ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΪΔΙΝΙΟΥ ΜΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΝΤΗΛΙΑ-  Η θυσία των Προσκόπων στο Αϊδίνι και στα Σώκια

 

 

aidini 1

 

aydin1

Τον Ιούνιο του 1919 στο Αϊδίνι λειτουργούσαν τρεις προσκοπικές ομάδες. Ο Ελληνικός Στρατός μόλις είχε απελευθερώσει την πόλη και είχε εγκαταστήσει μικρή στρατιωτική φρουρά. Στις 15 Ιουνίου 1919 πολυάριθμες ομάδες Τούρκων ανταρτών επιτέθηκαν εναντίον της φρουράς. Οι Πρόσκοποι παρέμειναν στο πλευρό του Στρατού και του φοβισμένου πληθυσμού και προσέφεραν κάθε λογής υπηρεσίες. Μετά την έξοδο από την πόλη της μικρής ελληνικής φρουράς, πραγματοποιήθηκαν απίστευτες αγριότητες. Όσοι πρόσκοποι δε σκοτώθηκαν, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν έξω από την πόλη, όπου και εκτελέστηκαν με πρώτο τον ηρωικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη.

Αλλά κι άλλες εκτελέσεις προσκόπων έγιναν και σε άλλες περιοχές της Μικρασίας κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της Καταστροφής. Στα Σώκια, στην Κάτω Παναγιά και αλλού.

Υπηρεσίες σημαντικές, όμως, προσέφεραν οι Έλληνες πρόσκοποι και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Για την περίθαλψη των προσφύγων, οι οποίοι κατέφταναν κατά χιλιάδες, οι πρόσκοποι χρησιμοποιήθηκαν με όλους τους τρόπους και χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο φύλακες-άγγελοι των θυμάτων εκείνης της εθνικής συμφοράς. Προσέφεραν υπηρεσίες για την πρόχειρη εγκατάσταση των σκηνών, οργάνωση συσσιτίων και καθαριότητα των συνοικισμών, νοσοκομειακή περίθαλψη, ακόμα και για τη φύλαξη ορισμένων κατασκηνώσεων.

Για τις εξέχουσες αυτές υπηρεσίες του προς την πατρίδα, το 1922 απονεμήθηκε στη Σημαία του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α΄ Τάξεως.
Το χρονικό της Θυσίας:

Τον Οκτώβρη του 1918 είχε υπογραφεί η συνθήκη του Μούδρου.

14 Μαΐου 1919

ο Ελληνικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη, στην Ιωνία και αργότερα στο Αϊδίνι, όπου γίνονται δεκτοί απο τον αμιγή Ελληνικό πληθυσμό με εκδηλώσεις έξαλλου ενθουσιασμού και με δάκρυα βαθύτατης συγκινήσεως.

Οι Έλληνες ωστόσο ήταν ανήσυχοι, κι οι φόβοι τους δικαιώθηκαν, γιατί γρήγορα άρχισε αγώνας με τους Τούρκους αντάρτες, που λεηλατούσαν συστηματικά διάφορες πόλεις.

15 Ιούνη 1919

Μια μεγάλη δύναμη ανταρτών χτύπησε το Αϊδινι. Τμήματα του πρόχειρα οργανωμένου Τουρκικού στρατού μαζί με άτακτους (Τσέτες) άρχισαν να προσβάλουν την πόλη του Αϊδινίου, με πολυβολισμούς και κανιονοβολισμούς απο τα νότια της πόλεως.

16 Ιουνίου 1919

Στη μεγάλη αυτή καταστροφή οι Πρόσκοποι, μαζί με τον Τοπικό τους Έφορο Νικόλαο Αυγερίδη και έχοντας πιστό οδηγό τους το Νόμο την Υπόσχεση του Προσκόπου: «Υπόσχομαι στην Τιμή μου, να εκτελώ το καθήκον μου προς το Θεό και την Πατρίδα, να βοηθώ κάθε άνθρωπο σε κάθε περίσταση και να τηρώ τον Νόμο του Προσκόπου» δεν έμειναν αδρανείς. Σκέφτηκαν πως έπρεπε να βοηθήσουν με κάθε τρόπο τον πληθυσμό στη δοκιμασία του. Οι Πρόσκοποι αρχίζουν να τρέχουν παντού να βοηθήσουν.

Η μάχη προχωράει προς το κέντρο της πόλεως. Πυκνώνουν τα πυρά των Τούρκων. Τότε εμφανίζονται και οι πρώτες πυρκαγιές, οι οποίες παίρνουν γρήγορα τρομερές διαστάσεις. Οι μάχες γίνονται σκληρές, μπροστά στην αριθμητική υπεροχή των ανταρτών ο Ελληνικός Στρατός, αναγκάζεται να υποχωρήσει στα υψώματα περιμένοντας ενισχύσεις.

Ο Τοπικός Έφορος, οι Αρχηγοί και οι Πρόσκοποι αδυνατούν όμως να εγκαταλείψουν εγκαίρως την κόλαση αυτή, και να αφήσουν αβοήθητους τους συγχωριανούς τους. Έτσι παραμένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους ως γνήσιοι Έλληνες Πρόσκοποι, προσφέροντας μέχρι την τελευταία στιγμή τις υπηρεσίες τους προς τον πλησίον μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συλληφθούν 31 Πρόσκοποι μαζί με τον Τοπικό Έφορο Νίκο Αυγερίδη και τους Αρχηγούς τους.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου τους μεταφέρουν στις όχθες του Εύδωνα ποταμού και καλούν πρώτο το Νίκο Αυγερίδη να αλλαξοπιστήσει και να απαρνηθεί την Ελλάδα.

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ ! αναφωνεί ο ήρωας Τοπικός Έφορος και εκτελείται. Την ίδια τύχη είχε ορίσει η μοίρα και για τους υπόλοιπους Προσκόπους που αναφωνώντας και αυτοί: ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ! εκτελούνται ο ένας μετά τον άλλο.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΡΩΙΚΩΝ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ ΤΟΥ ΑΪΔΙΝΙΟΥ είναι :

  1. Νικόλαος Αυγερίδης (Ιδρυτής και Τ.Ε.)
  2. Επαμεινώντας Αναστασιάδης (μέλος Τ.Ε.)
  3. Μιχαήλ Τσοχατζής (μέλος Τ.Ε.)
  4. Φιλοκτήτης Αργυράκης (Αρχηγός 1ης Ο.Π.)
  5. Μίνως Βεϊνόγλου (Αρχηγός 2ης Ο.Π.)
  6. Αιμίλιος Παπαδόπουλος (Αρχηγός 3ης Ο.Π.)

και οι Πρόσκοποι:

  1. Ιωάννης Αβραάμ
  2. Κωνσταντίνος Ανδρεάδης
  3. Ηρακλής Αντωνίου
  4. Δήμος Αραδούλης
  5. Γεώργιος Θεοδώρου
  6. Βασίλειος Ιωάννου
  7. Γεώργιος Ιωάννου
  8. Χρυσόστομος Κανάτας
  9. Γεώργιος Καραγιαννόπουλος
  10. Δήμος Καραμαούνας
  11. Δημήτριος Κουγιουμτζής
  12. Κυριάκος Μανθόπουλος
  13. Εμμανουήλ Μαρινάκης
  14. Ευδόκιμος Μιναρεδζόγλου
  15. Θεοδόσιος Μιναρεδζόγλου
  16. Νικόλαος Μιναρεδζόγλου
  17. Γεώργιος Νικητόπουλος
  18. Κωνσταντίνος Νομικός
  19. Γεώργιος Παναγής
  20. Γεώργιος Παπαδάκης
  21. Δημήτριος Πρωτοψάλτης
  22. Πλάτων Σαμιωτάκης
  23. Δημοσθένης Σακελλαρίδης
  24. Μάνθος Τσοχατζής
  25. Ευστάθιος Χριστοδούλου

Τρία χρόνια μετά, τον Απρίλιο του 1922, νέα συμφορά έπληξε τους Έλληνες Προσκόπους. Τα Σώκια, μικρή πόλη στον ποταμό Μαίανδρο, ήταν υπό την κατοχή του Ιταλικού Στρατού, ο οποίος διατάχτηκε να παραδώσει την περιοχή στα ελληνικά στρατεύματα. Οι τούρκικες αρχές είχαν ρίξει εδώ και μήνες στη φυλακή πολλούς Έλληνες, μεταξύ των οποίων και τους Προσκόπους. Μόλις πλησίασε ο Ελληνικός Στρατός, οι Τούρκοι πήραν φεύγοντας και τους κρατούμενους, παρά τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στους Ιταλούς. Προσπαθώντας να τους καταδιώξουν έτσι όπως έφευγαν άτακτα, οι Έλληνες στρατιώτες βρέθηκαν μπροστά στα πτώματα 15 και πλέον Ελληνόπουλων των οποίων το μόνο αμάρτημα ήταν η ιδιότητα του Έλληνα Προσκόπου.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΡΩΙΚΩΝ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ στα Σώκια είναι:

  1. Χρήστος Χριστίδης (Αρχηγός)

και οι Πρόσκοποι:

  1. Γιώργος Βενέτος
  2. Βασίλειος Γεωργιάδης
  3. Δημήτριος Καραμηνάς
  4. Θρασύβουλος Καραμηνάς
  5. Δημήτριος Μελάς
  6. Ευστράτιος Ματθαίου
  7. Ιωάννης Στολίδης
  8. Γεώργιος Σαβράκης
  9. Βασίλειος Χαραλάμπους
  10. Γεώργιος Χαραλάμπους
  11. Γεώργιος Χατζημιχαήλ
  12. Κωνσταντίνος Χειμωνίδης

Οι επανειλημμένες σφαγές των Ελλήνων Προσκόπων στη Μικρά Ασία προκάλεσαν την αγανάκτηση και τις έντονες διαμαρτυρίες των Προσκοπικών Οργανώσεων σε όλο τον κόσμο και του Τύπου.

Οι υπηρεσίες τις οποίες προσέφεραν οι Έλληνες Πρόσκοποι μετά την Μικρασιατική καταστροφή ήταν σημαντικές. Για την περίθαλψη των προσφύγων, οι οποίοι κατέφταναν κατά χιλιάδες, οι Πρόσκοποι χρησιμοποιήθηκαν με όλους τους τρόπους και χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο σαν οι φύλακες-άγγελοι των θυμάτων της εθνικής εκείνης συμφοράς. Προσέφεραν υπηρεσίες για την πρόχειρη εγκατάσταση των σκηνών, οργάνωση συσσιτίων και καθαριότητα των συνοικισμών, νοσοκομειακή περίθαλψη, ακόμα και για τη φύλαξη ορισμένων κατασκηνώσεων.

Για τις εξέχουσες αυτές υπηρεσίες των Προσκόπων, η Ελληνική Πολιτεία μέσω του τότε «βασιλιά Κωνσταντίνου» απένειμε το 1922 στη Σημαία του ΣΕΠ το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α’ Τάξεως.

Αυτή ήταν η θυσία αγνών Ελληνόπουλων και Μεγάλων Προσκόπων για του Χριστού την Πίστη  και της Πατρίδος την Ελευθερία.

Το κείμενο προήλθε από αποσπάσματα του βιβλίου:

Ν. ΠΑΡΑΔΕΙΣΗ «Ο ΠΡΟΣΚΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ 1919-1922»

πηγή  

Ιωάννης Μεταξάς: Πλην…αθηναϊκής πλουτοκρατίας

Ioannis_Metaxas_1937_cropped« […] Ολη η μεσαία τάξις των Αθηνών είναι υπέρ ημών. Το εξεδήλωσε και το εκδηλώνει πάντοτε ενθουσιωδώς. Αι Εργατικαί τάξεις των Αθηνών, αι τάξεις των δουλευτάδων, όλαι αι τάξεις αι καθαρώς λαϊκαί είναι αποφασισμέναι με κάθε τρόπον να υποστηρίξουν το Κράτος της 4ης Αυγούστου. Και εξαιρείται μόνον μία μερίς της Αθηναϊκής Κοινωνίας. Η μερίς εκείνων οι οποίοι προηγουμένως ήσαν το παν, η μερίς εκείνων οι οποίοι συνήθισαν από την Αθήνα να διευθύνουν κατά τρόπον απόλυτον όλην την Ελλάδα, η μερίς εκείνων οι οποίοι είχαν υφαρπάσει όλα τα πόστα κοινωνικά και πολιτικά και καθισμένοι και ζώντες εις τας Αθήνας εξεμύζων την Ελλάδα από πάσης απόψεως χωρίς να της προσφέρουν τίποτε. Αυτοί είναι εναντίον μας. Είναι ολίγαι χιλιάδες ανθρώπων. Δεν τους πειράζομεν εις τίποτε, αφού πλέον κατέστησαν αβλαβείς, και αδιαφορούμεν μάλιστα. [Και αυτοί] απολαμβάνουν των αγαθών της 4ης Αυγούστου διότι και αυτοί ζουν εν ασφαλεία, διότι και αυτοί έχουν ήσυχον το κεφάλι των και δεν κινδυνεύει να κοπή το λαρύγγι των από τους ερυθρούς οι οποίοι δεν θα τους εσέβοντο βέβαια παρ’ όλην την συμμαχίαν των. […].»

Ιωάννης Μεταξάς, από ομιλία του στα Γιάννενα

πηγή

 

 

Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός: Φιλόσοφος, μέντορας και πρωτοπόρος εθνοκοινωνιστής

«Πολλούς μεν Θεόμορφους άνδρες
Γέννησε η Ελλάδα,
που εξέχουν στη σοφία
και στην άλλη αρετή.
Αλλά ο Γεμιστός, όσο διαφέρει ο Φαέθων
από τ΄αστέρια.
Τόσον υπερέχει από τους άλλους και στα δύο».

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων που ψάχνουν την ιστορία, τα χρόνια του Μεσαίωνα καλύπτονται από βαθειά καταχνιά. Στην Ελλάδα, την περίοδο προς το τέλος του 14ου αιώνα, διανύεται μία από τις πιο δυσμενείς περιόδους του Ελληνισμού. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ψυχορραγεί, δεχόμενη αλλεπάλληλα εσωτερικά κτυπήματα και εξωτερικές επιβουλές.

Το Έθνος, διωγμένο και αλλοτριωμένο επί δεκαετίες, αναλώνεται σε διενέξεις, ενώ διανύει την πλέον αντίξοη περίοδο της υπάρξεώς του.

Εκείνη την σκοτεινή περίοδο, η εμφάνιση του Γ. Γεμιστού αποτελεί έναν πνευματικό σπινθήρα, που ακτινοβολεί μέσα στο σκοτάδι, το αστραφτερό φως της Ελληνικής διανοήσεως.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον χώρο των Γραμμάτων, ο οποίος επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο «Πλήθων», ώστε να θυμίζει το όνομα «Πλάτων», στα βυζαντινά κείμενα της εποχής, αναφέρεται ως «Φιλόσοφος», χαρακτηριστικά ανάφεραν πως «Φιλόσοφος, ήταν μόνο ένας, ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθωνας».

Ο Γεώργιος – Πλήθων Γεμιστός, γεννήθηκε το 1355 στην Κωνσταντινούπολη, από επιφανή οικογένεια. Η καταγωγή αυτή του έδωσε το πλεονέκτημα να αποκτήσει βαθειά και ολοκληρωμένη μόρφωση σε θέματα θρησκευτικά, ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, αστρονομία και νομικά. Είχε έντονο ενδιαφέρον για την ερμηνεία και τη χρήση της αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας.

Μία ισχυρή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ο τελευταίος των Νεοπλατωνικών φιλοσόφων και από τους πρώτους σκαπανείς του Εθνικισμού, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του υστεροβυζαντινού πνευματικού βίου, ήταν ένας βαθύς γνώστης του Πλατωνισμού.

Πολυθεϊστής και ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και φυλετικής συνέχειας του Ελληνισμού («Εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), η σκέψη του επηρέασε έντονα την Ιταλική διανόηση της εποχής και συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση του ρεύματος που ονομάστηκε, «Αναγέννηση».

Η επιρροή του Πλήθωνα στη διαμόρφωση του πνευματικού κόσμου του Μυστρά και κατ’ επέκταση της «Λακεδαίμονος» ήταν καθοριστική.

Το συγγραφικό του έργο, το οποίο κινείται σε πολλούς θεματικούς άξονες, επηρέασε σημαντικά τους συγχρόνους του, αλλά και τους μεταγενέστερους.

Δέχθηκε την αναγνώριση πολλών προσωπικοτήτων της εποχής του, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται αυτοκράτορες, ενώ οι θρησκευτικές του απόψεις και η αμφισβήτηση του Αριστοτέλη, ήταν οι αιτίες να γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής από άλλους φιλοσόφους, αλλά και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο κύριος συντελεστής του νεοπλατωνικού κινήματος στη Δύση, ζει σε μια εποχή που αποδεδειγμένα αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες φάσεις της Βυζαντινής Ιστορίας.

Εκεί στην Πελοπόννησο που είναι κατά κάποιο τρόπο Ελληνικό οχυρό επιτρέπει να αναβιώσει γύρω στα 1400 ένας «Ελληνισμός» με την αρχαία σημασία. Θα αναβιώσει μια ελπίδα, ένα κίνημα που χαρίσει δύναμη σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας. Ο Πλήθων, με το μυσταγωγικό του έργο επιδιώκει να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις, δίνοντας με την αναγεννητική του διδασκαλία πνοή στον ετοιμοθάνατο Ελληνισμό.

Το 1380 ο Γ. Γεμιστός εγκαταστάθηκε στην τότε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους Αδριανούπολη, όπου μαθήτευσε δίπλα σε έναν Ελληνιστή δάσκαλο, τον Ελισαίο. Εικάζεται ότι επέστρεψε ξανά στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί δίδαξε Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο. Τα έργα του είναι κυρίως επανεκδόσεις αρχαίων ιστορικών κειμένων, με έμφαση σε θέματα αστρονομικά, γεωγραφικά, φιλολογικά και φιλοσοφικά. Ο Γ. Γεμιστός ήταν γνώστης της Αριστοτελικής φιλοσοφίας, αλλά στην πορεία έγινε ένθερμος υποστηρικτής του Πλατωνισμού. Από τη μελέτη των «Βίων του Πλουτάρχου», γνώρισε τις κοινωνικοπολιτικές ιδέες των μεταρρυθμιστών της αρχαίας Σπάρτης, από τις οποίες εμπνεύστηκε το πολιτικό του πρόγραμμα.

Έπειτα από διαδοχικές αναζητήσεις, ο Πλήθων φεύγει από την Κωνσταντινούπολη και καταφεύγει στον Μυστρά. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε η υποσυνείδητη έλξη την οποία ένιωθε ο φιλόσοφος για την Σπάρτη, η οποία πλησίαζε το πλατωνικό πρότυπο της ιδεατής Πολιτείας, αλλά πρωτίστως το γεγονός ότι οι ιδέες του άρχισαν να γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Πελοπόννησο, αναδείχθηκε η έντονη προσωπικότητά του. Ιδρύει Φιλοσοφική Σχολή, διατελεί Σύμβουλος των Δεσποτών, καθώς και των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου με αποστολή την «Προστασία των Νόμων».

Στον Μυστρά ο Πλήθωνας έλαβε το αξίωμα του ανώτατου δικαστικού, το οποίο χρησιμοποίησε απολύτως αμερόληπτα (όπως φαίνεται από τον επικήδειο που εκφώνησε ο μαθητής του Ιερώνυμος Χαριτώνυμος: «…και μην δικαιοσύνη τοιαύτη τις ή τω ανδρί, ως λήρον είναι Μίνω εκείνον και Ραδάμανθυν τούτω παραβαλλομένους»), σημειώνεται δε, από τον ίδιο, ότι εάν χάνονταν οι Νόμοι, μονάχα ο Πλήθων θα είχε την δυνατότητα να τους επαναδιατυπώσει, και μάλιστα καλύτερα κι από τον Σόλωνα και τον Λυκούργο.

Το 1437 συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ στην εκκλησιαστική Σύνοδο της Φλωρεντίας ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας για την ένωση των εκκλησιών. Η βοήθειά του στην Σύνοδο ήταν πολύτιμη, καθώς με τα Λατινικά που γνώριζε και με την επιστημονική του κατάρτιση, ήταν σύμβουλος και διερμηνέας. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία, η προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του εντυπωσίασαν ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές και μεταξύ αυτών, τον Ηγεμόνα της Φλωρεντίας, Κοσμά των Μεδίκων.

Στη Φλωρεντία ο Γεμιστός σχετίστηκε με σπουδαίους ανθρώπους της εποχής, όπως τον μετέπειτα ιδρυτή της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Κόσιμο Μέδικο και τον Ιουλιανό, αντιπρόσωπο του Πάπα. O πρώτος διευθυντής της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Μαρσίλιο Φιτσίνο απεκάλεσε αργότερα τον μεγάλο δάσκαλο Πλήθωνα, «δεύτερο Πλάτωνα».

Εκεί έγραψε τη φιλοσοφική του μελέτη «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται», η οποία αποτελεί ένα έργο υπερασπίσεως του Πλάτωνα και της φιλοσοφίας του, έναντι του Αριστοτέλη. Ο Πλήθωνας, με αυτό του το έργο, γίνεται η αφορμή να ξεσπάσει αντιπαράθεση μεταξύ Πλατωνικών και Αριστοτελικών.

Ο Γ. Γεμιστός έφυγε πριν από τη λήξη των εργασιών της Συνόδου και επέστρεψε στο Μυστρά περί το 1441. Θα συγγράψει το μεγαλειώδες έργο του «Νόμων Συγγραφή», το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις για την οικονομία, το στρατό, την άσκηση της εξουσίας, τη γεωργία, την άνθιση των τεχνών και του πολιτισμού. Δυστυχώς σώζονται μόνο 16 από τα 101 κεφάλαια της Συγγραφής, διότι ήταν γραμμένα ξεχωριστά από το χειρόγραφο του συνολικού έργου, το οποίο μετά το θάνατο του Πλήθωνος έφτασε στα χέρια της Θεοδώρας, της γυναίκας του Δημητρίου Παλαιολόγου. Αυτή το διάβασε, κατάλαβε ότι οι σκέψεις του Πλήθωνος δεν συνέπιπταν με τα δόγματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό έστειλε αυτό το μοναδικό χειρόγραφο του έργου του στον Γεννάδιο Σχολάριο, τον μετέπειτα πρώτο Οικουμενικό Πατριάρχη της τουρκοκρατίας, στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σχολάριος, ο οποίος για χρόνια είχε την υποψία ότι ο Πλήθων με τη φιλοσοφική του σκέψη επηρεασμένη από το έργο του Πλάτωνα είχε απομακρυνθεί από την οικουμενιστική αίρεση της Ορθοδοξίας, τώρα κρατούσε την επιβεβαίωση αυτής της υποψίας στα χέρια του. Για να κρατήσει τις “επικίνδυνες” σκέψεις που περιείχε αυτό μακριά από το ποίμνιο του, έκαψε δημόσια το μοναδικό στον κόσμο χειρόγραφο της «Πραγματείας περί Νόμων», καθώς έβριθε από «τα σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Για να δικαιολογήσει αυτή του την πράξη, διέσωσε τα τμήματα εκείνα του βιβλίου του Πλήθωνα που φαίνεται η «ασέβειά» του, η «ειδωλολατρία του» και οι ύμνοι του προς τους αρχαίους Έλληνες θεούς.

Επίσης τόνισε πως ο Χριστός ήταν η παρηγοριά και το στήριγμα των υποδούλων, η πράξη του αυτή επομένως δεν ήταν απλώς μια πράξη εκδίκησης, αλλά μια πράξη πολιτικής σκοπιμότητας… Ήταν αυτός που διέταξε τον βασανισμό και την θανάτωση του Ιουβενάλιου, μαθητή του Πλήθωνος, όταν εκείνος γύριζε σε όλη την Πελοπόννησο εκφωνώντας λόγους κατά της βυζαντινής εξουσίας και της Εκκλησίας.

Ο Πλήθων, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά, ήταν επικεφαλής μιας μυητικής οργάνωσης. Πρόκειται για μια μυστηριακή κίνηση, η οποία έμεινε γνωστή ως «Μυστική Φατρία του Μυστρά», που είχε σκοπό την αναγέννηση της Πατρώας Θρησκείας και των Ελληνικών Μυστηρίων. Στον Μυστρά, σε μια ερημική τοποθεσία, υπήρχε μια σπηλιά, το «Πληθώνειον Άνδρον», όπου ο φιλόσοφος επιδιδόταν στην άσκηση του φιλοσοφικού και τελετουργικού του έργου.

Η «Νόμων Συγγραφή» του Πλήθωνα, σύμφωνα με τον Πίνακα Περιεχομένων που διασώθηκε από την πυρά, περιελάμβανε:

  • Θεολογία, βασισμένη στις αντιλήψεις του Πλάτωνα,
  • Ηθική, βασισμένη στις απόψεις των παραπάνω φιλοσόφων και τους Στωικούς,
  • Στοιχεία πολιτικής φιλοσοφίας, βασισμένα στην άριστη πολιτεία του Πλάτωνα και το σπαρτιατικό πολίτευμα,
  • Τελετές προς τους θεούς,
  • Φυσική, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και
  • Σύντομες αναφορές σε αρχές της Λογικής και σε θέματα υγείας, βασισμένες στην Ελληνική μυθολογία.

Ο Πλήθων είναι εκφραστής του βυζαντινού ελληνισμού που βρήκε την τόλμη να αντιδράσει στη σαθρή κατάσταση της κοινωνίας της εποχής του. Παρατηρούμε, για παράδειγμα, ομοιότητες με την Πλατωνική φιλοσοφία σχετικά με τα μέτρα αναδιάρθρωσης του στρατού από «ομοφύλους» και όχι από ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Πολύ σημαντική είναι η αναφορά του Πλήθωνα στην Ειμαρμένη. Πιστεύει σε μια απόλυτη αιτιοκρατία, αφού τα πάντα είναι προκαθορισμένα. Πιστεύει όμως και στην ελευθερία του ανθρώπου. Ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ζει σύμφωνα με την αρετή. Η διδασκαλία περί ειμαρμένης είναι ο πυρήνας της «Ελληνικής θεολογίας» του Πλήθωνος. Η Ειμαρμένη είναι μια δύναμη που κυριαρχεί απόλυτα στον κόσμο, διάφορη και από την τύχη των αρχαίων και από τη συνεργία των χριστιανών, δηλαδή την χειραγώγηση του ελεύθερου ανθρώπου από το θεό.

Οι σκέψεις του απέβλεπαν στην αναβίωση μιας «εθνικής» θρησκείας με «νεοπλατωνική» υποδομή. Αυτό βεβαίως σήμαινε απόκλιση του Χριστιανισμού από την ιδανική πολιτεία του Πλήθωνος. Ο Πλήθων πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωγενείς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία» θα μπορούσε να έρθει από μια νέα πίστη, όπως στο σύστημά του.

Τον θεωρούσε ακατάλληλο – στην μορφή που είχε στην εποχή του – για να προστατεύσει την αυτοκρατορία και τον Ελληνισμό, από την προέλαση του Ισλάμ, αφού θεωρούσε αναγκαίο να αντικατασταθεί το «Οικουμενιστικό Βυζάντιο» από ένα νέο κράτος, με κύριο ενοποιητικό στοιχείο του την κοινή Ελληνική καταγωγή.

Και την διατράνωσε ο Γεμιστός την πίστη του αυτή σε πολλές επιστολές του. Σε μία από αυτές, προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο το 1412, αναφέρει: Λοιπόν είμαστε βέβαια Έλληνες στην καταγωγή εμείς, τους οποίους κυβερνάτε και είσθε βασιλείς, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πατροπαράδοτη Παιδεία. Δεν μπορεί δε να βρεθεί οικειώτερη Χώρα για τους Έλληνες από την Πελοπόννησο και την Χώρα της Ευρώπης, που είναι κοντά σε αυτήν και τα γειτονικά νησιά. Γιατί όπως φαίνεται βέβαια, οι Έλληνες κατοικούσαν πάντοτε σε αυτήν την Χώρα, οι ίδιοι όσο θυμούνται άνθρωποι, χωρίς να έχουν κατοικήσει άλλοι πριν από αυτούς… αλλά αντίθετα, οι ίδιοι οι Έλληνες φαίνεται ότι κατοικούσαν αυτή την Χώρα και δεν την εγκατέλειψαν…“.

Η προσωπικότητα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα είναι ευρηματική. Χάραζε αδιαμφισβήτητα νέους δρόμους, στην κρίσιμη στιγμή της μετάβασης του Ελληνισμού από τη Βυζαντινή στη νεότερη φάση του, πρότεινε καινοτόμες για την εποχή ιδέες, και αυτό είχε ως επακόλουθο να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα και φανατισμό ή με θαυμασμό και αναγνώριση, ανάλογα κάθε φορά με τις θρησκευτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις των κριτών του.

  • Τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές που ήταν επιβεβλημένες στο λαό.
  • Τόλμησε να προτείνει λύσεις σε πραγματικά κρίσιμους και ιδιαίτερους καιρούς για το Βυζάντιο
  • Οι θρησκευτικές του απόψεις και δοξασίες, συντέλεσαν στο να αντιμετωπίζεται αντιφατικά.

Έτσι, σε περιόδους που η εκκλησία αγωνίζονταν να ταυτιστεί με τον νεότερο Ελληνισμό και αισθάνονταν την υποχρέωση να αναλάβει Ηγετικό λόγο, εξαιτίας εσωτερικών δυσκολιών του κράτους, ο Πλήθων ήταν ο «άθεος», ο «προδότης» και ο «αποστάτης», με αποτέλεσμα να υπονομεύεται κάθε εθνική και Ελληνοκεντρική άποψή του.

Σε καιρούς που στην κοινωνία επικρατούσε κριτική διάθεση, τότε η «αρχαιότητα» καταλάμβανε άλλη θέση και έτσι η προσφορά του Πλήθωνος, τύχαινε μέγιστης αναγνώρισης και προβάλλονταν ως φωτεινό παράδειγμα για την επιβίωση του Ελληνισμού, καθώς και για την προβολή και την εκπλήρωση των οραμάτων του. Πώς θα μπορούσε αυτή η ευρηματική μορφή να αφήσει ανεπηρέαστους τους Έλληνες λογοτέχνες μας; Η λογοτεχνία αξιοποίησε αυτή την ιδιότυπη μορφή του Γεμιστού , επειδή τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές βαθιά ριζωμένες και επιβεβλημένες στο λαό. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, ο Κωστής Παλαμάς, που στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», προτάσσει τον Πλήθωνα ως μορφή καταξιωμένη, άντρα με αρχές και συγκεκριμένες σοβαρές προτάσεις. Ο Πλήθωνας αξιοποιείται και προβάλλεται από τον Παλαμά ως σύμβολο ελεύθερης σκέψης, ως παράγοντας εξισορροπητικός μεταξύ πίστης και φιλοσοφικού προβληματισμού, μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.

Σήμερα, σε μια εποχή αποδεδειγμένης πνευματικής νωθρότητας, ο Γ.Γεμιστός-Πλήθωνας παραμένει παραγκωνισμένος και ξεχασμένος. Η τεράστια πνευματική προσφορά και το, άγνωστο σε πολλούς έργο του, παραμένουν αξέχαστα για εμάς τους Έλληνες Εθνικιστές και η ψυχή του θα ζει μέσα μας.

ΚΟΡΙΝΑ ΠΕΝΕΣΗ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/gewrgios-plhthwn-gemistos-filosofos-mentoras-kai-prwtoporos-ethnokoinwnisth#ixzz4jlipydzL

120 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ – ΔΙΓΕΝΗ

10854216_1523463057907862_461974994147111662_o

Σαν σήμερα στις 6 Ιουνίου 1897 στα ιερά χώματα της Κύπρου, τα γεμάτα ιστορία, γεννήθηκε ο Γεώργιος Γρίβας – Διγενής που με τη ζωή και τη δράση του θα επηρέαζε καθοριστικά τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και, ιδιαίτερα, την ιστορία των Ελλήνων της Κύπρου.
Οι πληροφορίες τόσο για τον τόπο όσο και για την ημερομηνία γέννησης είναι κάπως ασαφείς. Στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως φαίνεται ότι γεννήθηκε στη Λευκωσία, στις 6 Ιουνίου 1897, ενώ στα στρατιωτικά του έγγραφα υπάρχουν οι ημερομηνίες 1η Ιανουαρίου 1898 και 23 Μαΐου 1898. Επίσης, πάλι στα στρατιωτικά του έγγραφα, αλλά και σε βιογραφικά σημειώματα, καθώς και στη διαθήκη που συνέταξε ο ίδιος το 1954, δείχνει να έχει γεννηθεί στο χωριό Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Το χωριό του, το Τρίκωμο, όπου θα μεγαλώσει, ήταν πάντα μέσα στην καρδιά του και γι’ αυτό προφανώς ήθελε να το δηλώνει ως γενέτειρά του.
Πάντως ο πιο πιθανός τόπος γέννησης πρέπει να ήταν η Λευκωσία, γιατί, καθώς οι γονείς του είχαν χάσει το πρώτο τους παιδί, την Κατερίνα, από έλλειψη νοσηλευτικής φροντίδας, παραμένοντας μετά το γάμο τους, το 1890, στο χωριό, η μητέρα του γέννησε τα υπόλοιπα παιδιά της -και τον Γεώργιο- στην πρωτεύουσα, στο σπίτι της μητέρας της, στον Άγιο Κασσιανό. Το νεογέννητο έλαβε το όνομα του θείου του, Γεώργιου Χατζημιχάλη (αδελφού της μητέρας του), που το 1897 έφυγε μαζί με άλλους Κύπριους, για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Ήταν παράδοση στο νησί να δίνουν τα ονόματα στα νεογέννητα αγόρια, όταν κάποιος από την οικογένεια πήγαινε στο πόλεμο και μπορεί να χανόταν σε κάποια μάχη, όπως, πράγματι, έγινε και με τον Γεώργιο Χατζημιχάλη, που έπεσε ηρωικά στην Κρήτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κυπριακός εθελοντισμός ήταν σημαντικός και μεγάλος στους αγώνες τους Έθνους, από την επανάσταση του 1821 μέχρι τον πόλεμο του 1940, τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό.
Γονείς του Διγενή ήταν ο Θεόδωρος Ιωάννου Γρίβας από το Τρίκωμο και η Καλομοίρα Χατζημιχάλη από τη Λευκωσία. Υπήρχαν φήμες ότι η καταγωγή του Θεόδωρου Γρίβα ήταν από τη μητροπολιτική Ελλάδα και, μάλιστα, κάποιες από αυτές τον ήθελαν να είναι συγγενής του οπλαρχηγού της επανάστασης του 1821, Θοδωράκη Γρίβα. Στην πορεία των χρόνων βρέθηκε κάποια ρίζα στη Ελλάδα, αλλά το όλο ζήτημα της καταγωγής του πατέρα ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε πλήρως.
Η οικογένεια του Θ. Γρίβα είχε αποκτήσει συνολικά οκτώ παιδιά, αλλά τα δύο χάθηκαν πολύ νωρίς. Κατά σειρά ήταν: Κατερίνα (πέθανε 40 ημερών στο Τρίκωμο), Ελένη, Μαρία, Ανδρέας (αρρώστησε και πέθανε 9 μηνών), Μιχαήλ, Γεώργιος, Θεοπίστη και Νιόβη. Η μητέρα του, μετά τη γέννηση του κάθε παιδιού, κι αφού περνούσαν 40 ημέρες, επέστρεφε στο χωριό όπου κατοικούσαν. Έτσι έγινε και με τον νεογέννητο Γιώργο: μόλις σαράντισε επέστρεψαν μαζί στο πατρικό σπίτι στο Τρίκωμο.

Σπύρος Δημητρίου
Αντιπρόεδρος Ιδρύματος Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα – Διγενή

Πηγές:
Σπύρου Δημητρίου Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας –Διγενής. Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Εκδόσεις Πελασγός Αθήνα 2017
Λεωνίδου Λεωνίδας, Γεώργιος Γρίβας Διγενής, Βιογραφία, Τόμος Πρώτος, (1897-1950), Εκδόσεις Επιφανίου Λευκωσία, 1995

Εθνικιστικός σεισμός: Χιλιάδες Χρυσαυγίτες στην μεγάλη εκδήλωση για την Βασιλεύουσα – Φωτορεπορτάζ

Με απόλυτη επιτυχία και σε πνεύμα κατανύξεως διεξήχθη η ετήσια εκδήλωση της Επιτροπής Εθνικής Μνήμης προς τιμήν και μνήμη των Ηρωικών Υπερασπιστών της Πόλεως των Κωνσταντίνων και του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Αυτοκράτορα.

Χιλιάδες Έλληνες Εθνικιστές έστειλαν το μήνυμα πως δεν ξεχνούμε και θα συνεχίζουμε τον Αγώνα ενάντια σε αυτούς που επιβουλεύονται την Πατρίδα μας.

Πρώτος στο βήμα των ομιλητών ανέβηκε ο Βουλευτής Β’ Πειραιώς, Συναγωνιστής Ιωάννης Λαγός, ο οποίος τόνισε ότι υπάρχουν ήττες που γράφονται με χρυσά γράμματα στην ιστορία και μία εξ αυτών είναι η ιστορία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος με το Αίμα του έδωσε όραμα για τετρακόσια χρόνια στους Έλληνες.

Σήμερα, αντιστοίχως επιχειρείται μία άλωση ψυχών, όμως υπάρχουν οι Χρυσαυγίτες και οι Χρυσαυγίτισσες, οι τελευταίοι υπερασπιστές της σύγχρονης πολιτείας των Ελλήνων.
Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας σύμφωνος.

Σύμφωνος στα τζαμιά, σύμφωνος στα μνημόνια. Σύμφωνος στο να διώκεται όποιος μιλά για Πατρίδα, Πίστη και Ελευθερία. Γι’ αυτό όπως είπε ο Συναγωνιστής διωκόμαστε κι εμείς, για αυτό και δίνουμε τον Αγώνα ενάντια στην δικτατορία των διεφθαρμένων που προσπαθεί να μας φιμώσει με κάθε τρόπο.

Στη συνέχεια στο βήμα του ομιλητή ανέβηκε ο Συναγωνιστής Αλέξανδρος Γέροντας, ο Συναγωνιστής ο οποίος αψήφησε τον θάνατο και απέδειξε πως ούτε οι σφαίρες, ούτε οι φυλακές μπορούν να σταματήσουν τους Εθνικιστές.Ο Συναγωνιστής αναφέρθηκε εκτενώς στο ιστορικό της συγκεκριμένης αποφράδας ημέρας, εστιάζοντας κυρίως στην μορφή του τελευταίου Αυτοκράτορα, του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του ανθρώπου, ο οποίος υπερκέρασε τις όποιες ανθρώπινες – φυσικές – αδυναμίες του και έδωσε την υπεράνθρωπη απάντηση στον πολυάριθμο και πολυδύναμο μογγόλο κατακτητή: “Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστίν ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών“.

Τελευταίος στο βήμα ανέβηκε ο Αρχηγός της Χρυσής Αυγής, Νικόλαος Μιχαλολιάκος, ο οποίος τόνισε ότι πρέπει Τιμή σε αυτούς τους εκατοντάδες Έλληνες και Ελληνίδες που σήμερα, σε μία πολιτεία προσκυνημένων, δεν προσκυνούν και τιμούν αυτούς που δεν προσκύνησαν ποτέ. Αναφέρθηκε σε μία ζοφερή εικόνα, που αντίκρυσε καταθέτοντας στεφάνι εκ μέρους του Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, προκειμένου να τιμήσει αυτούς που έπεσαν την 29η Μαΐου 1453. Ένα στεφάνι μόνο από κάποιον πολιτιστικό σύλλογο. Κανένα στεφάνι από τα κόμματα. Κανένα στεφάνι από κανέναν πολιτικό και πολιτειακό παράγοντα της χώρας. Μόνο η Χρυσή Αυγή τιμά αυτούς που έδωσαν την ζωή τους για την Ελλάδα.

Αντιθέτως, σήμερα στην τουρκία έχουν παρελάσεις γενίτσαρων, τυμπανοκρουσίες και πανηγυρισμούς για την σφαγή των Ελλήνων. Και στο ψευτορωμαίικο σιωπή. Μόνο η Χρυσή Αυγή θυμάται αυτούς που έπεσαν για Πατρίδα, Πίστη και Ελευθερία. Εκατομμύρια ραγιάδων συνωστίζονται ακόμα και αυτή την ημέρα για να παρακολουθήσουν τουρκοσήριαλ, “Survivor” και την λοιπή προπαγάνδα της «ελληνοτουρκικής φιλίας». Δεν αγωνιζόμαστε γι’ αυτούς. Αγωνιζόμαστε για την συνείδησή μας, για όσους Έλληνες παραμένουν απροσκύνητοι σε αυτούς τους καιρούς του ζόφους και του ραγιαδισμού.

Η παράδοσή μας λέει ότι ο Βασιλιάς μας δεν παραδόθηκε ποτέ. Αυτό θα πρέπει να έχουν υπόψη τους και οι εξουσιαστές αυτού του τόπου και οι δυστυχώς εξουσιαζόμενοι. Μόνο με Μαρμαρωμένους Βασιλιάδες, Θερμοπύλες και Λεωνίδες ζουν τα Έθνη. Όχι με κακομοίρηδες και λογιστάδες που υπογράφουν μνημόνια. Όλους αυτούς θα τους πολεμάμε με όλες μας τις δυνάμεις. Όπως τους αποδείξαμε ότι δεν μας σταματούν οι σφαίρες και οι φυλακές. Όπως τους το απέδειξε ο Συναγωνιστής Αλέξανδρος Γέροντας που στα στήθια του έχει τα σημάδια από τις σφαίρες των δολοφόνων. Όπως τους το απέδειξε και ένα ολόκληρο Κίνημα, όταν κατάφερνε να διεξάγει εκλογές με έναν προεκλογικό αγώνα από ένα καρτοτηλέφωνο, μέσα από τις Φυλακές Κορυδαλλού.

Με τα στήθη μας δεν θα αφήσουμε τους προδότες να περάσουν. Δεν θα τους αφήσουμε να περάσουν την Κερκόπορτα. Δεν θα τους αφήσουμε σε κανένα πεδίο να προδώσουν την Ελλάδα, όπως που θέλουν να αλλάξουν τα βιβλία Ιστορίας για να δημιουργήσουν μια νέα γενιά χωρίς μνήμη, χωρίς συνείδηση. Θα μας βρουν απέναντί τους, τους τελευταίους Υπερασπιστές της Πολιτείας των Ελλήνων.

Η μεγαλειώδης εκδήλωση ολοκληρώθηκε με άπαντες σε στάση προσοχής να ψάλλουν τον Ακάθιστο Ύμνο, τον Εθνικό Ύμνο και τον Ύμνο του Κινήματος. Ακολούθησε συντεταγμένη πορεία προς το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Περισσότερες φωτογραφίες:

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/ethnikistikos-seismos-chiliades-chrusaugites-sthn-megalh-ekdhlwsh-gia-thn-b#ixzz4iYCh0TJi

29 MAΙΟΥ – ΟΤΑΝ ΟΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΜΙΛΟΥΝ – «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ»

alosi-konstantinoupoli-1453-660_0

Γράφει ο Σταύρος Κρίκος

Η Άλωση της Κωνσταντινούπο­λης ήταν το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, από τον Οθω­μανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η πο­λιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως τις 29 Μαίου 1453. Όταν τελικά η Κωνστα­ντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυ­ζαντινή Αυτοκρατορία, έπαψε να υπάρ­χει.

Το Βυζάντιο ήταν εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες. Άλλωστε η άλωση του 1453, δεν ήταν η πρώτη.

Η Πρώτη Άλωση έγινε το 1204 από τους Σταυροφόρους. Αργότερα, οι πολι­τικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυνα­μία και απροθυμία βοήθειας από την Δύ­ση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα της αδιάκο­πης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννη­σης. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών συμφω­νούν στο ότι η μαζική μετακίνηση πολλών Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία, λόγω της Άλωσης, έπαιξε καθορι­στικό ρόλο στην διαμόρφωση του περιε­χομένου και της φιλοσοφίας που ακολού­θησαν τα πρόσωπα της Αναγέννησης, κα­θώς δέχθηκαν σαφής επιρροές από τους λόγιους που δραστηριοποιούνταν στην Πόλη, που αποτέλεσε την κοιτίδα του πο­λιτισμού της εποχής.

Η παρακμή της Αυτοκρατορίας

Η παρακμή του Βυζαντίου χρονολογεί­ται στις αρχές του 12ου αιώνα μ.Χ. όταν οι Αυλικοί επιβλήθηκαν στην ηγεσία του Στρατού. Οι σπάταλοι αυτοκράτορες και η καμαρίλα διασπάθισαν τα οικονομικά αποθέματα με αποτέλεσμα να δημοπρατούν τελωνειακές διευκολύνσεις στους εμπόρους της Βενετίας, της Γένοβας και της Φλωρεντίας, συρρικνώνοντας μακρο­πρόθεσμα το ετήσιο εισόδημα του Κρά­τους και εξοντώνοντας τους εμπόρους.

Οι Σταυροφορίες των Λατίνων είχαν ανυπολόγιστες συνέπειες για την συνοχή του κράτους και του πληθυσμού του Βυ­ζαντίου, ενώ το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας εξήντλη- σαν τις δυνάμεις τους σε εμφύλιους. Άλ­λες Βυζαντινές πόλεις και νησιά είχαν κα­ταληφθεί από τους Ενετούς, Λατίνους ή ληστρικές συμμορίες και είχαν αυτονομηθεί.

Έτσι, ο Βυζαντινός χώρος κατακερμα­τίστηκε σε μικρά φέουδα όπου οι κατά τόπους άρχοντες, κατέφευγαν σε εξο­ντωτική φορολόγηση των φτωχών, δη­μιουργώντας κοινωνικά προβλήματα και εξεγέρσεις.

Την ίδια περίοδο, οι Οθωμανοί είχαν κατακλύσει τα εδάφη της Μικράς Ασίας καταστρέφοντας Χριστιανικές πόλεις και σφάζοντας ή υποδουλώνοντας τους χριστιανούς, ενώ από τα μισά του 14ου αιώ­να μ.Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν φόρου υποτελής στον Οθωμανό Σουλτά­νο.

Η Εκκλησία υπέσκαπτε την εξουσία των Παλαιολόγων και προκαλούσε με την τεράστια περιουσία της καθώς οι ιερωμέ­νοι και οι μοναχοί δεν φορολογούνταν και ήταν απαλλαγμένοι από στρατιωτικές υποχρεώσεις.

Η άμυνα που αντέταξε το Βυζαντινό κράτος στην τελευταία αναλαμπή του, ήταν αποτέλεσμα της δραστηριότητας δύο κορυφαίων προσωπικοτήτων: του Γεώργιου Γεμιστού και του Βησσαρίωνα κα­θώς και της γενναίας θυσίας του τελευ­ταίου Θρυλικού Αυτοκράτορα της Πόλης, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Η Άλωση της Βασιλεύουσας χαράχτη­κε πολύ βαθιά στη μνήμη του λαού μας, με ακλόνητη την πεποίθηση ότι θα αποκα­τασταθεί η φυσική τάξη, όπως αποτυπώ­νεται στο δημοτικό τραγούδι του Πόντου

«Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν, η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».

Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος γεννή­θηκε το 1405 και ήταν ο τέταρτος γιος του Μανουήλ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, πριγκίπισσας της Σερβίας. Ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής ο Φρατζέσκο Φίλελ φο τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευ­σεβές και ανώτερο πνεύμα». Όταν ήταν ακόμη νεαρός, ο πατέρας του τού είχε αναθέσει την διοίκηση πόλεων του Εύξεινου Πόντου. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1427 όπου ανέλαβε με επιτυχία την Δεσποτεία της Βοστίτσας. Η Δεσποτεία του ήταν ένας διαρκής αγώνας κατά των  Φράγκων και των Τούρκων, ενώ μετείχε στις επιτροπές των Βυζαντινών που προσπαθούσαν να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών (Ορθοδόξων – Καθολικών).

Τον Οκτώβριο του 1443 ανέλαβε Δε­σπότης του Μυστρά. Σκοπός του ήταν να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος με κέ­ντρο την Πελοπόννησο και πρωτεύουσα τον Μυστρά.

Τον Οκτώβριο του 1448 ο βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιωάννης πέθανε και ο λα­ός και η Εκκλησία εξέλεξαν νέο Αυτο­κράτορα τον Κωνσταντίνο. Το Βυζαντινό κράτος που παρέλαβε αποτελούνταν ου­σιαστικά από την ίδια την Πόλη, κάποιες πόλεις στον Εύξεινο Πόντο και κάποια νησιά του Αιγαίου.

Η Πόλη έπεσε μια Μαύρη Τρίτη, στις 29 Μαίου 1453 και ο Κωνσταντίνος προ­τίμησε να πέσει ως απλός στρατιώτης, ως αγνός Έλληνας στο πεδίο της μάχης παρά να διαφύγει. Μία από τις δραματι­κότερες στιγμές στην ιστορία του ελλη­νισμού αποτέλεσε ταυτόχρονα ορόσημο για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστο­ρία.

Οι εκρήξεις των κανονιών μαζί με τους ξερούς ήχους που έκαναν τα βλή­ματα πάνω στο τείχος, ήταν η καθημερι­νή συντροφιά των γενναίων υπερασπι­στών της Πόλης. Ο βομβαρδισμός συνε­χιζόταν ακατάπαυστα και με ιδιαίτερη σφοδρότητα, καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας αναγκάζοντας τους υπερασπι­στές να μπαλώνουν όπως-όπως τα χά­σματα που εμφανίζονταν συνεχώς στα τείχη, μόλις έπεφτε το σκοτάδι.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αρνήθηκε την πρόταση του Μωάμεθ να παρα­δώσει την Πόλη και αντιμετώπισε την με­γάλη πρόκληση χωρίς συμμάχους, παρά μόνο με ελάχιστους Έλληνες υπηκόους του και λίγους ξένους-εθελοντές ή μι­σθοφόρους. Ο Βασιλιάς της Βασιλεύου­σας πολέμησε ως απλός στρατιώτης και έπεσε ηρωικά μαχόμενος μεταξύ των στρατιωτών του εμπρός από την πύλη του Ρωμανού. Ο θρύλος τον θέλει να περιμένει την ώρα που θα σηκωθεί για να οδηγήσει τους Έλληνες ξανά στην δόξα.

Οι μογγόλοι μπαίνουν στην Πόλη και μια κραυγή σκίζει τον αέρα, ένας θρήνος σείει την πόλη από άκρου σ’ άκρο: ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ . Οι τούρκοι με άγρια μανία σφάζουν, βιάζουν, λεηλατούν. Ο βάρβα­ροι μπαίνουν στις γεμάτες κόσμο εκκλη­σίες, στο τελευταίο καταφύγιο των απελ­πισμένων. Τα στίφη των μογγόλων αλα- λάζοντας από την μόνη χαρά που είναι ικανοί να νιώσουν, την χαρά της σφα­γής, μετατρέπουν τους ναούς σε κολα­στήρια και νεκροταφεία.

Τα είκοσι χρόνια πνευματικής ανάτα­σης και δημιουργίας υπό τον Μεγάλο Δάσκαλο Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα δεν κατάφεραν να αντιστρέψουν την φθίνουσα πορεία της Αυτοκρατορίας. Ο μεγάλος αυτός Πλατωνικός οραματιστής που γνώρισε τον τελευταίο αυτοκράτορα και επηρέαζε τη σκέψη του, από την επο­χή που ζούσε στην αυλή του, είχε ήδη προετοιμάσει τον σωτήριο Ελληνικό λό­γο που θα έφερνε την Εθνική Αναγέννη­ση. Βασισμένος σε Ελληνοκεντρικό, στρατιωτικό, σοσιαλιστικό πνεύμα, προλείανε το έδαφος που θα έφερνε την ανασυγκρότηση της Αυτοκρατορίας.

Ο αυτοκράτορας θα γίνει μύθος και σύμβολο που περιφρονεί τους αιώνες, την λήθη, τα συμφέροντα και την συμβα­τική ιστορία. Μύθο που μπόλιασε τις προδομένες γενιές των παππούδων μας… Μύθος του Αίματος, της Ελπίδας και της Νίκης. Αλλά όσο υπάρχει έστω και ένας Έλληνας που δεν είναι ραγιάς η ελπίδα θα παραμένει άσβεστη μέχρι την τελική νίκη. Η κουρασμένη Βασιλεύ­ουσα της χαμένης αυτοκρατορίας μας χάρισε σαν το πιο ακριβό δώρο τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Ας τον κρατή­σουμε στη Χρυσόπορτα της καρδιάς

πηγή