτευσης και «εθνάρχης» (!), βρωμίζοντας το νόημα και την αξία μιας τέτοιας ιδιότητας.

Τιμώντας την Μνήμη τόσο των Ελλήνων που έπεσαν νεκροί στις 9 Μαΐου 1956 από το καραμανλικό κράτος όσο και των Καραολή και Δημητρίου, που την επόμενη ημέρα δολοφονήθηκαν από τους βρετανούς αποικιοκράτες, δεν ξεχνούμε ποτέ τους Ήρωες και τους προδότες που σημάδεψαν την νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ

Του Βαγόρη (26 Φεβρουαρίου 1938-14 Μαρτίου 1957)

17342565_1824649301122568_4362972583988151679_n

 

Του Βαγόρη

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα

μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.

Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,

οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

η νια που τον ορμήνευε δεν άκ’σε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

– Παρόντες όλοι;

– Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

– Παρόντες, λέει ο δάσκαλος · και με φωνή που τρέμει:

– Σήκω, Βαγόρη, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.

– Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ, που μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα ‘στα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.

 

ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.

image31879597
Ο έφηβος Αντίνοος, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών

Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».
(Κωνσταντίνος Καβάφης, από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923, Ίκαρος 1993)

Γρηγόρης Αυξεντίου, 3 Μαρτίου 1957. Ο θάνατος του αντρειωμένου – Χρήστου Παππά.

Στην Ελληνική Ιστορία από τη χαραυγή της μέχρι σήμερα, η φράση «έπεσεν ηρωικώς μαχόμενος», απαντάται κι έχει ειπωθεί χιλιάδες επί χιλιάδων φορές. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η ίδια η Ιστορία είναι η σύνθεση των προσωπικών Ιστοριών των ηρώων, γνωστών και αγνώστων. Εξέχουσα προσωπικότητα της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας και (αγία) μορφή του Ελληνισμού είναι ο μάρτυρας του απελευθερωτικού κυπριακού Αγώνος 1955-1959, Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Ζήδρος της θρυλικής ΕΟΚΑ.
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου γεννήθηκε στην αγγλοκρατούμενη και τώρα τουρκοκρατούμενη Λύση, μια κωμόπολη πέντε χιλιάδων κατοίκων βόρεια της Λευκωσίας, στις 22 Φεβρουαρίου 1928. Πατέρας του ήταν ο Πιερής Αυξεντίου και μητέρα του η Αντωνού Γρηγορά.
Από την τρυφερή παιδική του ηλικία και οι δύο γονείς φρόντισαν να διαπαιδαγωγήσουν το γυιο τους με τα ελληνικά ιδανικά και την ορθόδοξη πίστη. Σύμφωνα με μαρτυρίες του πατέρα του από μικρός ο Γρηγόρης «αντρόδειχνε » και δεν ησχολείτο και τόσο με τα παιδιάστικα παιχνίδια. Ήθελε συνέχεια να μαθαίνει και ρωτούσε επίμονα τον πατέρα του για τους ήρωες του ’ 21.
Οι συμπατριώτες του θυμούνται ακόμη και σήμερα το μικρό Γρηγόρη μαζί με τη μικρότερη αδελφή του επικεφαλής των πιτσιρικάδων του χωριού να διαβαίνουν τους δρόμους του τραγουδώντας, με ένα μαντήλι για σημαία, και τον Αυξεντίου «αξιωματικό», να προστάζει. Από τότε ο Αυξεντίου, δέκα μόλις χρονών, είχε ισχυρή προσωπικότητα και όλοι οι συνομήλικοι του τον είχαν παραδεχθεί για αρχηγό τους. Ως χαρακτήρας τότε μα και στα κατοπινά χρόνια ήταν ριψοκίνδυνος και τολμηρός, πρόσχαρος και συγχρόνως λιγόλογος και σοβαρός, μα πάνω απ’ όλα αναφαίρετο χαρακτηριστικό που τον διέκρινε ήταν η βαθιά πίστη στην Πατρίδα και ο πόθος για ελευθερία. Στην τελευταία χρονιά του Γυμνασίου η τάξη του ανέβασε το έργο του ποιητή του κυπριακού ελληνισμού Βασίλη Μιχαηλίδη «Ενάτη Ιουλίου», που αναφέρεται στον ηρωισμό και τη θυσία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, αλλά και των άλλων προκρίτων του νησιού, τους οποίους κρέμασαν οι Τούρκοι την 9η Ιουλίου 1821. Το ρόλο του Κυπριανού υποδύθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο νεαρός Γρηγόρης. Για τα παιδικά και γυμνασιακά χρόνια του Αυξεντίου αξίζει να παραθέσουμε απόσπασμα από τη μαρτυρία του Γυμνασιάρχη του:
«Ουδέποτε μπορούσα να φαντασθώ πως ο έφηβος αυτός με το μακρουλό πρόσωπο, σαν προσωπογραφία του μεγάλου Έλληνος ζωγράφου Θεοτοκοπούλου, και με τα ολόμαυρα ονειροπόλα μάτια που τον δείχνανε πάντα βυθισμένο σε διαλογισμούς, θα διεδραμάτιζε τόσο υπέροχο και ξεχωριστό ρόλο στην απελευθέρωση της πατρίδος μας. Πως θα γινόταν ο θρυλικός ήρωας, ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, που δόνησε τις ψυχές των Ελλήνων και όλου του κόσμου με το υπεράνθρωπο κατόρθωμά του και την ανυπέρβλητη θυσία του. Κι όμως οι πράξεις του Γρηγόρη Αυξεντίου είχαν τόση συνέπεια μεταξύ τους από τον καιρό που ήταν ένας έφηβος μαθητής μέσα σε τόσους άλλους, ως την ημέρα που ανεδείχθη ο ξεχωριστός ήρωας, που η δόξα του έχει ξεπεράσει τ’ άστρα».
Μετά το Γυμνάσιο, ενώ αρχικά ήθελε να σπουδάσει Φιλολογία, υπερίσχυσε μέσα του η αγάπη για την Πατρίδα και αποφάσισε να έρθει στην ελεύθερη Ελλάδα, να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, και συγχρόνως να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων, προκειμένου να γίνει Αξιωματικός. Στις εξετάσεις του 1949, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές του, αποτυγχάνει αλλά δεν χάνει το κουράγιο του. Γράφει στον πατέρα του τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου ότι θα ακολουθήσει τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.
Το 1952, αφού έχει ολοκληρώσει τη θητεία του ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, πολίτης πια, επιστρέφει στην Κύπρο και βοηθά τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες.
Τα τρία χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1955 είναι μια περίοδος σιωπής και της μεγάλης προπαρασκευής για τον Αγώνα που θα ακολουθήσει.
Τη νύχτα της 31ης Μαρτίου προς 1η Απριλίου 1955 ο Αυξεντίου καληνύχτισε τον πατέρα του, και μετά δεν ξαναφάνηκε. Το ξημέρωμα της 1ης Απριλίου το νησί σείστηκε ολόκληρο. Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπριακού Αγώνος), άρχιζε. Αρχηγός ο Κύπριος Συνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού, ο θρυλικός Γεώργιος Γρίβας Διγενής. Η αποστολή του ενταγμένου στην ΕΟΚΑ Αυξεντίου ήταν, μαζί με την ομάδα του, να ανατινάξει τις πετρελαιαποθήκες της βρετανικής στρατιωτικής βάσεως στη Δεκέλεια. Δυστυχώς, από ένα βραχυκύκλωμα το εγχείρημα απέτυχε και οδήγησε συγχρόνως στο θάνατο τον πρώτο ήρωα της ΕΟΚΑ, τον τριαντατριάχρονο Μόδεστο Παντελή, γεωργό, από το Λιοπέτρι Αμμοχώστου.
Από τις πρώτες ημέρες οι Άγγλοι καταζητούν τον Αυξεντίου τον οποίον επικηρύσσουν με το ποσόν των 250 λιρών. Αργότερα, μετά από τις επιτυχίες του Αυξεντίου, και αφού κατάλαβαν πόσο απαραίτητος ήταν για τον αγώνα, το ποσόν αυξήθηκε σε 5000 λίρες. Στον καταδότη προσφερόταν επίσης η μετάβαση του ιδίου και της οικογένειάς του στο εξωτερικό υπό αγγλικήν προστασία.
Η προσωπικότητα του Αυξεντίου, η άρτια στρατιωτική του κατάρτιση και η αφοσίωσή του στο καθήκον, σαγήνευε και εμψύχωνε όλους τους συντρόφους του.
Ο Αυξεντίου κρύβεται αρχικά σε σπίτια πατριωτών και αργότερα σε μοναστήρια και κρησφύγετα. Σε ένα κρησφύγετό του, στην Ιερά Μονή Αχειροποιήτου θα γίνει και ο γάμος του ήρωα, το βράδυ της 10ης Ιουνίου 1955. Οι νεόνυμφοι χωρίστηκαν ξημερώνοντας 11 Ιουνίου, για να συναντηθούν μοναχά για άλλη μία φορά και τελευταία, στο πανηγύρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του χωριού Ακανθού, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου.
Η επιτυχημένη πορεία του Αυξεντίου στην ΕΟΚΑ θα οδηγήσει τον Γρίβα στην απόφαση να τον ορίσει Υπαρχηγό του.
Ο Αυξεντίου, υπό το ψευδώνυμο «Ζήδρος», οργάνωνε άριστα ενέργειες δολιοφθορών και επιθέσεων εναντίον στρατηγικών στόχων, αλλά ήταν εξίσου ευρηματικός στις μεταμφιέσεις του. Πολλές φορές κυκλοφορούσε με αγγλικό τζιπ, λάφυρο του Αγώνα, στο οποίο είχε αλλάξει πινακίδες, και περνούσε μ’ αυτό τα μπλόκα των Άγγλων στρατιωτών, ντυμένος με στολή Άγγλου Αξιωματικού. Κάποτε που κατεδίωκε το τζιπ του Αυξεντίου ισχυρή δύναμη από αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες των Άγγλων, αυτός όχι μόνο πέρασε το μπλόκο που συνάντησε, αλλά σταμάτησε και στρατιωτικό φορτηγό και διέταξε τον οδηγό του ως εγγλέζος αξιωματικός, σε άπταιστα αγγλικά, να τον εφοδιάσει με βενζίνη.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια των ταλαιπωριών του Αγώνα, με τις πολύωρες πορείες στα βουνά, η λογοτεχνική φλέβα του Αυξεντίου τροφοδοτούσε τους συντρόφους του με στίχους και προσέφερε δύναμη και πίστη για τη συνέχεια.
Την Άνοιξη του 1956 ο Αυξεντίου είχε κρησφύγετο κοντά στη Μονή της Παναγίας του Μαχαιρά στο όρος Τρόοδος. Τον ταλαιπωρούσαν πόνοι στη σκωληκοειδίτιδα και έπρεπε να υποβληθεί οπωσδήποτε σε εγχείρηση. Τον μετέφεραν κρυφά και με χίλιες προφυλάξεις στη Λεμεσό όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση, για να έλθει λίγες μέρες μετά και πάλι στο μοναστήρι, προκειμένου να αναρρώσει. Έμεινε στο Ηγουμενείο, άφησε γενειάδα, φόρεσε γυαλιά, και τα μαύρα ράσα και το σκούφο του μοναχού, και για τους πολλούς και αμύητους ήταν ο μοναχός Χρύσανθος. Λίγο μετά τη Λαμπρή του 1956, δύο χιλιάδες εγγλέζοι στρατιώτες κύκλωσαν το μοναστήρι αναζητώντας τον Αυξεντίου. Και ενώ γίνονταν εξονυχιστικές έρευνες, ο ηγούμενος κάλεσε τους αξιωματικούς για το παραδοσιακό κέρασμα. Ο καλόγερος Χρύσανθος ήταν αυτός που έφερνε το δίσκο με τα γλυκά και το κρασί. Η ψυχραιμία και το θάρρος του τον έσωσαν για άλλη μια φορά.
Το Φεβρουάριο του 1957 ο Αυξεντίου φτιάχνει ένα κρησφύγετο πιο χαμηλά από το Μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά.
Στις 3 τη νύχτα, ξημερώνοντας η Παρασκευή 1η Μαρτίου 1957, οι Άγγλοι κατακτητές πολιορκούν το μοναστήρι στο οποίο χιμούν κατά ομάδες φωνάζοντας, βρίζοντας και απειλώντας τους καλόγερους: «Πέστε μας αμέσως πού κρύβετε τους τρομοκράτες. Πού είναι ο Αυξεντίου;». Τραβούν τον ηγούμενο από τα μαλλιά κι έναν διάκο τον κρεμούν ανάποδα σε γκρεμό 50 μέτρων προκειμένου να μαρτυρήσει. Τα ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά ψάχνουν και πατούν ακόμη και την Αγία Τράπεζα στο ιερό της εκκλησίας, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Μετά από τριήμερη παραμονή των εγγλέζων στο μοναστήρι, και ενώ ήσαν έτοιμοι να φύγουν άπραγοι, κτύπησε η προδοσία. Προδότης ο αγωγιάτης του μοναστηριού, ο οποίος υπέδειξε στους εγγλέζους το κρησφύγετο του Αυξεντίου. Ήταν πολύ δύσκολο να το ανακαλύψει κανείς, γιατί επρόκειτο για μια σπηλιά που η είσοδός της ήταν μια μικρή τρύπα που την έφραζε ένας πυκνός θάμνος. Λίγο πριν να ξημερώσει για τα καλά και μέσα σε ανεμοθύελλα, οι εγγλέζοι κατάφεραν να εντοπίσουν το κρησφύγετο. Ο Άγγλος αξιωματικός τους φωνάζει απέξω για να παραδοθούν. Μέσα στην υπόγεια σπηλιά βρίσκονται συνολικά πέντε αγωνιστές της ΕΟΚΑ: ο Αυξεντίου διατάσσει τους τέσσερεις συντρόφους του, τον Αυγουστή Ευσταθίου, τον Φειδία Συμεωνίδη, τον Ανδρέα Στυλιανού και τον Αντώνη Παπαδόπουλο να φύγουν. Αυτοί αρνούνται και τον παρακαλούν να μείνουν μαζί του. «Θέλουμε να πεθάνουμε μαζί σου», του είπαν. Ο Αυξεντίου δεν άφησε περιθώρια για συζήτηση. Η διαταγή είναι διαταγή. Με μισή καρδιά οι σύντροφοί του πειθάρχησαν και βγήκαν από τη σπηλιά. Οι Άγγλοι άρχισαν να φωνάζουν και του Αυξεντίου να παραδοθεί. Ένας Άγγλος δεκανέας πλησίασε απειλιτικά την τρύπα αλλά μία ριπή από μέσα τον ξάπλωσε νεκρό. «Μολών Λαβέ», κραύγασε ο ήρωας μέσα από τη σπηλιά. Οι Άγγλοι έριξαν τότε χειροβομβίδα και τον τραυμάτισαν στο λαιμό και στο γόνατο. Ο Αυγουστής Ευσταθίου, κρατούμενος πλέον των Εγγλέζων, προσπαθεί να τους πείσει να σταματήσουν να βάλλουν γιατί ο Αυξεντίου είναι σίγουρα νεκρός. Ο Άγγλος επικεφαλής πείθεται και τον διατάσσει να μπει αυτός στη σπηλιά για να ανασύρει τον νεκρό Αυξεντίου. Ο Αυγουστής μόλις εισήλθε στο κρησφύγετο αρπάζει ένα αυτόματο και φωνάζει από το στόμιο της σπηλιάς στους Εγγλέζους: «Ελάτε, είμαστε δύο τώρα!».
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια τιτανομαχία με χιλιάδες πυροβολισμούς, καπνογόνες βόμβες, δακρυγόνα και χειροβομβίδες εναντίον του κρησφύγετου. Το βουνό εσείετο συθέμελα. Ο τραυματισμένος Αυξεντίου, γεμάτος αίμα, έφτανε κάθε τόσο στην είσοδο της σπηλιάς και μέσα σε καταιγισμό πυρών έβαλλε κατά του εχθρού. Κανείς από τους εγγλέζους δεν τολμούσε να πλησιάσει. Πέντε χιλιάδες στρατιώτες του συντάγματος του Δούκα του Γουέλλινγτον με επικεφαλής τον Ταξίαρχο Χόπγουντ ταπεινώνονται μπροστά σε δύο Έλληνες αγωνιστές, εκ των οποίων ο ένας τραυματισμένος. Πάνω από τη σπηλιά ίπτανται δύο πολεμικά ελικόπτερα και τη μάχη αποθανατίζει στρατιωτικό κινηματογραφικό συνεργείο. Οι εγγλέζοι μετά από εννιά ώρες απραξίας, με αναλογία δύο Έλληνες προς πέντε χιλιάδες, θέτουν το δόλιο και απάνθρωπο σχέδιό τους σε εφαρμογή : θα τους κάψουν ζωντανούς! Τριάντα γαλόνια βενζίνης κυλούν προς το βάθος της σπηλιάς, ενώ συγχρόνως αυτή δονείται από δυνατές εκρήξεις εμπρηστικών βομβών. Ο Αυγουστής πετάχτηκε έξω με καψαλισμένο το πρόσωπο και προσπάθησε μάταια να κρυφτεί. Όλοι νόμιζαν ότι ο Αυξεντίου ήταν νεκρός και όλα είχαν τελειώσει. Να όμως που μέσα από την κόλαση της φωτιάς ξεπροβάλει μία καιόμενη ηρωική μορφή, με κομμένο το ένα πόδι, και με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια πετάει την τελευταία του χειροβομβίδα. Οι Άγγλοι συνεχίζουν να βάλλουν με αυτόματα και να πυροδοτούν τα εκρηκτικά που είχαν τοποθετήσει γύρω από τη σπηλιά.
Ο Αυξεντίου έπεσε όταν είχε πλέον γίνει μία άμορφη μάζα από καμένες σάρκες. Ήταν ώρα 2 το μεσημέρι της Παρασκευής 3 Μαρτίου 1957. Θα ταφεί την επομένη στο προαύλιο των φυλακών της Λευκωσίας, στα «Φυλακισμένα Μνήματα», μα η ψυχή Του φτερουγίζει ελεύθερη και προσμένει να χαρεί (σύμφωνα με δικά του γραπτά) τη νεολαία «να πιστεύει σ’ ένα ιδανικό και να αγωνίζεται για το Μεγάλο, το Καλό και το Αληθινό».