Ο θάνατος του Πρίγκιπα Φίλιππου και η ελλαδική πολιτική επιπολαιότητα

Είτε θα τους κάνουμε θεούς είτε θα τους εξορίζουμε στα τάρταρα. Η “άσπρο-μαύρο” προσέγγιση των γεγονότων αποτελεί φαινόμενο που βρίσκεται σε έξαρση την τελευταία δεκαετία, και όχι αναίτια. Τα δίπολα “μνημόνιο-αντιμνημόνιο” και “εμβόλιο νάναι κι ό,τι νάναι-δεν μπολιάζομαι, δεν μπολιάζομαι” είναι τα κομβικά σημεία της πόλωσης αυτής της περιόδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική για την προσωπικότητα του πρίγκιπα Φίλιππου, Δούκα του Εδιμβούργου, και πάλαι ποτέ πρίγκιπα της Ελλάδος, ακολουθεί την γενικότερη τάση. Και στα μεν ξεσκονίσματα στην πλάτη της Αγγλικής πρεσβείας δεν μπορεί κανείς να αντιλέξει, όπως δεν μπορεί να διαφωνίσει με τα ρομαντικά σχόλια που αυθόρμητα προκαλεί η αναδρομή στο βασιλικό παραμύθι. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτή η τελευταία συμπάθεια προς τους βασιλείς κρύβει έναν υγιή πυρήνα νοσταλγίας για μια “χρυσή εποχή” κοινωνικής αρμονίας, πριν την επέλαση της “πάλης των τάξεων” και της ασίγαστης λαιμαργίας των γιάπηδων και των νεόπλουτων.

Είναι η ίδια ενδόμυχη επαναστατικότητα “εμπρός, πίσω!” που εκφράζουν οι συμμετέχοντες στις πρόσφατες ψηφοφορίες του δημοφιλούς “Ράδιο Αρβύλα”, στις οποίες οι επιλογές “κατάργηση πολιτικών” (9/4) και “Πάσχα στο χωριό” (12/4) κατατρόπωσαν τις επιλογές “παίρνετε ένα εκατομμύριο ευρώ” και “άνοιγμα των μπαρ”.

Η αντιμετώπιση του θανάτου του συζύγου της βασίλισας της Αγγλίας από τους συλήβδην “αντιβασιλικούς” αποτελεί επιβεβαίωση της νοσηρότητας της ελληνικής πολιτικής αντιλήψεως του “αντί” σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Κάποιοι βασιλόφρονες οι οποίοι εξ οικογενειακής παραδόσεως διατηρούν μια συμπάθεια προς τον θεσμό, υπερέβαλλαν εαυτούς ωσάν ο μακαρίτης Φίλιππος να ήταν ο παππούς τους. Εάν είχαν επιδείξει την ίδια ζέση και δραστηριότητα για τον Φίλιππο τον Μακεδόνα, η Ελληνο-σκοπιανή διένεξη θα είχε ενδεχομένως διαφορετική πορεία.

Οι νεοβασιλόφρονες, αυτοί δηλαδή που βρίσκονται στις παρυφές μεταξύ του “ξεσκονίσματος” της νεοδημοκρατικής πολιτικής και της υποψίας ότι μπορεί πράγματι ο πρίγκιπας Νικόλαος της Ελλάδος να δραστηριοποιηθεί ενεργά στα ελληνικά πράγματα, αποτελούν μια θλιβερή ομάδα που θα προσκυνούσαν και τον πρίγκιπα της Ζαμούντα αρκεί να τους μοίραζε χρυσούν ωρολόγιον.

Οι “όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω” ακροδεξιοί εξαπέλυσαν πρωτοφανείς κατάρες στον αποθανώντα, υιοθετώντας όλα τα κλισέ της Αριστεράς, παραβλέποντας σημαντικά γεγονότα και χρεώνοντας στον μακαρίτη, δικά τους ελλείμματα.

Γράφτηκε εκτενώς, για παράδειγμα, ότι ο Φίλιππος, ο οποίος έφυγε βρέφος μηνών από την γενέθλιά του Κέρκυρα, μισούσε τους Έλληνες και δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην Ελλάδα.

Φευ, μπορεί ο Φίλιππος να είχε εκφράσει πικρία για την παραλίγο εκτέλεση του πατέρα του και την εκδίωξή του που σήμανε και την διάλυση της οικογένειάς του, επισκέφθηκε όμως την Ελλάδα αρκετές φορές και διατηρούσε αγαθές σχέσεις με τους Έλληνες συγγενείς του.

Στον γάμο του Διαδόχου Παύλου και της Φρειδερίκης του Αννόβερο το 1938, επί ηγεσίας Ιωάννου Μεταξά (επάνω δεξιά στην φωτογραφία).

Με τον τότε Διάδοχο Παύλο σε άσκηση του Στόλου στον Σαρωνικό, τον Δεκέμβριο του 1939.
Με τον τ. βασιλιά Κωνσταντίνο και την βασίλισσα Αννα-Μαρία στην βάπτιση του γιου τους Πρίγκιπα Φίλιππου στον Ορθόδοξο ναό της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο.
Στο Αγιον Ορος (το οποίο επισκέπτεται τακτικά και ο γιος του Κάρολος).

Ηταν, γράφουν, μισέλληνας, και μάλιστα εξ αίματος, και φέρων προπατορικό αμάρτημα, επειδή ο πατέρας του, πρίγκιπας Ανδρέας, καταδικάστηκε σε θάνατο στην “Δίκη των 6”, μια δίκη με την οποία η πολιτική τάξη της Ελλάδος θέλησε να αποσείσει τις ευθύνες της για την Μικρασιατική Εκστρατεία και την επακολουθήσασα καταστροφή, και η οποία ακυρώθηκε από τον Αρειο Πάγο το 2010, δικαιώνοντας μετά θάνατον τους 8 κατηγορουμένους, εκ των οποίων εκτελέστηκαν οι 6.

Οι μετά θάνατον “υπερπατριώτες” υβριστές του πρίγκιπα Φίλιππου, απευθύνουν στον νεκρό και ακόμη άθαφτο, κατάρες που δεν εκστόμισαν ούτε όταν προ τριών μόλις ετών 100 συνέλληνές μας κάηκαν ζωντανοί στο Μάτι (και εκατοντάδες τραυματίστηκαν βαριά και έχασαν τα σπίτια τους) λόγω της εγκληματικής αμέλειας πολλών μικρών, μεσαίων και μεγάλων παραγόντων του ελεύθερου Ελληνικού κράτους (μάλιστα κάποιοι μου έκαναν την παρατήρηση γιατί επέμενα να δημοσιεύω στην εφημερίδα που τότε διηύθυνα, και επί ένα χρόνο, μέχρι την διακοπή της έκδοσής της το 2019, μια κόκκινη ταινία η οποία ανέγραφε “Μάτι 23 Ιουλίου 2018 – Εμείς δεν ξεχνάμε” ).

Γιατί κατηγορείται μετά θάνατον ένας 99χρονος πρίγκιπας της Αγγλίας; Διότι, λένε, δεν έσωσε τα Ελληνόπουλα της Κύπρου από την αγχώνη του κυβερνήτη της μεγαλονήσου, Χάρτινγκ (του βετεράνου της Καλλίπολης, με προϋπηρεσία στην καταστολή εξεγέρσεων στην Ασία και στην Αφρική). Και για εμάς μεν τους Έλληνες το έπος της ΕΟΚΑ αποτελεί ένα δαφνοστεφανωμένο κεφάλαιο της Ιστορίας μας, για την Αγγλία όμως (τότε ακόμη Βρετανική Αυτοκρατορία) ήταν μια ένοπλη εξέγερση σε ένα έδαφος που θεωρούσε δικό της σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες, στις οποίες ως γνωστόν εντρυφούν οι νεόκοποι γεωπολιτικοί αναλυτές, ο δε Φίλιππος δεν ήταν βασιλιάς της Ελλάδος οπότε το μένος και η αρά θα ήσαν δικαιολογημένες, αλλά σύζυγος της βασίλισσας μιας χώρας που αντιμετώπιζε ένοπλα κινήματα σε πλήθος χωρών που αποζητούσαν, και δικαίως, την ανεξαρτησία τους.

Είναι ζήτημα χρόνου αυτοί οι διαπρύσιοι μαχητές να ζητήσουν τα ρέστα του Σολωμού Σολωμού από τον Αλλο Κόσμο, επειδή δεν κατέβασε εν τέλει την σημαία του κατακτητή από τον ιστό, μιας και αυτοί -αν βεβαίως είχαν τα κότσια…- θα την κατέβαζαν και θα την τάιζαν στους κατακτητές για πρωινό.

Μπορείς πολλά και σε πολλά επίπεδα να πεις, αναφορικά με τον εκλειπόντα και με τους βασιλικούς οίκους ανά τον κόσμο για την ενεργή συμμετοχή ή την σιωπηλή τους συγκατάβαση στα δεινά του πλανήτη προκειμένου να διατήρήσουν τους θρόνους τους και τα προνόμιά τους.

Μπορείς όμως και να θυμηθείς ότι είναι οι τελευταίοι μιας μακράς Ευρωπαϊκής παραδόσεως, που καταφέρνουν να προσφέρουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς στους λαούς τους, υπεράνω μικροκομματικών εχθροπαθιών οι οποίες καθιστούν τους πολιτικούς δυνάστες, και τους λαούς δυστυχείς.

“Εάν λες συνεχώς πως είναι για το δημόσιο συμφέρον, οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, καταλήγεις να γίνεσαι υποχείριο γιατί κάποιος αποφασίζει ότι “εγώ ξέρω ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον κι εσύ δεν ξέρεις, γι’ αυτό πήγαινε στην φυλακή”.

Μπορείς να πεις ότι η πολιτική σκηνή της Ελλάδος πουλάει αντιβασιλικά τσιτάτα από την εποχή του “Εθνάρχη” ο οποίος με το γνωστό τρικ του δημοψηφίσματος έγινε πολιτικός-βασιλιάς στην θέση του βασιλιά, ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την επιρροή των γόνων του ελληνικού βασιλικού οίκου οι οποίοι συνδέονται με εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγένειες με όλους τους νυν και τέως βασιλείς της Ευρώπης, προκειμένου να προαχθούν τα ελληνικά ζητήματα. Και ναι, εάν ένας Αφρικανός ο οποίος γεννήθηκε στην Ελλάδα πριν δυόμισυ δεκαετίες κάνει περήφανους τους Ελληνες, μια Ευρωπαϊκή οικογένεια της οποίας τα μέλη γεννήθηκαν τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα επί ελληνικού εδάφους, πολέμησαν για την Ελλάδα, και επέκτειναν τα σύνορά της απελευθερώνοντας επί βασιλείας τους εδάφη, από τα Επτάνησα τα οποία δόθηκαν από τους Αγγλους ως “προίκα” στον Γεώργιο Α’ , ως την Ηπειρο και την Βόρειο Ηπειρο που απελευθερώθηκαν επί Κωνσταντίνου Διαδόχου και Στρατηλάτη, είναι ελληνική, με τις καλές και τις κακές της στιγμές.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι philip-and-alexandra.jpg
Ο πρίγκιπας Φίλιππος σε παιδική ηλικία, με την πριγκίπισα Αλεξάνδρα, μετέπειτα βασίλισσα της Γιουγκοσλαβίας, κόρη του βασιλέως Αλεξάνδρου Α’ των Ελλήνων και της Ασπασίας Μάνου.
Το διάσημο του Τάγματος του Σωτήρος θα συνοδεύσει τον Πρίγκιπα Φίλιππο στην τελευταία του κατοικία. Το όνομα και η μορφή του διασήμου επελέγη ώστε να υπενθυμίζει πως χάρη στον Σωτήρα Χριστό πραγματοποιήθηκε η Εθνική Παλιγγενεσία. Πρώτος αρχηγός του Τάγματος ήταν ο Βασιλεύς Όθων.

Μπορείς να πεις πως ο Πρίγκιπας Φίλιππος αποτελεί έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας εποχής όπου οι αξίες τους καθήκοντος προς την Πατρίδα και την Οικογένεια είχαν θεμελιώδη σημασία, εμπνέοντας τους πολίτες…

… να σέβονται τις γυναίκες
… να αγαπούν την Φύση (στην φωτογραφία, στην Ανταρκτική, το 1957)
… να αγαπούν την οικογένεια.

Ηταν επίσης από τους σπάνιους ανθρώπους οι οποίοι όσο ψηλά και αν φθάσουν έχουν το θάρρος της γνώμης τους. Ερωτηθείς, για παράδειγμα, το 1967, εάν θα ήθελε να επισκευφθεί την Σοβιετική Ενωση, είπε το περίφημο “Θα ήθελα πολύ να πάω στην Ρωσία, παρότι οι μπάσταρδοι δολοφόνησαν την μισή μου οικογένεια” (αναφερόμενος στους Τσάρους).

Μπορείς να πεις πως, αν και πρωτοπόρος της οικολογίας, ως επικεφαλής της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας και στην συνέχεια του WWF, διατηρούσε ζωηρές επιφυλάξεις για την τροπή και την εμπορευματοποίησή της, εκφράζοντας ως πολύ πρόσφατα τον σκεπτικισμό του για ζητήματα όπως η “κλιματική αλλαγή” .

Μπορείς να πεις, τέλος, ότι ο εκλειπών απετέλεσε ένα υπόδειγμα της θέλησης του ανθρώπου απέναντι στην μοίρα. Κι αν οι κακεντρεχείς άμυαλοι πουν πως πρόκειται, στο κάτω της γραφής για πρίγκιπα και δεν αξίζει συμπόνοια, ας αναλογισθούν πως όσο πιο ψηλά είναι κανείς, τόσο πιο άσχημη και τραυματική είναι η πτώση. Και πως ένας μικρός πρίγκιπας, ένα παιδί που κάποτε περιφερόταν εξόριστο χωρίς πατρίδα, χωρίς πατέρα και μητέρα, κατάφερε να κρατηθεί στο ύψος της θέσεώς του με αξιοπρέπεια επί επτά δεκαετίες, και να εμπνεύσει τον σεβασμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Και αυτό δεν είναι λίγο.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ενας μύθος για την Εθνεγερσία 1821-2021

Ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής
υποβαστάζουν την Ελλάδα.
Πίνακας του λαϊκού ζωγράφου
Θεόφιλου Κεφαλά-Χατζημιχαήλ (1870-1934),
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Η μακρά εθνική μας ιστορία, δεν είναι γραπτή. Είναι προφορική.

Η γνώση δεν είναι γραπτή.

Η γνώση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Ξεπηδά σαν τη φλόγα από τις μνήμες μας και τις ψυχές μας και μοιράζεται ώσπου να κατακάψει, να καθάρει και να αναγεννήσει.

Με μύθους, με λόγια δηλαδή, και με τραγούδια γράψαμε την ιστορία μας στις Ραψωδίες του Ομήρου και στα Κλέφτικα τραγούδια.

Μετά την πήραν όσοι χολωμένοι και λειψοί δεν μπορούσαν να την γράψουν κι άρχισαν να την αναλύουν, να την γυρίζουν, να την πασπατεύουν, να την ξεψαχνίζουν, να κόβουν όποιο ψαχνό δεν κουράζει τα σαγόνια τους, κι όποιο δεν τους καλοαρέσει να το βάζουν παράμερα.

Αυτά τα “παράμερα”, τα κόκαλα κι οι χόνδροι, είναι η ραχοκοκαλιά και οι μύες της Ιστορίας μας.

Αυτός είναι ο σπόρος της ύπαρξής μας που αναζητά, υπεράνθρωπος και θεϊκός, την ελευθερία, τρυπώντας με το σπαθί του και ξεπηδώντας από το χώμα, από τα αίματα και τα κόκκαλα των προγόνων δηλαδή, και, νικητής πια αληθινός πάνω στο θράσος των αλλεπάλληλων αυτοκρατοριών, ανθρώπινος καθώς είναι, συμπονά το αδύναμο μέρος του αντιπάλου σαν την Ατοσσα στον χορό των Αισχύλειων “Περσών”:

Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια
».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

(Ν.Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1932)

Ησαν εκείνοι “άλλοι άνθρωποι”, άγιοι και ανέγκιχτοι από τα δικά μας λάθη και πάθη;

Οχι, το λένε οι μεταξύ τους έριδες και οι ουρανομήκεις βρισιές τους.

Το λέει ο Καραϊσκάνης κι ο Θανάσης Διάκος που χάνεται για να ζήσει παντοτινά στην αθανασία στις 24 του Απρίλη του 1821:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαθί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω
….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι”.

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

(Δημοτικό τραγούδι)

Το λένε οι αλαφροίσκιωτοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σιορ Διονύση Σολωμού που αναριγά ακούοντας τα κανόνια του Μεσολογγιού:

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
“Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει”.

Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ήβρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα

και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Κι αν δε βλέπουν μάγια κι άνοιξες οι εθελούσια δούλοι, ούτε και τότε έβλεπαν. Χρειάζονται στη νέα σπορά να βγουν νέοι Ξάνθοι και Φιλικοί, κρυφά από το δοβλέτι, χρειάζονται ονειροπόλοi Πρίγκιππες σαν τους Υψηλάντηδες και φοιτητές μελανοχίτωνες, φραντσέζες να πουλούν στις συνάξεις τους φλυτζανάκια με την Ακρόπολη και το Παλαμίδι σαν ταπεράκια σημερινά, για να μαζέψουν φράγκα και να τα κάνουν κανόνια και πυρίτιδα.

Xρειάζονται υπερήλικες σαν τον Γέρο του Μωριά και νέοι νεραϊδόμορφοι σαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Χρειάζονται σαλοί του Θεού, σαν τον Διονύσιο Φιλόσοφο και τον παπα-Γρηγόρη Φλέσσα.

Χρειάζονται εφοπλιστήνες και καπετάνισσες σαν την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Πινότση-Ορλώφ-Γιάννουζα-Μπούμπουλη, την Δέσπω και την Λένω του Μπότση και μάννες Σουλιώτισσες.

Χρειάζονται πολιτικοί με καρδιά λέοντα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια, και βασιλιάδες πρόθυμοι να φορέσουν την φουστανέλα σαν τον Οθωνα του Βίτελσμπαχ και να γίνουν στρατηλάτες σαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για να στέρξει η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων , καθώς λέει ο εθνικός ποιητής, και να φανούν απάνω, εμείς που φθάσαμε ήδη εδώ, να ακούμε τους μύθους των παλιών, ντυμένους στα τραγούδια του λαού μας, λαϊκά και με υπογραφή ποιητών Μαβίληδων, να βαρούμε το χώμα με τα πόδια μας, και να ανασαίνουμε τον ιδρώτα της γης μας. Και οι θεοί ας μας αξιώσουν ο πετριχώρ που θα αναδυθεί να γίνει ιχώρ αθανασίας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Άγγελου Σικελιανού: Σόλωνος Απόλογος

O Σόλων
640 – 560 π.Χ.
(Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο Νεαπόλεως)

Καθώς η Πατρίδα μας, η Υφήλιος όλη και ο καθένας μας ξεχωριστά διανύουμε μια εποχή ανακατατάξεων, καταθέτω αυτό το ποίημα του  Άγγελου Σικελιανού, το αγαπημένο από τα μαθητικά μου χρόνια, ως κτήμα όσων αγαπούν την Ελλάδα και αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια και την αριστεία. Το καταθέτω και ως υπενθύμιση πως οι «ωραίοι τρελοί», αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που πολλές φορές τα καταφέρνουν.

«Γιγνώσκω, και μοι φρενός ένδοθεν
άλγεα κείται, πρεσβυτάτην εσορών
γαίαν Ιαονίας καινομένων
»

(Ελεγεία Σόλωνος, εν Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία.ν)

(Ο Σόλων γέροντας, θυμάται τον καιρό όπου υποκρίθη τον τρελλό για να παρορμήση τους Αθηναίους ν’ ανακαταλάβουνε τη Σαλαμίνα, νοσταλγεί την ώρα αυτή, και μονάχος του λέει.)

«Σα βγήκα, κισσοστέφανος,
στη μέση από το δρόμο,
τριγύρα μου, με τρόμο
ζυγώσαν τα παιδιά,

μα ως είδανε π’ ανάδευα
δίχως μιλιά το στόμα,
γιατί τα λόγια ακόμα
μου τάπνιγε η καρδιά,

Ξεθάρρεψαν απάντεχα
κι‘ όλα κρατώντας το ίσο,
με πήρανε από πίσω,
φωνάζοντα: “Ο τρελλός!”

Και με, που ο λόγος κέντριζεν
ετούτος, πιο παρ’ άλλος,
γιατί βαθειά μου ο σάλος
επλήθαινε, θολός.

με τέτοιο τσούρμο γύρα μου
στην Αγορά όταν πήγα
– λες μ’ άγγιξεν η μυίγα-
τραβώντας το σπαθί,

τα ίδια μου στήθη εχτύπησα
και πια δεν είταν ψέμμα,
από τις φλέβες το αίμα
επήδαε να χυθεί…

Κι’ ως είδα πια τριγύρα μου
τη μαζωμένη Αθήνα,
φωνάζω: “η Σαλαμίνα,
μ’ ακούτε, καρτερεί,

κι’ ομπρός να τη γλυτώσουμε
κι’ είνε δικιά μας πάλι,
μικρή παιδιά είν’ η πάλη
μα η νίκη είν’ ιερή!”

Κι’ ως κάποιοι τότ’ εμάντεψαν
τα λόγια τούτα γύρα,
σα ν’ άσπρωξαν μια θύρα,
εκράξαν όλοι “ομπρός”.

Και να, σε λίγο εβάδιζα
ανάμεσα στα πλήθη,
μ’ αιματωμένα στήθη,
προβόδαα, σα γαμπρός.

Κι’ η Σαλαμίνα επάρθηκε
κι’ ο μόχτος μου στεριώθη,
και μώγιναν οι πόθοι
πώβλεπε ο νους θολός,

μα πια, από τότε, μια φωνή
σαν των παιδιών εκείνη,
δεν άκουσα να κλείνει
το μένος μου “ο τρελλός”.

Γύρα, “ο τρελός” σαν έκραζαν,
κι’ ολοένα επροχωρούσα,
τι αληθινά μπορούσα
τρελλός και να γενώ,

απ’ της καρδιάς μου το άδυτο,
το μέγα αν θέλημά μου,
δεν άστραφτε μπροστά μου
ψηλά, ως τον ουρανό!

Μα πια, από τότε τα κοινά
φροντίζοντας ολοένα,
κατόπι από τη γέννα
την πρώτη της καρδιάς,

γνώση στη γνώση εμάζεψα,
και τώρα πια είμ’ απάνω
στο σύνορο το πλάνο,
της ύστερης βραδυάς…

Μα να, σ’ αυτό το σύνορο
που ο νους μου πια την τάξη
κλωτσάει, και θέλει πράξη
και τούτος να γενή,

κι’ ίσως να γίνει δύνονταν
και πάλι αυτό το τάμμα,
αν γύραθέ μου, ω θάμμα
ακούονταν μια φωνή,

σαν των παιδιώνε τη φωνήν
ολοένα να με σπρώχτει,
σα για μιαν άλλων όχτη
και για μια νέα ζωή,

αν μόνο, λέω, ακούγονταν
βαθειά κι’ ολόγυρά μου,
αδόκητα, ω χαρά μου,
της τρέλλας η άγια βοή!…

Κι’ α, χύσου πια απ’ τον Όλυμπο,
ή από τα Τάρταρα έλα,
ιερή μεγάλη τρέλλα,
και πάρε μου το νου,

και τη σοφία σπατάλα μου
για μιαν αθάνατη ώρα,
μιαν ώρα νικηφόρα,
σα νάταν αλλουνού!
»

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

H χειρότερη εποχή, είναι η καλύτερη εποχή για να είσαι γυναίκα

“Κυανέοις κόλποισιν ἐνημένη, ἀερόμορφε, ῞Ηρα παμβασίλεια, Διὸς σύλλεκτρε μάκαιρα, ψυχοτρόφους αὔρας θνητοῖς παρέχουσα προσηνεῖς, ὄμβρων μὲν μήτηρ, ἀνέμων τροφέ, παντογένεθλε· χωρὶς γὰρ σέθεν οὐδὲν ὅλως ζωῆς φύσιν ἔγνω· κοινωνεῖς γὰρ ἅπασι κεκραμένη ἠέρι σεμνῶι· πάντων γὰρ κρατέεις μούνη πάντεσσί τ᾽ ἀνάσσεις ἠερίοις ῥοίζοισι τινασσομένη κατὰ χεῦμα. ἀλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια, ἔλθοις εὐμενέουσα καλῶι γήθοντι προσώπωι”.
-Ορφικός Ύμνος στην Ηρα.
(Εικόνα: William-Adolphe Bouguereau, 1864).

H ανακοίνωση αναρτήθηκε στα γραφεία δικηγορικού συλλόγου: «ΝΕΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ζητείται από Ομιλο Εταιρειών και συγκεκριμένα την Θυγατρική Τεχνική Εταιρεία Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Ιατρικής Εταιρείας Υγείας… Η Δικηγόρος θα πρέπει να γνωρίζει τις Βασικές Αρχές Εταιρικού και Εμπορικού Δικαίου … αξιολογείται η ΛΙΑΝ εξαιρετική επαγγελματική εμφάνιση και ύψος ΑΝΩ του 1.75». Πλέον της “υψηλής μηνιαίας αντιμισθίας”, προσφέρονται “υπεροπολυτελές γραφείο εργασίας”, αυτοκίνητο, έξοδα Α’ θέσης και άλλα.

Μερικές “βασικές” γνώσεις οι οποίες συμπληρώνουν μια “λίαν εξαιρετική” εμφάνιση, είναι το κλειδί για να βρει μια νέα γυναίκα εργασία. Εάν διαθέτει περισσότερες από τις βασικές γνώσεις Νομικής αλλά είναι λιγότερο από “λίαν εξαιρετική” στην εμφάνιση, λιγότερο από 175 εκ. στο ύψος, και λιγότερο νέα, μπορεί να ελπίζει σε 400 ευρώ μηνιαίως, για 12 ώρες εργασίας κι έναν γηραιό προϊστάμενο να σαλιαρίζει σε ένα κρύο γραφείο με θέα στον ακάλυπτο.

Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα για τις γυναίκες. Αυτή είναι η αντίληψη ενός συστήματος το οποίο δομήθηκε από άνδρες, πρόθυμους να οικειοποιηθούν τις αλλαγές που συντελέστηκαν με την Βιομηχανική Επανάσταση και την είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας ιδιαίτερα από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Η γυναίκα από κυρία του σπιτιού της, έγινε ζητιάνος, σκλάβος και θύμα καθηγητάδων, σκηνοθετών, προπονητών. Φέρνει χρήμα σε βιομηχάνους, διαφημιστές και επσταϊνικούς παραγωγούς. Φροντίζει για όλα και δεν παίρνει εύσημα για κανένα.

Σήμερα οι γυναίκες μπορούν να κάνουν πολλά, με το κυριότερο να κόβουν τα κεφάλια μιας Λερναίας Υδρας η οποία τις καταδειναστεύει και τις εργαλειοποιεί.

Η χειραγώγηση της γυναίκας: Μια πολύ παλιά ιστορία

Από τότε που η Ρέα έδωσε στον Κρόνο να φάει μια πέτρα αντί για τον νεογέννητο γιο της, τον Δία, με την βοήθεια της πεθεράς της, Γαίας, οι γυναίκες παλεύουν με τους δικούς τους τρόπους να κάνουν την Ζωή να επιβιώσει σε έναν κόσμο ολοένα πιο αφιλόξενο και εχθρικό.

Θεοί και άνθρωποι κυνηγούν την θηλυκή δύναμη για να την καθυποτάξουν. Εκείνη γίνεται δορκάδα και κρύβεται ελεύθερη και μοναχική στο δάσος, Αρτέμιδα και Κίρκη, τοξεύοντας και μεταμορφώνοντας τους κυνηγούς της σε αυτό που είναι πραγματικά, δέντρα, χοίροι ή λιοντάρια, κάποτε μαινάδα, ζητώντας εκδίκηση για τις πολύχρονες ταλαιπώριες του φύλου της.

Σκυμμένοι απάνω της χιλιάδες χρόνια, θεοί και θνητοί, ιδρώνουν να μάθουν τα μυστικά της. Και πώς να μην θέλουν να ξεδιψάσουν στις πηγές της; Α-φθονη η Μεγάλη Θεά, συγκατανεύει και χαίρεται με την χαρά τους, και τους ανταποδίδει πολλαπλάσια τις φροντίδες τους.

Σήμερα, ένα κύμα ανδρικού νεοσυντηρητισμού πάει να αντιπαρατεθεί στον βίαιο μεταφεμινισμό. Δυσκολεύεται να καταλάβει, σκοτισμένος από την μαύρη αντιστροφή της αλήθειας που μασκαρεύτηκε και τρύπωσε στην ελληνική σκέψη σαν το σκουλήκι στο μήλο, κι έβαλε τον άνθρωπο να σκέφτεται ποιος πρέπει να είναι πιο πάνω και ποιος πιο κάτω (ταξική σκέψη, δηλαδή), ποιος είναι καλός και ποιος κακός -η γυναίκα, τότε, ο άνδρας μετά, η γυναίκα ξανά. Μιαρή η γυναίκα γιατί έδωσε στον άνδρα τον καρπό της γνώσης που είναι ζηλότυπα φυλαγμένος μόνο για τους εκλεκτούς, γι’ αυτό οι μισάνθρωποι που ερμήνευσαν την Δημιουργία, ονόμασαν την γυναίκα πειρασμό και πηγή του κακού.

Οι Έλληνες όμως έχουν για μεγάλο τους θεό έναν γητευτή, εραστή και γονιμοποιητή, και όλη την γνώση ανοιχτή, να την μοιράζουν στους αναζητητές της, θέαινες: την σοφία και τις δεξιότητες η Αθηνά, την καλλιέργεια της γης η Δήμητρα, τις Τέχνες oι Μούσες, και τον κόσμο να τον συνέχει η θέαινα της αγάπης, Αφροδίτη.

Πώς να είσαι σήμερα γυναίκα;

Σήμερα μπορείς να κυκλοφορείς έξω από το σπίτι, εκεί όπου οι Αρχαίες Αθηναίες έμεναν κλεισμένες στις εσωτερικές αυλές, και οι βυζαντινές μέχρι και τις προγιαγιάδες μας κυκλοφορύσαν με σκεπασμένη την κεφαλή.

Μπορείς να κυκλοφορήσεις, τρόπος του λέγειν, γιατί, δεν μπορείς στην πράξη. Πριν τον Μεγάλο Εγκλεισμό δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις επειδή κάποιοι θίγονταν από το μήκος της φούστας σου, το άνοιγμα στο μπούστο σου, το ύψος του τακουνιού σου, και μπορεί να βρισκόσουν κακοποιημένη επειδή “τα ήθελες”. Αν είχες κάποιο μυαλό παραπάνω, φορούσες μακριές φούστες και ίσια παπούτσια, αλλά και πάλι “προκαλούσες”. Σε έβαζαν στο συρταράκι “Αριστερή” και στην Αριστερά ήσαν πιο συμφιλιωμένοι με την λίβιδό τους, από ό,τι οι ενοχικοί μεσοαστοί μεσοδεξιοί, γι΄αυτό και σε έλεγαν πουτ…

Σήμερα απαγορεύεται να κυκλοφορείς γενικώς είτε είσαι άνδρας είτε γυναίκα. Οπότε καλύτερα που είσαι γυναίκα και δεν χρειάζεται να φοράς 12ποντες γόβες για να φθάσεις το 175 που θέλει το αφεντικό σου που είναι 168 με ανάταση, φαλάκρα και μπυροκοιλιά.

Σήμερα μπορείς να αγαπήσεις όποιον θέλεις, χωρίς να σου επιβάλλουν ο πατέρας κι οι αδελφοί σου με ποιον θα περάσεις τις μέρες σου και, κυρίως τις νύχτες σου. Μόνο που πλέον τα αρσενικά σπανίζουν, και αυτά που βρίσκονται είναι απρόθυμα για δεσμεύσεις, ανήμπορα να διεκδικήσουν την ζωή τους, πολύ περισσότερο να προστατέψουν οικογένεια, αρκούντως κακομαθημένα ώστε να μην βρίσκουν δουλειά αρκετά καλή για τα μέτρα τους -ούτε λόγος να γίνεται για τις δυο και τρεις δουλειές που έκαναν οι άντρες ως το ’70 για να ζήσουν την οικογένειά τους- , και μια παιδιάστικη πεποίθηση ανευθυνότητας.

Κι όμως. Δεν υπήρξε καλύτερη εποχή για να είσαι γυναίκα.

Γιατί σήμερα τα δικά σου, γυναικεία αιτήματα, είναι αιτήματα όλης της οικουμένης.

Σήμερα δεν κινδυνεύεις μόνο εσύ από την σεξουαλική βία αλλά και τα αγόρια. Δεν απαγορεύεται μόνο σε σένα να κυκλοφορήσεις, αλλά σε όλους. Δεν είσαι μόνο εσύ κακοπληρωμένη, αλλά όλοι.

Τώρα είναι η κατάλληλη εποχή να διεκδικήσεις το δικαίωμά σου να κυκλοφορείς, να μιλάς, να αγκαλιάζεσαι, να εργάζεσαι. Τώρα είναι η εποχή να κατακτήσεις την ελευθερία να αποφασίζεις για το σώμα σου, γιατί τώρα το να ορίζουμε το σώμα μας γίνεται αντικείμενο παγκόσμιας βίας.

Ο ιστορικός κύκλος έχει φανερά πάρει στροφή προς την βαρβαρότητα, την ισοπέδωση του πολιτισμού και του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε, και το μόνο που μπορεί να φωτίσει τα ερέβη που προμηνύονται είναι η θύμηση του δρόμου της επιστροφής σε μια νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου είδους. Τότε που δεν ήταν απαγορευμένη η γνώση. Τότε που ρωτούσαν τους πολίτες “τις αγορεύειν βούλεται”. Τότε που η πνευματικότητα και η θηλυκότητα, ο πολιτισμός, η ειρήνη και ο πόλεμος, συνυπήρχαν ο ένας για τον άλλο. Τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία με την Φύση, μαθαίνοντας στην αγκαλιά της, κι όχι “κατακυριεύοντάς την”.

Μέσα από την βία ενός κόσμου τεράτων, θα βρούμε τον δρόμο στην αγκαλιά της Μεγάλης Μητέρας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Περί ελευθερίας -Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Επί μια δεκαπενταετία έμεινα στα Γιάννενα. Έμαθα να ζω με τα βουνά και αγάπησα τα τοπία της Ηπείρου. Σύντροφοι και συνομιλητές στα καλά και στα άσχημα, σκεπασμένα πότε με παχιές καθησυχαστικές ομίχλες και σπανιότερα, με τα πιο φανταχτερά χρώματα που επιφυλάσσει η Φύση στα μάτια του ανθρώπου. Με διαπέρασε η υγρασία και η μουσική της, τόσο διαφορετική από την ιδιοσυγκρασία μου. Εκεί εκπαιδεύτηκα σε πολλά αναγκαία της ενήλικης ζωής, εκεί πήγαν σχολείο τα τρία μου παιδιά. Η Επέτειος της Απελευθερώσεως της πόλεως, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, είναι συνδεδεμένη στην μνήμη μου με σχολικές γιορτές, οι οποίες, προς αμηχανία, κάποτε και δυσαρέσκεια κάποιων παρισταμένων, έκαναν να φουρτουνιάζει στα μάτια μου, ο καημός της σημερινής υποτέλειας.

Στον νου μου έρχονταν οι εικόνες των νεαρών ανδρών και γυναικών, στρατιωτών και νοσοκόμων που άφησαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, για την μακρινή γη του Εθνικού Οράματος. Μια δεκαετία αργότερα, ο δικός μου προπαππούς θα έφευγε για την Μικρά Ασία, απ’ όπου θα γύριζε μόνο για να πεθάνει στον πατρογονικό του Μωριά κι αργότερα ο παππούς μου, εικοσάχρονος έφιππος, για την σκλάβα γη της Βορείου Ηπείρου, την οποία αναπολούσε ως τα βαθιά του γηρατειά. Έβλεπα τα παιδιά, τα δικά μου και τα άλλα ελληνόπουλα, σαν αγγέλους με λευκά πουκάμισα και καστανόξανθα μαλλιά, να τραγουδούν την δόξα και τον πόνο τους. «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια. Μον’ με φοβίζει η παγωνιά, του Μπιζανιού τα χιόνια».

Αργότερα, τα καμάρωνα στις παρελάσεις, ντυμένα με τις εθνικές ενδυμασίες του τόπου του πατέρα τους, ντυμένα όπως θα’πρεπε να ντύνονται όλοι οι Έλληνες, τουλάχιστον μια μέρα κάθε χρόνο, για να νιώθουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού είναι ο προορισμός τους. Πολλοί προσπάθησαν να καταργήσουν τις παρελάσεις, πότε στο όνομα της ειρήνης, πότε για λόγους δήθεν οικονομίας, εσχάτως και για λόγους “πανδημίας”.

Καθώς (ξανα)γράφω αυτές τις γραμμές, για την Επέτειο της Απελευθερώσεως ενός τόπου που όλοι θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της Πατρίδας μας, ευγνωμονώ όσους καθιέρωσαν αυτές τις γιορτές. Κουραστικές, γραφικές, κενές νοήματος, όταν όλα όσα θύμιζαν θεωρούνταν δεδομένα, κατάφεραν να καλλιεργήσουν φρόνημα, καλαισθησία, τέχνη, δημόσια ομιλία, και, πάνω από όλα, το έθος της τιμής στους Ήρωες του Έθνους μας.

Στις φωτογραφίες της εποχής, έφιπποι Έλληνες μπαίνουν στην πόλη από τον δρόμο του που βρισκόταν ως πριν λίγο καιρό το σπίτι μου, πριν ανοίξουν οι μεγάλες εθνικές οδοί και λεωφόροι, όταν οι δρόμοι ήσαν χωμάτινοι και οι άρρωστοι πήγαιναν να θεραπευτούν στα μοναστήρια. Όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρουν τον εαυτό τους, ή για να γνωρίσουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος όλος βρισκόταν κλεισμένος στον κάθε κόκκο χώματος της γης τους.

Οταν στην ελληνική βουλή υπήρχαν Ελληνες βουλευτες, θυμάμαι δυο που ξεσήκωσαν σάλο όταν τόλμησαν σε μια επιτροπή της εκκλησιάς των πολιτικών κομμάτων να απευθυνθούν στην ηγεσία της χώρας και του στρατεύματος και να τους αποκαλέσουν τους μεν “προδότες”, τους δε “υπηρέτες” των εισβολέων της Πατρίδας μας. Μπορεί ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία της “κοινής” γνώμης, να διαφωνούν με τον τρόπο ή την ένταση. Όμως, η αλήθεια είναι πως αυτοί που ως προτεραιότητα έχουν το συμφέρον των κατακτητών της πατρίδας μας, αυτών που εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους για να επιδιώξουν την υποδούλωσή της, αυτοί που έχουν συστηματικά και από πρόθεση νεκρώσει κάθε υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα επιδιώκοντας την καταστροφή της μεσαίας τάξης, αυτής που από την αρχαιότητα είναι ο πυλώνας της Δημοκρατίας, αυτοί που στέλνουν στον θάνατο και στην συνέχεια περιφρονούν τους νεκρούς Ήρωές μας και παραχωρούν εθνική κυριαρχία για την οποία μάτωσαν και έδωσαν την ζωή τους οι πρόγονοί μας (συχνά όχι οι δικοί τους) είναι αντικειμενικά προδότες.

Στερήσεις και θυσίες, αγώνες, μάχες και θάνατοι ακόμα, έχουν νόημα και φέρνουν καρπό όταν η φλόγα της καρδιάς κινεί την μηχανή του μυαλού. Όταν όσα κάνεις γίνονται για την χώρα σου και όχι για τους ξένους. Στις πολύνεκρες μάχες στο άπαρτο οχυρό του Μπιζανίου πολέμησαν Έλληνες από ολόκληρη την Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν καμιά διαβεβαίωση για το αποτέλεσμα, εκτός από την εμπιστοσύνη στους ηγέτες τους (άνδρες σαν τον Στρατηλάτη Διάδοχο Κωνσταντίνο κι έναν Ιωάννη Μεταξά, κι όχι κάποιους ανθυπομέτριους εγωπαθείς χειριστές των παρασκηνίων), και την πεποίθηση που είχαν σπείρει και αναθρέψει στις καρδιές τους οι γονείς τους, πως όλα έχουν νόημα και αξία όταν τα κυβερνά η ανιδιοτελής αγάπη της Πατρίδας:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι.

Κι επειδή το Μπιζάνι ήταν άπαρτο, ένας έξοχος παράτολμος αξιωματικός ονόματι Βελησσαρίου, το εκτίμησε όπως έπρεπε, και αντί να επιμείνει παθητικά, το παρέκαμψε, μαζί με τους φουστανελάδες του, για να φθάσει στον σκοπό, στην απελευθέρωση που την πήγε στο πιάτο στον Διάδοχο Κωνσταντίνο στο χάνι του Εμίν Αγά. Κι εκεί, μπροστά στον βασιλιά-στρατηλάτη, έγειρε ο Τούρκος το σπαθί του και του παρέδωσε την πόλη. Ναι, θέλω κι εγώ να δω τον Τούρκο και κάθε εχθρό της Ελλάδας, του Ελληνισμού και των όσων απελευθερωτικών για τον Ανθρωπο διαχρονικά επινόησε και εκφράζει, να σκύβει εμπρός στον Έλληνα και να του παραδίνει το σπαθί του. Θέλω να δω την Πατρίδα μου δυνατή και τον λαό μου όρθιο. Και είμαι σίγουρη πως αυτό θέλουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, ακόμα κι αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή το πιο πιθανό φοβούνται να το παραδεχθούν.

Κλείνοντας την επετειακή αναφορά, θα χρησιμοποιήσω ως γέφυρα με το παρόν και τις νέες πραγματικότητες οι οποίες διαμορφώνονται και τις οποίες οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψιν μας, ένα ποίημα του Γεωργίου Χατζή- -«Πελλερέν», γιατί εκφράζει με τρόπο ιδανικό την απάντηση στην σημερινή αδήριτη ανάγκη για λύση και λύτρωση της Πατρίδας και του Λαού μας, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις, πολιτικές διασυνδέσεις και αρτηριοσκληρωτικές εμμονές.

Μέσα από τις υγρές, πέτρινες φυλακές του Κάστρου, όπου εκρατείτο καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της απελευθέρωσης, ετούτο το ποίημα.

Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν!”

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Επέτειοι, μνημόσυνα και ευθύνες

Πέρασε και φέτος η «θλιβερή επέτειος» των Ιμίων.

Κι αυτό είναι το πιο θλιβερό.

Οι Έλληνες έμαθαν στις «θλιβερές επετείους», στις «αλησμόνητες πατρίδες», στην κακομοιριά και στον Χατζηαβατισμό. «Δεν ξεχνούμε». Και λοιπόν;

Μέχρι να πατήσουν Delete στην  μνήμη ενός εκάστου οι χειριστές της Μεγάλης Τεχνολογίας, μπορείτε να κλαίτε και να κλαίγεστε ελεύθερα.

Η τάση δεν είναι καινούρια. Είχα γίνει δυσάρεστη σε κάποιους, γράφοντας παλαιότερα, πως «τιμώ τις Θερμοπύλες, αλλά γιορτάζω τις Πλαταιές». Εξακολουθώ να το υποστηρίζω.

Η επιλογή τού να τιμώνται οι ήττες είναι κατά την άποψή μου καταστροφική. «Είμαστε οι τελευταίοι», «θα πέσουμε μέχρις ενός», είναι βολικοί για κάποιους, πεισιθάνατοι κρωγμοί.

Κατά την αυτή έννοια, Εθνική Επέτειος είναι η νικηφόρος 25η Μαρτίου 1821, δεν είναι η 29η Μαΐου 1453, αν και δικαίως μνημονεύεται.

Από τότε που έχω πολιτική συνείδηση, θυμάμαι τους Πατριώτες να μεταφέρονται στα μνημόσυνα. Ηταν το μόνο που μπορούσαν να κάνουν επί νικηφόρου Δεξιάς του Γράμμου  που τιμά την Αριστερά της Ούλεν και του Μελιγαλά. Κατάθεση στεφάνου, εθνικός ύμνος, ταβέρνες, και του χρόνου.

Καλά είναι τα μνημόσυνα, να αναπαύονται οι ψυχές, και δικαίως τιμώνται οι νεκροί.  Για τους ζωντανούς έχει κανείς να πει κάτι;  

Ούτε μου κάνει ελληνικό αυτό το συνήθειο, ούτε μπόρεσαν ποτέ να το δικαιώσουν πολιτικά όπως η Αριστερά ή πολιτικοθρησκευτικά όπως ο Χριστιανισμός.

 Δεν βαρέθηκαν προφανώς να μοιρολατρούν, να ομφαλοσκοπούν, να ονειρεύονται ένα ιδανικό Χθες που δεν γνώρισαν και το οποίο, αν το γνώριζαν, είμαι βέβαιη ότι θα το θεωρούσαν εξίσου ποταπό στα παρασκήνιά του με το Σήμερα.

Η λατρεία των θυμάτων αντί της λατρείας των Ηρώων δεν είναι ίδιον των Ελλήνων. Είναι αποκύημα μιας μιζέριας που ξεκινά από τους αμανέδες του 1922, κατεβαίνει στην μουγκή εποποιία του 1974, βουλιάζει και ασφυκτιά στα νερά του Αιγαίου από το 1996.

Το Χθες είναι το καταφύγιο όσων δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το Σήμερα. Είναι γελοίο και τραγικό όταν αντιγράφεις τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του παρελθόντος χωρίς να διαθέτεις το περιεχόμενό του.

Είναι, αντίθετα, λυτρωτικό κι εμψυχωτικό, να θυμάσαι πως Εκείνοι δεν θα ξαναγυρίσουν, αλλά έχεις εσύ το ελεύθερο να δημιουργήσεις το νέο, όπως έκαναν εκείνοι, και να γίνεις ο γενάρχης μιας νέας Αρχής.

Θέλω να σκεφτείς, αναγνώστη, πώς θα ήταν το φρόνημα του Έθνους σήμερα, αν όπως παρελαύνουν (προ κυβερνήσεως ΝΔ-19, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα) οι Αντιστασιακοί στις παρελάσεις, παρήλαυναν οι ήρωες της Κύπρου, οι γονείς, οι χήρες και τα παιδιά των πεσόντων των Ιμίων και των υπερασπιστών των αιθέρων μας.

Καλή είναι η μνήμη και άγια, όταν δεν είναι επιλεκτική και όταν δεν παραλύει το άτομο και το σύνολο. Όπως οι ρίζες, όταν είναι βαθιές και γερές, θρέφουν και δυναμώνουν το δέντρο, μα το δέντρο στρέφεται προς τον ήλιο, κι όχι προς τις ρίζες για να δυναμώσει, έτσι και το Παρελθόν υπάρχει για να παιδαγωγεί και να εμπνέει, ώστε να κοιτούμε με αυτοπεποίθηση το Μέλλον.

Δεκέμβριος-Ο μήνας της θεϊκής και της ανθρώπινης αναγεννήσεως

Ο Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του χρόνου κατά το ηλιακό ημερολόγιο. Όπως μαρτυρεί το όνομά του, είναι ο δέκατος μήνας του δεκάμηνου Ρωμαϊκού έτους, αφού η λέξη Δεκέμβριος προέρχεται από το λατινικό decem, δηλαδή δέκα.

Η διαπρεπής Καθηγήτρια της Λαογραφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Άλκη Κυριακίδου – Νέστορος (1935-1988), θεμελιώνοντας τα συμπεράσματα των ερευνών της στην μελέτη της ζωής των Ελλήνων αγροτών, υποστηρίζει ότι τρεις είναι οι εμπειρίες του χρόνου με τις οποίες συνδέονται τα έθιμα του λαού:

-το κρύο,

-το τέλος της σποράς, και

-η μείωση του φωτός.

Αυτές οι εμπειρίες εκφράζονται μέσα από τις γιορτές και τα έθιμα κάθε μηνός.

Εις ό,τι αφορά το κρύο, ο ελληνικός λαός έχει παρατηρήσει, συμπεράνει και κωδικοποιήσει πως «του Αγίου Ανδρέα, αντρειεύει το κρύο» (30 Νοεμβρίου). Τον μήνα Δεκέμβριο το κρύο συνδέεται με τις εορτές της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου), του Αγίου Σάββα (5 Δεκεμβρίου) και του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Γι’ αυτό και αποκαλεί το τριήμερο αυτό «Νικολοβάρβαρα». Τότε, “η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Άη Σάββας σαβανώνει, κι ο Άη Νικόλας παραχώνει”, εννοείται στο χιόνι. Σε αυτή την φράση και σε πολλές ακόμη παροιμιώδεις φράσεις του λαού μας, η συλλογική εμπειρία εκφράζεται με παροιμιακές φράσεις στις οποίες κυριαρχεί η χρήση της παρετυμολογίας. Η ηχητική, δηλαδή, συνάφεια ερμηνεύεται ως αιτιώδης σχέση. Έτσι έχουμε τον σύνδεσμο Ανδρέας-αντρειεύει, Βαρβάρα-βαρβαρώνει, και Σάββας-σαβανώνει.

Η δεύτερη εμπειρία του χρόνου, όπως την καταχωρεί η αείμνηστη Νέστωρος,  είναι το τέλος της σποράς.  Για την σπορά, η παρετυμολογία συναντάται σε παροιμίες όπως: “Δεκέμβρης, δίκιος σπόρος” και “Δικέμβρη, δίκια σπέρνε”. Η λέξη «δίκια» σημαίνει ότι ο ζευγάς δεν πρέπει να ρίχνει τον σπόρο ούτε πολύ αραιά, ούτε πολύ πυκνά, γιατί το χώμα είναι αρκετά ποτισμένο από τις βροχές, ώστε δεν υπάρχει πλέον φόβος να μην φυτρώσει.

Η τρίτη εμπειρία του χρόνου, κατά Νέστωρος, είναι η μείωση του φωτός. Η αύξηση και η μείωση του φωτός είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζει καίρια την ζωή στην Γη. Με αυτήν συνδέεται και από αυτήν εξαρτάται η ζωή, η γέννηση και η καρποφορία του σιταριού το οποίο αποτελεί την βασική τροφή των Ελλήνων από την Νεολιθική εποχή έως και ως σήμερα. Και αυτό, παρά τις συνεχείς και συντονισμένες προσπάθειες αποσύρσεώς του από το διαιτολόγιο των συγχρόνων Ελλήνων, εν ονόματι της «υγιεινής διατροφής» η οποία ευνοεί τις ενεργειοβόρες εγκαταστάσεις βοοειδών (ως να ζήλωσαν τους Τεξανούς γελαδάρηδες στις ανύπαρκτες μεγάλες ελληνικές πεδιάδες), έναντι των εριφίων που παραδοσιακά εκτρέφονται στα ορεινά ακόμη και των βραχωδών νησιών μας, ή των χοιρινών τα οποία απετέλεσαν ως και τον περασμένο αιώνα πηγή τροφής για όλο τον χρόνο, ιδιαιτέρως δε κατά τους χειμερινούς μήνες, ακόμη και για τις οικονομικά ασθενέστερες  οικογένειες, είναι δε κατ’ εξοχήν «οικολογικά» ζώα αφού καταναλώνουν και ανακυκλώνουν τα τροφικά απορρίμματα του σπιτιού.  Αντιθέτως η εκ της Εσπερίας «υγιεινή διατροφή» προβάλλει παραπροϊόντα αγελαδινού γάλακτος τα οποία δεν επαρκούν από την ελληνική παραγωγή, επομένως εισάγονται για να καλύψουν τις πλασματικές ανάγκες, ενώ παραμελούνται το πλέον συμβατό με το ανθρώπινο πεπτικό σύστημα κατσικίσιο γάλα, και παραδοσιακά τυριά όπως το κασέρι. Η αποξένωση από την παραγωγή και την κατανάλωση προϊόντων οικόσιτων ζώων,  είναι μια από τις πολλές μεθόδους τις οποίες χρησιμοποιεί η διεθνιστική προπαγάνδα προκειμένου να επιτύχει την υποταγή των ανθρώπων μετατρέποντάς τους από παραγωγούς σε καταναλωτές, προσδεδεμένους και εξαρτημένους από μεγάλες διεθνείς εταιρείες επεξεργασίας και διανομής τροφίμων.

Η σχέση  της ζωής των ανθρώπων με τον  ηλιακό κύκλο και με τον κύκλο των γεωργικών εργασιών είναι άμεση και αποκαλυπτική: Η χειμερινή τροπή συμπίπτει με το τέλος της σποράς, η θερινή τροπή με το τέλος του θερισμού, η εαρινή ισημερία είναι η εποχή κατά την οποία τα στάχυα αρχίζουν να ψηλώνουν, ενώ κατά την φθινοπωρινή ισημερία γίνεται η προετοιμασία της σποράς. Ουρανός και Γη, τα Άνω και τα Κάτω, συνεργούν αρμονικά και παραγωγικά στην ζωή, στην επιβίωση και στην ευημερία του Ανθρώπου.

Κατά τον μήνα Δεκέμβριο σημειώνονται οι μικρότερες μέρες -«Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα»-, μέχρις ότου φθάσουμε στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο, το οποίο τοποθετείται κατά προσέγγιση στις 21 Δεκεμβρίου, οπότε οι μέρες αρχίζουν και πάλι να μεγαλώνουν. Με την Γέννηση του Σωτήρος, στις 25 Δεκεμβρίου, ο ήλιος ξαναγεννιέται. Στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική υμνογραφία των Χριστουγέννων, υπάρχουν πολλές αναφορές στον σύνδεσμο του Χριστού με τον ήλιο: “Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης”, “Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός, ανέτειλε το κόσμω το φως το της Γνώσεως» και «Σε προσκυνείν, τον Ήλιον της Δικαιοσύνης και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους Ανατολήν…”.

Καθ’ οδόν προς την ηλιακή και ανθρώπινη αναγέννηση, ας κρατήσουμε την ματιά μας στο Φως.

Οι παπαρούνες στα λιβάδια της Φλάνδρας

Στα λιβάδια της Φλάνδρας

All Hallows, Toussaint, των Ταξιαρχών, γιορτές φθινοπωρινές, αφιερωμένες στους Προγόνους και στις ασώματες, αόρατες, ουράνιες δυνάμεις τις οποίες επικαλούμαστε και στις οποίες προστρέχουμε καθώς συγκεντρωνόμαστε γύρω από την φωτιά της μνήμης, των μύθων, των παραδόσεων, των κατορθωμάτων και της ανίκητης προφορικής παράδοσης που κεντούν τον πέπλο της μεγαλειώδους Ιστορίας του Ανθρώπου.

Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, ανθούν σήμερα λιβάδια από παπαρούνες. Κανείς δεν είχε προσέξει τα ταπεινά αγριολούλουδα που φύτρωναν ισχνά στο φτωχό χώμα του άγονου Βελγίου και της Βορειοδυτικής Γαλλίας. Μέχρι που κατέκλεισαν τον τόπο στις αρχές του 20ου αιώνα.

Αν είχαμε μια καλύτερη εποπτεία της αρχαίας θρησκείας και της ιστορίας μας, θα ξέραμε ότι οι παπαρούνες είναι από την αρχαιότητα συνδεδεμένες με τους νεκρούς και την πρόσβαση των ζώντων, στον κόσμο πέρα από το λεπτό παραπέτασμα που χωρίζει τους ζωντανούς από τους νεκρούς.

Η θεά των Παπαρούνων την οποία συνανταούμε στην Μινωική και στην Μυκηναϊκή τέχνη, η θεά Δήμητρα καθισμένη πάνω στον θρόνο της που στα πόδια του φυτρώνουν παπαρούνες, κι η νεοελληνική παράδοση που θέλει τις παπαρούνες να φυτρώνουν στα πόδια του Σταυρού του Θεανθρώπου, στους σταμπωτούς κανβάδες των γιαγιάδων μας, μας μιλούν για την χειροπιαστή μαρτυρία της συνέχισης της ζωής μετά τον θάνατο. Η πίστη πως όλα δεν τελειώνουν εδώ παρηγορεί και συνάμα νουθετεί τον εύκολο στην θλίψη όσο και στην έπαρση, άνθρωπο, και είναι βαθιά ριζωμένη στην ιστορία μας.

Η Μινωική θεά των Παπαρούνων, 13ος π.Χ. αιώνας, Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου
Η θεά, καθισμένη κάτω από το ιερό δένδρο κρατά στα χέρια της παπαρούνες ενώ της προσφέρονται κρίνοι. Στο στερέωμα, δυο φίδια περιπλέουν τον ήλιο και το φεγγάρι, σημάδια της ιερότητας της χθόνιας θεάς. (Aκρόπολη Μυκηνών, περί το 1450 π.Χ. )
Παπαρούνες φυτρώνουν στη βάση του Σταυρού μετά την σταύρωση του Θεανθρώπου.
Λαϊκή εικονογράφηση σε κανβά κεντήματος.

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο αδελφοκτόνος Πρώτος Ευρωπαϊκός Πόλεμος σκόρπισε στο χώμα της Ιπρ, στην Φλάνδρα, αίμα και κόκκαλα νέων ανδρών που έδωσαν την ζωή τους πιστεύοντας πως η θυσία τους θα προσέφερε έναν καλύτερο κόσμο στους αγαπημένους τους, στους γονείς και στα αδέλφια, στις γυναίκες και στα παιδιά τους, που τους περίμεναν στην πατρίδα τους. Το χώμα, αναστατωμένο από τις βολές του πυροβολικού, ποτισμένο από το αίμα και τα οστά ανθρώπων, αλόγων και σκύλων, και το άζωτο των εκρηκτικών, έκανε τις παπαρούνες να θεριέψουν. Οι στρατιώτες είδαν σε αυτές το αίμα των σκοτωμένων συνστρατιωτών τους, μαζί και την ελπίδα πως το αίμα τους θα ποτίσει το δέντρο της ζωής, κι άρχισαν να γράφουν γι’ αυτές σε επιστολές προς τους οικείους τους από το 1915, το δεύτερο έτος του πολέμου, και μετά.

Το ίδιο φαινόμενο, με τις κατακόκκινες παπαρούνες, παρατηρήθηκε και στην Καλλίπολη. Τα συμμαχικά στρατεύματα έφθασαν στην χερσόνησο της Ανατολικής Θράκης στις 25 Απριλίου 1915, με στόχο να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και να εκδιώξουν την Τουρκία από τον πόλεμο.

Ο “πόλεμος των χαρακωμάτων” ο οποίος χαρκτήρισε την τέχνη του πολέμου εκείνου, υπήρξε καταστροφικός και ήταν ένα πραγματικό σφαγείο νέων Ευρωπαίων, όπως άλλωστε και το Δυτικό μέτωπο. Μετά από οκτώ μήνες σκληρών μαχών, οι Σύμμαχοι αποσύρθηκαν, τον Ιανουάριο του 1916, σημειώνοντας μια τραγική αποτυχία έναντι των Τούρκων.

Πόλεμος χαρακωμάτων

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πιο άγριος, τεχνολογικά προηγμένος, και ανήθικος πόλεμος που είχε γνωρίσει ως τότε ο κόσμος, έληξε με την ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου 1918. Πάνω από 16 εκατομμύρια ένοπλοι και άμαχοι υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ή ήταν “παράπλευρες απώλειες” του πολέμου.

John McCrae

Λίγο μετά την απώλεια του φίλου του υπολοχαγού του Πυροβολικού Alexis Helmer ο οποίος διαμελίστηκε στην δεύτερη μάχη της Ιπρ, ένας Καναδός στρατιωτικός γιατρός, ο αντισυνταγματάρχης John McCrae, καθισμένος στο πίσω μέρος ενός ασθενοφόρου, έγραψε στις 8 Δεκεμβρίου 1915, το ποίημα, “Οι Παπαρούνες της Φλάνδρας”. Το ποίημα χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην προπαγάνδα της Κοινοπολιτείας και έγινε διάσημο. Ο ποιητής, γιατρός και στρατιώτης, πέθανε από πνευμονία κατά την υπηρεσία του, ως Διοικητού του Γ’ Γενικού Καναδικού Νοσοκομείου, στην Βουλώνη, στις 28 Ιανουαρίου 1918, οκτώ μήνες πριν το τέλος του Μεγάλου Πολέμου.

In Flanders’ fields the poppies blow
Between the crosses, row on row,
That mark our place: and in the sky
The larks, still bravely singing, fly
Scarce heard amid the guns below.

We are the dead. Short days ago
We lived, felt dawn, saw sunset glow,
Loved and were loved, and now we lie
In Flanders’ fields.

Take up our quarrel with the foe;
To you from failing hands we throw
The torch; be yours to hold it high,
If ye break faith with us who die
We shall not sleep, though poppies grow
In Flanders’ Fields.

Η Μνήμη των νεκρών των Α΄Παγκοσμίου Πολέμων (και εν συνεχεία των νεκρών όλων των πολέμων της Κοινοπολιτείας) τιμάται στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κατάθεση στεφάνων καμωμένων από (υφασμάτινες) παπαρούνες, και με μια παπαρούνα στο πέτο πριγκίππων και κοινών θνητών, την Κυριακή που είναι πλησιέστερη στις 11 Νοεμβρίου, επέτειο του τέλους των εχθροπραξιών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και, εκκλησιαστικά στο Allsaintstide.

Αιωνία η μνήμη των παιδιών της Ευρώπης.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

14 Σεπτεμβρίου: Του Σταυρού σταύρωνε και δένε

Πέφτω, κάνω το σταυρό μου
κι άγγελο έχω στο πλευρό μου.
Δούλος του Θεού λογιούμαι
και κανένα δε φοβούμαι

.

Μοσχοβολούν οι εκκλησιές βασιλικό. Επάνω στον ασημένιο δίσκο, βασιλικοί και δεντρολίβανα περιβάλλουν τον σταυρό, κάποτε μαλαματένιο, κάποτε ξύλινο. Σαν σπάργανα τυλίγουν το σημάδι του θανάτου που έγινε σημάδι ζωής και σωτηρίας. Σαν τον Απόλλωνα που ντύθηκε κοράκι, σύμβολο του θανάτου για να γλιτώσει τους σκοτεινούς διώκτες του και να επιστρέψει φωτεινός, ολόλαμπρος, έτσι το σύμβολο της ανθρώπινης βαρβαρότητας βαφτίστηκε στο αίμα του αναμάρτητου για να λυτρώσει τον ληστή και τον ψαρά, τον βουλευτή από την Αριμαθαία, τον πιστό μαθητή, τις θαρραλέες γυναίκες το πρωινό της Ανάστασης.

Βγαλμένος από τα σπλάχνα της γης από μια γυναίκα, την βασιλομήτορα Ελένη, το 326 , όπως θέλει η παράδοση, κι όπως αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, ο σταυρός του Χριστού, του διαλεκτού παιδιού του Θεού, τιμάται στις 14 Σεπτεμβρίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

«Σταυρός, ο φύλαξ πάσης της οικουμένης.
Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας.
Σταυρός, βασιλέων το κραταίωμα.
Σταυρός, πιστών το στήριγμα.
Σταυρός, αγγέλων η δόξα
και των δαιμόνων
το τραύμα»

Λένε πως ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε οικοδομήσει το 135,  με την δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης στο σημείο όπου ετάφη ο Χριστός. Εκεί, και αφού τον κατεδάφισε, η Ρωμαία Αυτοκράτειρα βρήκε κάτω από τα θεμέλιά του τρεις σταυρούς. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιος από τους τρεις ήταν ο σταυρός του Χριστού, ο επίσκοπος Ιεροσολύμων ακούμπησε το σώμα μίας ευσεβέστατης νεκρής γυναίκας διαδοχικά και με τους τρεις σταυρούς. Μόλις το νεκρό σώμα της γυναίκας ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό,  αναστήθηκε. Την 14η Σεπτεμβρίου του 335 έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού στον ναό της Αναστάσεως τον οποίο είχε ανεγείρει η βασιλομήτωρ σύμφωνα με το πρόγραμμα ανοικοδομήσεως ναών το οποίο εμπνεύστηκε και χρηματοδότησε ο γιος της Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, αντιλαμβανόμενος την δυναμική της νέας θρησκείας.

Τρεις αιώνες μετά, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος ύψωσε για δεύτερη φορά τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο επανέφερε στα χέρια των Ορθοδόξων Χριστιανών μετά από 14 χρόνια κατοχής του από τους Πέρσες.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση η Αγία Ελένη δεν έβρισκε άνθρωπο να της πει πού είναι ο Σταυρός του Ιησού, μέχρι που πάτησε κατά λάθος ένα αρωματικό φυτό, τον βασιλικό. Εκεί ανέσκαψε και βρήκε τον σταυρό. Λέγεται πως ο βασιλικός φύτρωσε από τον ιδρώτα που έτρεξε από το μέτωπο του Χριστού, κι οι παπαρούνες από το αίμα Του. Γι΄ αυτό και του Σταυρού οι ιερείς μοιράζουν στους πιστούς βασιλικό, που τον έχουν πάει οι νοικοκυρές από την προηγουμένη στην εκκλησία για να ευλογηθεί.

Βασιλικός, ο βασιλιάς

O βασιλικός είναι ετήσιο, ποώδες φυτό, κατ’ εξοχήν ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως. Λέγεται ότι, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος από την εκστρατεία του στις Ινδίες, μεταξύ των άλλων, έφερε στην πατρίδα και το φυτό του βασιλέως, τον βασιλικό.

Ο Ρωμαίοι θεωρούσαν τον βασιλικό ερωτικό φίλτρο, σημάδι αγάπης και φυλακτό. Οι Αιγύπτιοι τον χρησιμοποιούσαν, μαζί με άλλα φυτά, στις ταριχεύσεις, και οι Γαλάτες σε τελετές εξαγνισμού, μαζί με νερό πηγής.  Εκεί ίσως να έχει τις ρίζες του και το έθιμο του αγιασμού με την χρήση βασιλικού.

Στη λαϊκή παράδοση, «όπου φυτρώνει βασιλικός δε πηγαίνει το κακό».

Ο βασιλικός όταν προσφέρεται ως δώρο, φέρνει καλή τύχη σε ένα νέο σπιτικό.

Για την Ιατρική, ο βασιλικός διαθέτει αντισηπτικές και αποχρεμπτικές ιδιότητες και θεωρείται εξαιρετικό εφιδρωτικό.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες του βασιλικού βρίσκονται κυρίως στο αντισπασμωδικό αιθέριο έλαιό του. Το αφέψημα από βασιλικό είναι χωνευτικό, διουρητικό και τονωτικό, καταπραΰνει το έντερο και τις ημικρανίες, και διευκολύνει την παραγωγή γάλακτος σε μητέρες που θηλάζουν.

Το εκχύλισμα βασιλικού είναι ευεργετικό κατά της στοματίτιδας, του επιχείλιου έρπητα και της ναυτίας. Είναι ακόμη ένα από τα καλύτερα εντομοαπωθητικά.

Στην Γαστρονομία, ο βασιλικός θεωρείται ο βασιλιάς των μυρωδικών, με πιο διαδεδομένη την ποικιλία του πλατύφυλλου ή Ιταλικού βασιλικού ο οποίος χρησιμοποιείται και στην παρασκευή της σάλτσας pesto. Η κατανάλωση φύλλων βασιλικού με λάδι στην σαλάτα, καταπολεμά την δυσκοιλιότητα.

Ο βασιλικός αναπτύσσεται σε φωτεινή θέση. Με τα πρώτα κρύα, σε  θερμοκρασία κάτω των 15C, μεταφέρουμε τον βασιλικό στο εσωτερικό, σε θέση με αρκετό φως.

Ο σπόρος που ξαναγεννιέται

Δυο δουλειές γίνονται με τον βασιλικό του Σταυρού. «Πιάνεται» ο νέος βασιλικός και αναπιάνεται το προζύμι της χρονιάς.

Με τον Αγιασμό και το βασιλικό της Υψώσεως του Σταυρού φτιάχνεται το προζύμι της νέας χρονιάς, το οποίο χρησιμοποιείται για τα πρόσφορα της λειτουργίας αλλά και για το ψωμί της καθημερινής διατροφής.

Τον βασιλικό που παίρνουν από τον ιερέα, τον χρησιμοποιούν για να σταυρώσουν το προζύμι και στην συνέχεια τον τοποθετούν μέσα σε ποτήρι με νερό για να βγάλει ρίζες για να τον ξαναφυτεύσουν.

«Βασιλικός κι αν μαραθεί

Κι αν γείρουν τα κλωνιά του

Ρίξε νερό στη ρίζα του

Να’ ρθεί στα πρωτινά του».

Η παρασκευή του προζυμιού γίνεται άλλη μια φορά μέσα στο θρησκευτικό έτος, την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως.

Η παρασκευή νέου προζυμιού

Παίρνουν οι νοικοκυρές ένα κλαδί βασιλικό από τα χέρια του ιερέα. Σ’ ένα δοχείο βάζουν λίγο χλιαρό νερό. Ρίχνουν μόνο αλεύρι και ανακατεύουν μέχρι να γίνει πηχτός χυλός. Από πάνω βάζουν σε σχήμα σταυρού τα ευλογημένα κλαδιά του βασιλικού. Άλλες νοικοκυρές βράζουν τον βασιλικό και το χλιαρό νερό το χρησιμοποιούν στην παρασκευή του χυλού. Τυλίγουν το δοχείο με μια καθαρή πετσέτα και το αφήνουν μερικές ώρες «να γίνει». Το θαύμα έγκειται στο ότι το προζύμι γίνεται χωρίς την προσθήκη ενζύμου (μαγιάς),  με την ενέργεια της χάριτος του Τιμίου Σταυρού. Το προζύμι αυτό για 40 μέρες δεν το δανείζουν, και το πρώτο ψωμί που θα ζυμώσουν θα το κάνουν λειτουργιά και θα το μοιράσουν. (Περισσότερα εδώ).

Η ιερότητα της μέρας συντελεί ώστε να γίνονται τότε και οι προετοιμασίες για την σπορά που πλησιάζει. Για τον σκοπό αυτό κατά την παράδοση στέλνουν στην εκκλησία πολυσπόρι, μείγμα απ’ όλα τα είδη των σπόρων, κριθάρι, φασόλια, κουκιά, κλπ.,  για να λειτουργηθούν και να ευλογηθούν, και στην συνέχεια να σπαρθούν μαζί με τους υπόλοιπους σπόρους που θα ευλογηθούν από αυτούς.

Προστασία και ευφορία λοιπόν, με την ευλογία του παντοτινά ευλογημένου και ευλογούντος  αναστημένου Εσταυρωμένου και του Σταυρού Του.

Ε.Δ.

Ευχές του Πρίγκιπα Αλεξάνδρου της Σερβίας για την Ημέρα του Σερβικού Στρατού

 

thumbnail (1)

Ο Αγιος Γεώργιος είναι ο προστάτης Άγιος πολλών στρατιωτικών Σωμάτων. Ευχές επί τη  ευκαιρία της εορτής του Σερβικού Στρατού απηύθυνε ο Διάδοχος της Σερβίας, Αλέξανδρος. Ο επίδοξος διάδοχος του Σερβικού θρόνου, αναφέρει στο μήνυμά του:

«Σήμερα, καθώς η Σερβία και ο κόσμος καταπολεμούν την πανδημία του κοροναϊού, τα μέλη του επιφανούς στρατού μας έδειξαν ότι ο λαός μας και το κράτος μπορούν πάντοτε να βασίζονται σε αυτόν.

Ο Σερβικός στρατός ήταν πάντα η υπερηφάνεια της χώρας μας. Από τις ημέρες της Πρώτης και της Δεύτερης Σερβικής Εξέγερσης, όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες οργανωμένες μονάδες του μελλοντικού Σερβικού Στρατού μέχρι σήμερα , τα μέλη όλων των Σωμάτων του εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους με επαγγελματισμό και έχουν συμβάλει πλήρως στην οικοδόμηση της μεγάλης εκτίμησης της οποίας χαίρει η χώρα μας. Εύχομαι σε όλα τα μέλη του Στρατού της Σερβίας να συνεχίσουν να εκπληρώνουν με επιτυχία τα καθήκοντά τους προς όφελος της χώρας μας και όλων των πολιτών μας ».

Ποιος είναι ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Β’ Καραγεώργεβιτς

Ο Αλέξανδρος Β’ Καραγεώργεβιτς γεννήθηκε το 1945, το μόνο παιδί του Πέτρου Β΄τελευταίου βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας, πριν την κατάργηση του βασιλείου το 1944 και την εγκαθίδρυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.

Ισχυροί δεσμοί συνδέουν τον βασιλικό Οίκο των Καραγεώργεβιτς με την Ελλάδα, ιδιαιτέρως δε τον Αλέξανδρο Β’ αφού γονείς της μητέρας του, Αλεξάνδρας, πριγκίπισσας της Ελλάδος, ήσαν ο βασιλιάς της Ελλάδος Αλέξανδρος Α’ και η Ασπασία Μάνου. Η τωρινή δεύτερη σύζυγός του είναι η Ελληνικής καταγωγής Αικατερίνη Μπάτη.

Το 2001 το Κοινοβούλιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας επανέφερε την γιουγκοσλαβική ιθαγένεια σε όλα τα μέλη της οικογένειας των Καραγεώργεβιτς, ακυρώνοντας τον νόμο του 1947 της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, σύμφωνα με τον οποίο από την Σερβική βασιλική οικογένεια  αφαιρείτο η γιουγκοσλαβική ιθαγένεια. Τον Μάρτιο του 2001 επετράπη στην Σερβική βασιλική οικογένεια να επιστρέψει και να εγκατασταθεί σε βασιλικά οικήματα. 

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ