Θεοφάνεια υδάτινα και πνευματικά

Με την Γέννηση καταμεσίς της φωτιάς του χειμερινού ηλιοστασίου, η ανθρώπινη φύση σμίγει με την θεϊκή δια της Παρθένου: “Νεκροὶ διὰ σοῦ ζωοποιοῦνται· ζωὴν γὰρ τὴν ἐνυπόστατον ἐκύησας· εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρῴην χρηματίζοντες, λεπροί ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τὰ πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτῶν ἡ σωτηρία”.

Δώδεκα μέρες αργότερα, η κάθαρση “δια της του ύδατος μεταλήψεώς τε και ραντισμού” μαζί με την θεοφανία και την δια της του αέρος ομολογία της τρισηλίου θεότητος, προσθέτει τα δύο επόμενα σκέλη στον τετρασκελή, κατά τα στοιχεία της φύσης, τροχό της ζωής, ο οποίος θα συμπληρωθεί την Ανοιξη με την κάθοδο του Θεανθρώπου στην γη και την Ανάστασή Του.

Η ζωή έρχεται στο φως με την φωτιά, καθαρίζεται με το νερό, ευλογείται με τον αέρα και ολοκληρώνεται στην γη, όπου φυτρώνει, ανθεί, παράγει και επιστρέφει ως σπόρος. Φύση και Θεός, ενωμένοι και ένσαρκοι, διδάσκουν στον Ανθρωπο την Δημιουργία, σε αυτόν τον ευλογημένο ενιαύσιο κύκλο, τον οποίον, όποιος επιθυμεί να ζήσει σε κατάσταση αρμονίας, ακολουθεί και τιμά.

Κάθε εποχή προσφέρει ευκαιρίες για κάθαρση, για επιλογή πνεύματος Αγίου, για καθαγιασμό, ανάπτυξη, δημιουργία και αναγέννηση.

Το Πνεύμα, εν είδη περιστεράς, ας βεβαιώνει πάντοτε του Λόγου το ασφαλές, την πνευματική μας φώτιση και την καθοδήγηση στον προορισμό μας.

Γένοιτο!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ινδιάνικο καλοκαίρι

Φίδι σε cista mystica και βουκρανιον, ιερά αντικείμενα της λατρείας της Δήμητρας και του Διονύσου στους Ορφικούς. Τοιχογραφία από την βίλα του P. Fannius Synistor στο Boscoreale, βορείως της Πομπηίας, περί το 40-30 π.Χ,
Σήμερα, στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

“Μισώ αυτή την εποχή που ο άνθρωπος γίνεται, υπό έναν παγκόσμιο ολοκληρωτισμό, βοωειδές ευγενικό, καλογυαλισμένο και ήσυχο”.

-Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Επιστολή προς τον Στρατηγό Χ, 30 Ιουλίου 1944

Μια από τις πρώτες μου φωτογραφίες με δείχνει εμπρός στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Ο φωτογράφος έχει τυπώσει δύο σειρές, μια ασπρόμαυρη και μια έγχρωμη. Τα χρώματα της έγχρωμης είναι αυτά των φιλμς της δεκαετίας του `70: ροζ της πούδρας, πράσινο του φρέσκου αμύγδαλου, γκρι της πρωινής συννεφιάς, κι ένα έντονο πράσινο του κυπαρισσιού στους βελούδινους καναπέδες με τα, κεντημένα στο χέρι, μαξιλάρια γαλλικής τεχνοτροπίας.

Στις παιδικές μου παλάμες κρατώ ένα σφαιρικό στολίδι, στο ασημί του υδράργυρου, με ένα ασημόχρυσο κομμάτι πασμαντερί για ισημερινό. Κοιτάζω τον φακό με ύφος απόλυτης ικανοποίησης, αυτοπεποίθησης και υπερηφάνειας.

Η ιστορία λέει πως αρνήθηκα να ποζάρω στον φακό, μέχρι να μου κατεβάσουν το στολίδι που είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, και να φωτογραφηθώ μ’ αυτό. Στην φευγαλέα εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, προβάλλει το μπλε της νύχτας βελούδινο φόρεμα, το κόκκινο γιλέκο κεντημένο με ελάφια και κλαδιά δέντρων, τα μαύρα λουστρίνια με την μπαρέτα, και τα λευκά πλεκτά σοσόνια.

Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα παλίμψηστο όπου επικαλύπτονται πολλές εποχές. Μερικές μέρες ξαναβρίσκουμε την σκιά του εφήβου που υπήρξαμε, τα σποραδικά υπολείμματα ενός χαμόγελου που χάθηκε, μιας ανεμελιάς που ξεχάστηκε”, γράφει ο φιλόσοφος και συγγραφέας Πασκάλ Μπρυκνέρ στο “Μια σύντομη αιωνιότητα”. “Η ζωή είναι ταυτόχρονα πολύ σύντομη και πολύ μακριά, ταλαντεύεται ανάμεσα στο βάρος της πλήξης και στο τρεμόπαιγμα του επείγοντος (…) Μετά τα πενήντα τους, τα ανθρώπινα ζώα βιώνουν ένα είδος αναστολής: όχι αρκετά νεαρά, όχι πραγματικά ηλικιωμένα, χωρίς βάρος. Είναι μια ανακούφιση που αφήνει την ζωή ανοιχτή σαν μια αιωρούμενη πόρτα (…) Οι προθεσμίες μικραίνουν, οι δυνατότητες λιγοστεύουν, αλλά υπάρχουν ακόμα ανακαλύψεις, εκπλήξεις, συντριπτικοί έρωτες (…) Πώς να αποφύγεις την κούραση της ύπαρξης, την μελαγχολία του λυκόφωτος, πώς να περάσεις μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες;”

Αυτό το Ινδιάνικο καλοκαίρι, από το όνομα που έδωσαν οι Ευρωπαίοι στην απρόσμενη ζέστη την οποία δημιουργούσαν οι Ινδιάνοι το φθινόπωρο, καθαρίζοντας με φωτιές την γη τους, συνδέεται με την ανάγκη μας για αναγέννηση και επανεφεύρεση του εαυτού μας. Την ανάγκη να καίμε τις γέφυρες και να φεύγουμε προς τα εμπρός, να ξεκαθαρίζουμε με το παρελθόν και να ξαναξεκινάμε. Ανάγκη την οποίαν εκφράζουν περίφημα γιορτές όπως τα Χριστούγεννα και οι προγενέστερές τους που σηματοδοτούν το νέο έτος, όπως το προσδιορίζουν οι θρησκείες. Κι αν κάθε έτος δεν ήταν 365 μέρες, αλλά άλλαζε κάθε επτά ή εννιά συμβατικά έτη;

Πάμε πάλι.

Ο ανθρώπινος προσανατολισμός χάνεται με την πάροδο του χρόνου. Η περιέργεια, η επιθυμία, η αποφασιστικότητα, το παιχνίδι, η διεκδίκηση, το επείγον της προσωπικής ολοκλήρωσης, περνούν από το κόσκινο της οικογενειακής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής και κρατικής κατασκευής. Η ομοιόμορφη υποχρεωτική εκπαίδευση, η επαχθής νομοθεσία, και οι απαγορεύσεις στοιχειωδών ατομικών ελευθεριών, περνούν από την ανθρώπινη ψυχή σαν οδοστρωτήρας. Την αναγκάζουν στον ζυγό της υπακοής αν ανήκει στους πολλούς, και την λυγίζουν ώστε να αποδεχθεί την νομιμοποίηση αποκλειστικών προνομίων για την αυτόκλητη εξουσία στην οποία δεν ανήκει. Οι πάλαι ποτέ φωτεινοί θεσμοί της τάξης και του νόμου, του κράτους και της θρησκείας, ενώ κάνουν επίκληση του “όλα στο φως” και της διαφάνειας, οδηγούν στο σκοτάδι, εκεί όπου καταφεύγουν οι παράνομοι και όσοι αναζητούν το Επικούρειο “λάθρα βιώσαι”. Το κυνήγι του φωτός, τις πρόσφατες εκατονταετηρίδες, η περιφρόνηση και η καταδίκη της ανθρώπινης και συμπαντικής νύχτας, κάνουν πιο επίζηλη την επιδίωξή της.

“Οπως έδειξε η πανδημία, η συνείδηση γέρνει προς μια στάση αμυντική”, επισημαίνει ο φιλόσοφος Γιούργεν Χάμπερμας. Η υγειονομική κρίση στέρησε από τα παιδιά και τους νέους το πρώτο μέρος από το σύνηθες ψυχολογικό τρίπτυχο: Ανεμελιά-Υπευθυνότητα-Κατάθλιψη, προβάλλοντας ως εναλλακτική τον “ευτυχισμένο Σίσυφο” του Καμύ.

Το περίφημο “Ζωή, Ελευθερία και επιδίωξη της Ευτυχίας” της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, μετατρέπεται σε μια ανοχή της ζωής, ως μιας “πόρνης Βαβυλώνος” ή ενός αναπόφευκτου πουργκατόριου. Μετά από το τέλος της Μπολσεβικικής επανάστασης, η μετακαπιταλιστική ζωή του “ευτυχισμένου Σίσυφου” γίνεται αποδεκτή με την ίδια ευκολία που ο άνθρωπος αποδέχθηκε την “δια βίου μάθηση”, δηλαδή την διαρκή κατάσταση μαθητείας, δηλαδή κατάπνιξης της ανεξαρτησίας και της πρωτοβουλίας. Προπαγανδίζεται με τον τρόπο αυτό μια ζωή χωρίς εποχές, σε κάποιο φαντασιακό νησί Λωτοφάγων, όπου οι κάτοικοι θα παραμένουν “μαθητές” καθοδηγούμενοι και επιτιμούμενοι από “καθηγητές”, χωρίς να γίνονται ποτέ πολίτες.

Κι όμωας. Ενα μέρος της αβεβαιότητας και της διαίσθησης, μόλις εκφραστεί με σιγουριά, μπορεί να μας εξυπηρετήσει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Αν πρέπει να είμαστε σε κάτι μαθητές, είναι στην ιερότητα της ζωής, το δώρο της οποίας είναι θεόσταλτο και γι’ αυτό δεν ανήκει σε καμιά εξουσία. Αν πρέπει να είμαστε μαθητές είναι στην επανιεροποίηση της ζωής μας, στον σεβασμό των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών του Θείου και της ψυχής μας.

Αν πρέπει να είμαστε μαθητές, ας είμαστε στους περίεργους, στους τολμηρούς, στους φιλόδοξους, στους κουρασμένους από γνώσεις και πεινασμένους για ζωή, στους χορτάτους από ζωή και διψασμένους για γνώση, στους πρωτοπόρους, στους αισιόδοξους, στους ανήσυχους. Ας αφήσουμε για λίγο τα ηνία του Τώρα για να κρατήσουμε καλύτερα τα ηνία ενός λαμπερού μέλλοντος, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες.

Ανυπομονώ να ξεκινήσει η νέα ημερολογιακή περιοδεία, με μια λαμπερή σφαίρα με ασημόχρυσο ισημερινό.

Σας εύχομαι μια χρονιά γεμάτη με γλυκές, γόνιμες, συνδεδεμένες με αγάπη, και συναρπαστικές σκέψεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Χριστούγεννα-Το σκοτάδι πριν από το Φως.

Τα Χριστούγεννα είναι ο διθύραμβος μιας άγριας μάχης. Ανθρωπος και Φύση αναμετριούνται με το πάθος εραστών, κι από την μάχη τους ζητούν να στεφανώσουν και να στεφανωθούν το Θείο. Τίποτε γλυκερό δεν χαλάει το μεγαλείο τούτης της μάχης. Με την άνευ οδυνών γέννα του Θεανθρώπου και την εναπόθεσή του στην φάτνη των ζώων, ευλογούνται οι γέννες των ανθρώπων, λασπωμένες, αιματηρές, με κραυγές και όρκους, η μάχη που δίνει η ζωή να βγει στο φως.

Ολες οι γιορτές των ανθρώπων τιμούν αυτή την μάχη, κι όλοι οι θεοί την καθαγιάζουν. Ευλογούν τους σπόρους τον Νοέμβριο όπως ευλογούν τους καρπούς τον Αύγουστο. Περιφέρουν τον Μεγάλο Νεκρό την Ανοιξη και σπάνε το κόκκινο αυγό την Λαμπρή.

Τα Χριστούγεννα είναι ο θρίαμβος της παλλόμενης, ζεστής ζωής στην καρδιά του παγωμένου χειμώνα, όπως η Ανάσταση είναι η νίκη της ψυχής που φτερουγίζει ελέυθερη και αναγεννημένη την άνοιξη. Η Ανάσταση αναφέρεται στο υπερβατικό, σε αυτό που μπορεί ή δεν μπορεί ο νους του σύγχρονου ανθρώπου να πιστέψει, αλλά στην αρχαιότητα οι άνθρωποι δεν είχαν δυσκολία να προσεγγίσουν, είτε στις λαϊκές ιεροπραξίες τους είτε στην φιλοσοφία.

Δαιμόνια και καλλικάτζαροι παλεύουν να τραβήξουν τον άνθρωπο στην άβυσσο, εκεί όπου οι σκιές μεγαλώνουν, η φαντασία κατασκευάζει ή ξεχωρίζει τέρατα, και η ψυχή αναστατώνεται από τον τρόμο. Εκεί οι δυνατές καρδιές και οι ρωμαλαίοι σπόροι δυναμώνουν και παίρνουν τον δρόμο για τα Επάνω. Σαν φθάσουν στο φως, δεν ξεχνούν τους δαίμονές τους, δεν τους περιφρονούν υπεροπτικά, γιατί πάντοτε παραμονεύουν για να τους θυμίζουν την χωμάτινη σάρκα τους, αλλά τους ελέγχουν, μαθαίνουν στα παιδιά τους πώς να προστατεύονται από αυτούς, προφυλάσσουν τα σπίτια τους και το βιος τους, κατανοούν και γιορτάζουν την νίκη, αυτοί, μέσα από εκατομμύρια άλλους σπόρους, να είναι οι διαλεχτοί της Μοίρας για το πέρασμα στο Φως.

Κάποιοι μωροί και δυσοίωνοι, ισχυρίζονται πως εκείνοι ήσαν άλλοι άνθρωποι, παλιοί. Δικαιολογίες για να καλύψουν την δική τους ισχνή θέληση, την νωθρότητα, την τεμπελιά, την υποταγή. Ανθρωποι είναι αυτοί που κοιτούν προς τα πάνω, όπως οι σπόροι σηκώνουν κεφάλι, ξετσουμίζουν, δίνουν μάχη με τα τρυφερά πράσινα κλαδιά τους, και μέσα από την γη, πασαλειμένοι χώμα όπως οι άνθρωποι πασαλίβονται αίμα, βρίσκουν το φως.

Ο Δημιουργός, Αυτός που έφτιαξε τον κόσμο Του απόλυτο αγαθό, αληθινό κι ωραίο, έδειξε στον άνθρωπο πώς να είναι ευτυχισμένος. Επέλεξε γι’ αυτό δυο ομάδες ανθρώπων που μπορούν να αντιληφθούν την Αλήθεια και την Φύση Του: τους βοσκούς και τους μάγους. Οπως τότε, έτσι και τώρα, οι άνθρωποι της Φύσης οι οποίοι την προσεγίζουν και την τιμούν βιωματικά, είναι αυτοί οι οποίοι αντέχουν να κρατούν ανοιχτό τον νου και την καρδιά τους στον Θεό.

Αυτές οι παιδικές ψυχές, οι οποίες αγκαλιάζουν το ακατανόητο χωρίς να ζητούν να το κατεβάσουν στα μέτρα τους, μα το τιμούν και το υπηρετούν φυλάσσοντάς το, εργαζόμενοι για την επιβίωση και την σωτηρία του, είναι αυτοί οι οποίοι σώζονται.

Είναι αυτοί οι σοφοί οι οποίοι καβάλα σε γαϊδουράκι ή σε καμήλες, αψηφούν τους απογραφείς και τους βασιλείς. Αυτοί που ξεγελούν τους εξουσιαστές που προσπαθούν να τους ξεγελάσουν, πως τάχα κι αυτοί το “παιδίον νέον” επιθυμούν να προσκυνήσουν, και παίρνουν άλλους δρόμους,  επειδή πίστεψαν “κατ᾿όναρ μη ανακάμψαι προς Ηρῴδην”, αλλά “δι᾿άλλης οδού ανεχώρησαν”. Αραβες, Πέρσες, Ινδοί, σοφοί ιερείς που πιστεύουν τους αγγέλους όταν τους γνέφουν πως το αδύνατο είναι δυνατό, πως η στέρφα και η παρθένος θα γεννήσουν. Κι ακόμη, αυτοί που προστατεύουν και μνηστεύονται τις αλαφροϊσκιωτες ψυχές, εκείνες που ακούν τους αγγέλους, όταν τους ανακοινώνουν τον προορισμό τους, κι αναφωνούν το “γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου”.

Είναι κι οι ποιητές που εύχονται “Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο…την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι”. Είναι οι μακάριοι ειρηνοποιοί οι οποίοι σε έναν κόσμο που επιλέγει συνειδητά την πτώση, επιμένουν με αδιατατάραχτη πίστη να ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία”.

Σε όλους μας δίνεται η ευκαιρία να διαλέξουμε ποιοι θα είμαστε στην μάχη της Ζωής, ώστε να αξιωθούμε να αντικρύσουμε τον Ηλιο της Δικαιοσύνης την μέρα της ανεσπέρου βασιλείας του. Αμποτε.

Καλά Χριστούγεννα!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Φως στον χειμώνα

H ζωγραφιά είναι της Carton Ellis.

So the shortest day came, and the year died,

And everywhere down the centuries of the snow-white world

Came people singing, dancing,

To drive the dark away.

They lighted candles in the winter trees;

They hung their homes with evergreen,

They burned beseeching fires all night long

To keep the year alive.

And when the new year’s sunshine blazed awake

They shouted, revelling.

Through all the frosty ages you can hear them

Echoing, behind us — listen!

All the long echoes sing the same delight

This shortest day

As promise wakens in the sleeping land.

They carol, feast, give thanks,

And dearly love their friends, and hope for peace.

And so do we, here, now,

This year, and every year.

Welcome Yule!

-Susan Cooper: The Shortest Day (1974)

Υγεία-Χαρά-Ελευθερία

Νικολοβάρβαρα

“Κάποια μέρα θα είσαι αρκετά μεγάλος, ώστε να αρχίσεις πάλι να διαβάζεις παραμύθια”.

-Κλάιβ Στέιπλς Λιούις (1898-1963)

Η γιαγιά μου ήταν θυμόσοφος. Στην γενιά της, και στις γενιές πριν από αυτήν, οι άνθρωποι πίστευαν σε αυτά που πίστευαν οι προηγούμενοί τους. Πρόσθεταν ή παράλλαζαν, αλλά κατά βάσιν δεν πείραζαν την μαγιά. Δεν έκανε να την “χαλάσουν”. Δεν το είχαν “σε καλό”. Περπατούσαν έτσι στα αχνάρια των περασμένων, με την εμπιστοσύνη και την βεβαιότητα της εμπειρίας όσων προηγήθηκαν, εκείνων που τους έφεραν με επιτυχία στην τωρινή μορφή της επιβίωσης. Ποια απόδειξη τρανότερη του σωστού τους τρόπου από το να ζεις και να πλάθεις όσο καλύτερα μπορείς το ψωμί της ζωής σου;

Γυναίκες σαν την γιαγιά μου, ευφυείς και δυναμικές περισσότερο κι από ό,τι επέτρεπαν οι καιροί τους, δεν πίστευαν ούτε έπρατταν επειδή έτσι έλεγαν οι Εντολές, παρότι σέβονταν την λογική τους, ούτε μόνο από τον φόβο για την κριτική της μικρής γύρω τους κοινωνίας. Πίστευαν επειδή όσα είδαν ήσαν δοκιμασμένα στον χρόνο, γιατί έρχονταν από τον χρόνο και επιβίωναν πέρα από τους φραγμούς και την φθορά του. Ηξεραν πως, σαν την ατμομηχανή στην αξιόπιστη αμαξοστοιχία της γενιάς τους, θα τους οδηγούσε ως τον δικό τους σταθμό, από όπου οι επόμενοι θα αναλάμβαναν να δώσουν στους δικούς τους επόμενους, τα αποτελέσματα της δικής τους εμπειρίας στον χρόνο.

Ετσι η γιαγιά μου ήξερε να βλέπει τον καιρό αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων, να σιωπά και να διαλέγει πότε αξίζει να πολεμάς και με ποιον, να απογοητεύεται και να αναθαρρεύει, να μετανιώνει, να διορθώνει, και να συμβουλεύει πως “Θαρσεῖν χρή, φίλε Βάττε· τάχ᾽ αὔριον ἔσσετ᾽ ἄμεινον ἐλπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δὲ θανόντες· χὡ Ζεὺς ἄλλοκα μὲν πέλει αἴθριος, ἄλλοκα δ᾽ὕει”. (Θάρρος πρέπει να ‘χεις, φίλε Βάττε, σύντομα καλύτερα το αύριο θα είναι· οι ελπίδες για τους ζωντανούς,ανέλπιστοι μόνο οι πεθαμένοι· και ο Δίας άλλοτε λιάζει, άλλοτε βρέχει”, Θεοκρίτου Ειδύλλια, 4.41-4.43, μετ. Ιωάννη Πολέμη).

Και κυρίως να διδάσκει βασισμένη στην δική της εμπειρία, με την ελπίδα πως η κόρη της δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην, κι η δική της κόρη πως δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην. Κι ίσως έτσι, με ολοένα λιγότερα σφάλματα, οι γενιές να γιατρεύονται από τα προπατορικά αμαρτήματα, κι η Χάρη του Θεού να βρίσκει πιο υγειές το άνθος του άνω θρώσκοντος είδους.

Πότε ακριβώς οι ανθρώπινες κοινωνίες σταμάτησαν να έχουν εμπιστοσύνη στην εμπειρία των δικών τους ανθρώπων και να αναζητούν απαντήσεις στα λόγια και στα γραφτά ανθρώπων που δεν γωρίζουν, επομένως δεν έχουν τρόπο να διαπιστώσουν την αξιοπιστία τους, δεν το ξέρουμε ακριβώς. Μια ελληνικής καταγωγής φιλόσοφος του περασμένου αιώνα, που ταξίδεψε ως τις Ινδίες αναζητώντας την γνώση, γράφει πως η πορεία του ανθρώπου ανακόπηκε από τότε που άρχισε να γράφει αντί να διηγείται. Σκέφτομαι πως έχει δίκιο. Πως οι Ομηρίδες έστεκαν στις αυλές των βασιλιάδων και στα χοροστάσια των χωρικών κι έλεγαν τις περιπέτειες των προγόνων τους, κι όλοι, θεοί και θνητοί είχαν τον τρόπο να ελέγξουν την αλήθεια του ραψωδού. Πως ο κόσμος που έφτιαξαν εκείνοι που δεν κρατούσαν κιτάπια έσφιζε από ζωή και δύναμη. Πως οι άνθρωποι που δεν πατούσαν κουμπιά για να πουν με προεπιλεγμένα σχήματα τι τους αρέσει, τι τους λυπεί και τι τους θυμώνει, μα τραγουδούσαν τις χαρές, τις έγνοιες και τις λύπες τους, όχι μόνο όταν είχαν γιορτή μα κι όταν εργάζονταν, ζούσαν πιο ελεύθεροι και πιο υψηλόφρονες. Πως έκαναν πιο μεγάλα πράγματα με την ζωή τους, όταν η ζωή τους δεν ήταν χαραγμένη λέξη-λέξη σε πέτρες, και πως, κι αυτές ακόμα τις πέτρες τις έσπαζαν και τις γκρέμιζαν άμα έπαυαν να τους κάνουν.

Τώρα όμως που τα “πρέπει” είναι γραμμένα σε χαρτί που σχίζεται και καίγεται, κι ακόμα πιο πολύ τώρα που τα “πρέπει” πληθαίνουν γραμμένα σε άυλα “σύννεφα”, που διαγράφονται και χάνονται αν σταματήσει η ροή των ηλεκτρονίων που τα παρέχωσε σε κάποια βάση δεδομένων, οι άνθρωποι είναι πιο πειθίνιοι, εθελόδουλοι, εξωτερικά παντοδύναμοι κι από μέσα τους ασθενικοί.

Αυτές τις μέρες η γιαγιά μου τις έλεγε Νικολοβάρβαρα, από τις γιορτές της Αγίας Βαρβάρας στις 4 και του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Ελεγε πως “τ’ Αγιου Αντρέα αντρειεύει το κρύο” και πως τούτες οι μέρες είναι οι πιο επικίνδυνες για καιρό. Οι παλιοί είχαν τον τρόπο τους με τις λέξεις, ήξεραν τι σημαίνουν, ήσαν δικές τους κι ας μην ήξεραν να τις γράφουν, κι ας έβαζαν έναν σταυρό για υπογραφή, και σάμπως τα κείμενά τους να ήσαν πιο ευλογημένα από τα δικά μας. Εκείνοι έβγαζαν τα παιδιά τους Νίκη κι Ελευθερία όταν είχαν πόλεμο, έδιναν το ονόμα των πεθαμένων στους ζωντανούς για να μην χαθεί, νικώντας τον θάνατο κι ανασταίνοντας στα χείλη των επόμενων την ύπαρξη των προηγούμενων. Μόνο τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν οι άνθρωποι να μην δίνουν στα παιδιά τους ονόματα παππούδων και γιαγιάδων, χαμένων αδελφών και θείων, για να μην τσακώνονται, λέει, οι συμπέθεροι. Σκέφοτνται πως η απάντηση είναι να σβήσουν το όνομα, ενώ η απάντηση είναι να κάνουν πιο πολλά παιδιά, ώστε να χωρέσουν όλοι οι συγγενείς, οι πεθαμένοι που περιμένουν να αναστηθούν, και οι ζωντανοί που θέλουν να ελπίσουν πως σαν πεθάνουν δεν θα ξεχαστούν, μα θα ζουν καθώς θα καλούν το απομεσήμερο το όνομά τους για παιχνίδι και σκανταλιές, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους: “Πιάσε την μπάλα, Ηλία! Τράβηξε γρήγορα κουπί, Νίκο! Βάλε λίγο κόκκινο εδώ, Ρηνούλα!”. Κι εκείνοι από κάποιο σύδεντρο στον κήπο του Θεού θα ξαναγίνονται παιδιά, σπρώχνοντας το ξυλίκι και τα πατίνια και κάνοντας σκανταλιές και πάλι.

Η μνήμη του σώματος είναι σαν την μνήμη του πνεύματος. Θυμάται μυρωδιές, τριαντάφυλλα και σχίνα, θυμάται γεύσεις και θυμάται πρόσωπα και γλέντια, αναθυμάται ένα ηπειρώτικο μοιρολόι και τα στήθη του πλυμμυρίζουν βουνίσιο αέρα, πιάνει την άμμο και θυμάται καλοκαίρια, κοιτάζει το παιδί και θυμάται τον γονιό, τον πάππο, τον θείο.

Σήμερα, μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγαλώνει τούτη την ώρα που μιλάμε, χωρίς αισθήσεις. Δεν αγγίζεται, δεν φιλιέται και δεν μυρίζεται σαν όλα τα ζωντανά της πλάσης. Οι γεύσεις είναι όλες ίδιες από την ζάχαρη, οι ήχοι μονότονοι, το μαύρο ρουφάει τα χρώματα, τα σώματα, αν επιτρεπόταν να τα μυρίσεις, θα μύριζαν τις ίδιες κολώνιες που διαφημίζουν οι τηλεοράσεις. Μια ολόκληρη γενιά, ανάπηρη από αγκαλιές, μυρωδιές, φωνές και χρώματα.

“Χθες πήραμε ένα μικρό στολιδάκι, για το καλό”. “Είδα αυτό και σε θυμήθηκα”. “Εφτιαξα κουραμπιέδες, έγιναν νόστιμοι όπως τους έκανε η μάνα μου”. Μεγάλο πράγμα το καλό, μεγάλο πράγμα το “σε θυμήθηκα”. Κάτι μένει, τελικά, από τα λόγια μας, το παράδειγμά μας, το πέρασμά μας. Σε θυμήθηκα. Πήρα ό,τι κατάφερα από όσα μου έδωσες, μην στενοχωριέσαι, τόχω!

Γράφει ο Μωρίς Μπαρές που πέθανε τέτοιες μέρες, 4 Δεκεμβρίου του 1923, “Η ψυχή που κατοικεί σήμερα μέσα μου, είναι φτιαγμένη από ψίγματα που επέζησαν εκατομμυρίων νεκρών” (Ενας ελεύθερος άνθρωπος, 1889). Το ίδιο, κάπως αλλιώς γράφει ο Παλαμάς στην Ουρανία “Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας, αθέλητα κρυμμένη“. Θαρρώ πως της αρέσει της ψυχής να βρίσκεται μέσα μας και να μας ψιθυρίζει ονόματα, τραγούδια, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, βροχές, χιόνια και ήχους.

ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

(Κατά Ιωάννην, 1,4-1,5)

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Οι τάφοι του Θεού

Διάσπαρτα στην Γαλλική, Βελγική και Γερμανική επαρχία, σε πόλεις και χωριά, βρίσκονται μνημεία που διηγούνται, δεκάδες χρόνια μετά την ανέγερσή τους, την ιστορία της ηπείρου μας. Μεγάλη η σοφία των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να διαβάσεις τόμους βιβλίων για να μάθεις ποιος είσαι και πού πας. Ψηλαφώντας τα μνημεία μαθαίνεις όσα χρειάζεται να διδαχθείς. Ενας σταυρός, ένα εικονοστάσι με υφασμάτινα λουλούδια, ένας οβελίσκος για τα θύματα της πανώλης, και νεκροταφεία. Αλλα ολόλευκα, περιποιημένα, σημάδι κοινωνίας των ζωντανών με τους πεθαμένους. Σε κάποια σε ρωτούν ποιον τάφο ψάχνεις. Ανοίγουν κυτάπια και σου δίνουν όνομα και διεύθυνση σαν να πηγαίνεις επίσκεψη σε ονομαστική γορτή: κύριος και κυρία τάδε, διάδρομος δείνα, τάφος νούμερο Χ στα δεξιά σας.

Αγγελοι με ξέπλεκα μαλλιά απλώνουν το χέρι τους θρηνώντας. Δεν φύλαξαν καλά τον προσταυόμενό τους κι απέθανε, τι θλίψη! Αλλα μνημούρια χάσκουν σαν στόματα ορθάνοιχτα, λαίμαργα, που ανυπομονούν να υποδεχθούν την σάρκα και τα οστά που θα γίνουν το φρέσκο λίπασμα της πόλης.

Κάποιοι τάφοι είναι δωμάτια ευκατάστατων εμπόρων και βιομηχάνων σαν οι χοροεσπερίδες στα πέτρινα, με μεράκι διακοσμημένα, φωτισμένα μέγαρά τους να συνεχίζονται από την άλλη μεριά του πέπλου. Αν ανοίξεις την πόρτα θαρρείς πως θα κατεβείς μιαν κρύα μαρμάρινη σκάλα που στην άκρη της φεγγίζουν κεριά από πολυελαίους κι ακούγονται νότες από κάποιο ατελείωτο βαλς.

Κάποιοι επιπλέον των ονομάτων και των ημερομηνιών, έχουν και φωτογραφίες βαλμένες σε μεταλλικές οβάλ κορνίζες, σαν σε μπουντουάρ φιλάρεσκης κυρίας. Εκεί ένα εννιάχρονο κορίτσι με μακριές κοτσίδες που το ξεθώριασε η βροχή, πιο δίπλα μια εικοσάχρονη κοπέλα με ψηλό στητό γιακά. Ενας γέροντας γύρω στα εξήντα, με μακριά άσπρα γένια, κοιτά ερευνητικά τον φακό πριν το φλας σβήσει για πάντα. Ενας άλλος είχε κάνει το Γκραν Τουρ της Ευρώπης, πέρασε από την Πόλη, το Κάιρο, την Δαμασκό. Φωτογραφήθηκε με φέσι. Ενα αρνάκι πιο βαρύ, ένας ντόπιος νεαρός πιο αψύς, πέθανε στα ξένα. Τον έφεραν να τον θάψουν σαν μπουόν κριστιάνο κι έβαλαν στον τάφο την φωτογραφία με το φέσι.

Σε άλλους φαίνονται μόνο μερικές λέξεις σκαλισμένες πάνω στην πέτρα, μερικοί στίχοι από κάποιο ποίημα ή τραγούδι, ένας κώδικας ανάμεσα σε αγαπημένους συζύγους και αδέλφια, τόσο μυστικός που ο χρόνος έκρυψε από τους αδιάκριτους τις γραμμές του.

Κάποιοι το βλέπεις πως ήσαν στρατιώτες στον Μεγάλο Πόλεμο. Νεαρά αγόρια που άφησαν την ανάσα τους σε ξένο ουρανό. Θυμάμαι έναν τάφο ψηλά στις Αρδέννες. Ηταν εθελοντής, volontaire. Τα μάτια του σπιθίριζαν κάτω από το καπέλο του, με το αψύ χαμόγελο της νιότης. Θα γυρνούσε νικητής να κάνει δικό του το κορίτσι με τα ρόδινα μάγουλα. Μα τον έκανε δικό της η γη.

Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι

γράφει ο ποιητής.

Γι’ αυτόν σκεφτόμουν να γράψω και θυμήθηκα κι όλους τους άλλους. Στις 11 Νοεμβρίου 1918, “την ενδέκατη ώρα, της ενδέκατης μέρας, του ενδέκατου μήνα”, η αγία εκεχειρία στον πιο βάναυσο, πιο άγριο πόλεμο που γνώρισε ως τότε ο πολιτισμένος κόσμος. Η μετάβαση στον θρίαμβο της τεχνολογίας, το λάκτισμα του νέου πολιτισμού.


Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Πόσα νέα κορμιά σαπισμένα, σφαγμένα, κουτσουρεμένα σε έναν Ευρωπαϊκό εμφύλιο για τα χατίρια των πολιτικών, των τραπεζιτών, των βιομηχάνων, των ιδεολόγων, των θνητών που παριστάνουν τους θεούς σε μπαλ μασκέ;

Τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;

Μερικοί τάφοι είναι καλυμμένοι από λειχήνες και κισσούς. Χάθηκαν οι γενιές, ξεθύμανε ο πόνος του αποχωρισμού, κιτρίνισαν οι αναμνήσεις, τις πήραν η βροχή κι ο ήλιος, κι έπεσαν απάνω τους με ζέση σαν άλλοι άγγελοι να παρηγορούν τα ανθρώπινα περαστικά πουλιά. Αυτοί είναι οι τάφοι του Θεού. Γιατί οι θνητοί μπορεί να ξεχνιούνται και να ξεχνούν, τις πέτρες να τις λειαίνει το νερό και τις καρδιές να τις μπαλώνει ο Χρόνος, όμως για την Φύση η σάρκα και τα οστά των ανθρώπων θα είναι πάντοτε πολύτιμα. Λίπασμα για να ξεπηδήσουν οι νέοι άνθρωποι που θαρθούν .

Αρχαίοι, νέοι κι αυριανοί νεκροί

Ο πλανήτης γιορτάζει το Χαλοουίν όπως οι Κινέζοι πήραν να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Οι Σκρουτζ της κοινωνίας θα διαμαρτύρονται για τον καταναλωτισμό, μπουκώνοντας κρυφά από τις γυναίκες και τους φίλους τους την εγωιστική κοιλιά τους. Η μιζέρια είναι μοναχική, αλλά πάντα ζητά συντροφιά για να ξαπλωθεί, σαν την φθίση.

Είναι αυτή η γιορτή, ανάμεσα στο Καλοκαίρι και σοτν Χειμώνα, μια αφορμή για διασκέδαση και μοίρασμα. Ειδικά σε καιρούς άφιλους και ξένους, είναι φυσικό οι άνθρωποι να ζητούν πανδοχείο να ξαποστάσουν και γιορτή για να γιορτάσουν. Οι θρησκείες, συστήματα κοινωνικοπολιτικά και διοικητικά για την τιθάσευση των πληθυσμών, συγκλίνουν σε μια απευκταία τελευταία λύση που ξεπερνά τις νομικίστικες ρήτρες, τις περιχαρακώσεις και τους διαχωρισμούς: τον Χριστιανισμό, την μοναδική υπερφυλετική θρησκεία.

Μπορεί οι πρώτοι πιστοί να ήσαν εκδικητικοί και βίαιοι, πρόθυμοι να ισοπεδώσουν το παλιό για να μπήξουν το καινούριο σαν τον σταυρό του Ιησού, ένα ακόμη σύμβολο της φαλλικής υπεροχής πάνω στην γη, η Γη όμως ήξερε, όπως πάντα, το μέλλον, και το υπέμεινε υπομονετικά. Χρειάστηκαν μερικές εκατοντάδες χρόνια, σπόροι ρυζιού στην βαθιά της αγκαλιά, για να ξαναφυτρώσουν από τα σπλάχνα της οι πρόγονοι και να διδάξουν πως ο κόσμος δεν κόβεται με το μαχαίρι, πως δεν υπάρχει πριν και μετά, κι όλοι οι τεχνητοί διαχωρισμοί που επιβάλλουν τα πεπερασμένα μυαλουδάκια των ανθρώπων δεν είναι παρά φαντάσματα.

Φαντάσματα.

Στην 1η Νοεμβρίου συνωστίζονται όλοι οι Αγιοι στους οποίους εναπόθεσε τις ελπίδες του το ανθρώπινο είδος:

Γιατροί που δεν χρηματίζονται, οι Αγιοι Ανάργυροι, δωρεάν έλαβαν και δωρεάν δίνουν, άγιοι της εποχής μας που όλα κι όλοι υποτάσσονται στο χρυσίο.

Γιορτάζεται ακόμη ο Αγιος Δαυίδ της Εύβοιας, που το μοναστήρι του σώθηκε θαυματουργικά το καλοκαίρι επειδή οι πιστοί το ζήτησαν, κάνοντας αρχέγονες σπείρες γύρω του για να κρατήσουν μακριά του την φωτιά.

Φωτιά.

Η μνήμη των Αγίων Πάντων, η All Saints ή Toussaint, πρωτοεμφανίστηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για να τιμηθούν οι σαδιστικά θανατωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά που δεν συμφωνούσαν με το μπάλαλο θρησκευτικό αφήγημα της θεοποίησης των αυτοκρατόρων στα χρόνια της Ρωμαϊκής παραφοράς. Επί πάπα Γρηγορίου Γ’ τον 8ο αιώνα, όσα οστά βρέθηκαν συγκεντρώθηκαν στην βασιλική του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη, κι ορίστηκε να τιμούνται την 1η Νοεμβρίου.

Στην μνήμη αυτών των παλιών, προστίθενται οι παλιότεροι. Δεν υπάρχει λόγος να γίνονται σήμερα ανθρωποθυσίες από κακότεχνους μιμητές του μακρινού παρελθόντος. Εδώ και μερικές εκατοντάδες χρόνια τα θεία περιφρόνησαν τους κάποτε ομοτράπεζους θνητούς και δεν απαιτούν για να εξευμενιστούν στια αψάδες τους, παρά αμνούς, ψωμί και κρασί. Γύρω κι απάνω από φωτιές, οι Κέλτες που κάποτε απλώθηκαν πάνω στην ευρωπαϊκή ήπειρο με την παιδιάστικη αισιοδοξία τους, απότοκη της βαθιάς νοσταλγικής μελαγχολίας που φέρνει η γνώση, γιορτάζουν την νύχτα της 31ης Οκτωβρίου προς την 1η Νοεμβρίου τους νεκρούς τους και επικοινωνούν με τα πνεύματά τους.

Καπιταλισμός

Οταν οι Ιρλανδοί μετοίκησαν μαζικά στην άλλη ακτή του Ατλαντικού, πήραν μαζί τους τα έθιμά τους και τους προγόνους τους να πρασινίσουν την έρημο με το τριφύλλι της ζωής. Οι Κελτο-Ιρλανδικές παραδόσεις συναντήθηκαν με τον καπιταλισμό και την ανάγκη ομογενοποίησης της πολυφυλετικής νέας χώρας, και γέννησαντην Χάλοουίν.

Βλέπετε, σε όλες τις θρησκείες και σε όλες τις φυλές, πάντα θα υπάρχουν πνεύματα και νεκροί, άγιοι συλλογικοί και προσωπικοί, δαίμονες για να ξορκιστούν και χαρακτήρες ελάχιστα κρυμένοι κάτω από τα βλοσυρά βλέμματα σπουδαίων ανδρών, για να βγουν από την ντουλάπα και να ελευθερωθούν στα σκοτάδια την νύχτα της γιορτής.

Χριστιανοί, Παγκάνοι, Καπιταλιστές, ιδού η εορτή σας. Αφετε τους νεκροὺς θάψαι τους εαυτών νεκρούς. Διδάξτε πώς να σας τιμούν και να ξεκουράζουν το ανεμοδαρμένο, κατακαμμένο πνεύμα σας, πριν γίνετε κι εσείς πνεύμα που περιμένει να χαρεί, να τρομάξει και να μπουκωθεί ζαχαρωτά στην τελευταία πυρά του Φθινοπώρου, πριν πέσει απάνω σας το σάββανο του Χειμώνα.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ο κόλπος, η λογική και η δύναμη του εφικτού

“Θεέ μου, χάρισέ μου την ηρεμία να δεχθώ τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, το θάρρος να αλλάξω τα πράγματα που μπορώ, και την σοφία να γνωρίζω την διαφορά”.

Ενα συνέδριο-μαϊμού

Η καυτή διαμάχη για το συνέδριο που θα έδινε τάχα απαντήσεις στα ζητήματα της γονιμότητας και της υπογεννητικότητας έγινε αφορμή να καταδειχθεί για ακόμα μια φορά η επιφανειακή προσέγγιση-κοινώς πασάλειμμα- της πατριωτικής μεριάς. Κανένα συνέδριο δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στο δημογραφικό ζήτημα το οποίο, μαθήτρια ούσα το έβαζαν οι καθηγητές ως θέμα εκθέσεως στο Γυμνάσιο. Από τότε έχουν περάσει τρεις δεκαετίες, κι αυτό και μόνο δείχνει την υποκρισία των πολιτικών ανδρών και γυναικών Δεξιάς κι Αριστεράς και την προφανή πρόθεσή τους να επιτείνουν το πρόβλημα ως τον σημερινό μαζικό εποικισμό τον οποίο μάλιστα προβάλλουν ως λύση.

Εν προκειμένω, οι μεν κυβερνητικοί επιχείρησαν να ψαρέψουν στα θολά νερά του παραζαλισμένου “πατριωτικού χώρου” και της πλαδαρής “εθνικόφρονος βάσεως”, οι δε ανθέλληνες όλων των παρατάξεων βρήκαν την ευκαιρία να φιμώσουν κι αυτή την άσφαιρη πρωτοβουλία. Γιατί αυτά λένε οι σχολές όπου έχουν θητεύσει οι “προοδευτικοί” Αριστεράς και Δεξιάς, είτε βρίσκονται στον Περισσό είτε στο Τζορτζτάουν: Δεν αφήνουμε καμία κουβέντα να πέσει κάτω, καμία ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, ακόμα κι αν (ή μήπως ιδίως αν) έχει να κάνει με τον κόλπο των γυναικών.

Οι “πατριώτες” που τάχα λυσσομανούν για το δημογραφικό και αντιμάχονται την “Μεγάλη Αντικατάσταση των Πληθυσμών”, θα περίμενε κανείς αναλόγως ηλικίας να έχουν σπείρει από ένα-δυο παιδιά τουλάχιστον ο καθένας, αν δεν είναι πολύτεκνοι. Είτε ως φυλετιστής Ελληνας είτε ως Μπουόν Κριστιάνο, αυτό λέει το καθήκον σου. Όχι, όμως. Γιατί, ποια είναι αυτή που πάει να γκαστρωθεί (μοναχή της, υποθέτουμε) και να σε τυλίξει εσένα το αχτύπητο κελεπούρι; Και γιατί να φορτωθεί το παραφουσκωμένο σιλικόνες εργαλείο βιοπορισμού σου καμιά δεκαριά κιλά σε κάθε εγκυμοσύνη; Οπως είπε η συχωρεμένη Μαρία Λεζίνσκα, η ζωή της γυναίκας είναι “πάντα να πλαγιάζει, πάντα να χοντραίνει και πάντα να γεννά”. Η Λεζίνσκα, κόρη του βασιλιά της Πολωνίας και βασίλισσα της Γαλλίας γέννησε 10 παιδιά. Ποια ήταν μπροστά στην Τάνια από το Αιγάλεω και τον Ακη από την Καλλιθέα που περιμένουν πώς και τι να ανοίξουν οι πλατφόρμες για να ξελιγωθούν στα κοκτέλια στην Μύκονο ή έστω στα Σεπόλια; Αλλα λες, και άλλα κάνεις.

Η ανάγκη για λογική σκέψη

Οπως λέει η προσευχή των ΑΑ την οποίαν παραθέσαμε στην αρχή, αν είναι να αλλάξουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, χρειάζεται να έχουμε επίγνωση του τι αλλάζει και τι όχι. Αρέσει-δεν αρέσει, εγκρίνουμε-δεν εγκρίνουμε τις πολιτικές των διεθνών διευθυντηρίων και των πολιτικών μαριονετών τους, η Ελλάδα χάνεται, η Ευρώπη χάνεται, κι οι “πατριώτες” βγάζουν περιπαθείς Φιλιππικούς για την αναγκαιότητα της σωτηρίας του Εθνους -αν μπουν στην Βουλή, φυσικά, γιατί πιο πριν κωλύονται-, και το τι χρώμα ψαθάκι φορούσε ο τάδε ή ο δείνα διανοητής που δεν θα κάθονταν ούτε σαν σκόνη στο μποτάκι του στους αθηναϊκούς χωματόδρομους του 19ου αιώνα.

Δεν υπάρχει λοιπον λύση στην εποχή της αντιστροφής των πάντων, εδώ όπου διαστροφή δεν είναι να σκοτώνεις όσα παιδιά ξεφεύγουν από τα 42 διαφορετικά “μέτρα προστασίας” που έχεις πάρει, αλλά το πλέον φυσιολογικό: να ερωτεύεσαι και να γεννάς; Φυσικά και υπάρχει και μπορεί να την δώσει μόνο ο Παντοδύναμος με όχημα κάποιους ανθρώπους Του. Οι μεγάλοι σταυροί και τα κεριά, οι ξαφνικές ευσέβειες, οι κουβέντες πεταμένες σαν φλούδια από πασατέμπο, και οι αρμουμπολογίες των εφήμερων ανθρώπων εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και ευρέθηκαν λειψές.

Η δύναμη του εφικτού

Συχνά το χιμαιρικό έγινε πρόσχημα για να αποφύγει ο οκνηρός “πατριώτης” να καταπιαστεί με τα πρακτικά και να δώσει λύσεις εκεί όπου θα μπορούσε. Δείχνοντας με το δάχτυλο το μέλλον, στέρησε από το Έθνος το Παρόν. Κατηγορώντας για συμβιβασμό όσους κυνήγησαν το εφικτό, σπουδές, εργασία, οικογένεια, απέφυγαν να κοπιάσουν για το παράδειγμα που χρειάζεται ένας λαός για να ακολουθήσει την ηγεσία του. Και τώρα, τι; Στις εσχατιές του Φυσικού κόσμου απέναντι στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, είναι ανάγκη να στραφούμε στο απαραίτητο δίπολο: Πίστη στην Φυσική Τάξη Πραγμάτων και στην θεϊκή προέλευση της Ζωής, και λογική που θα ξεχωρίζει τι μπορεί να αλλάξει και τι όχι. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή των πραγμάτων και στην επιθυμία για αλλαγή είναι, εξ άλλου, καθοριστική για την ψυχική και πνευματική μας υγεία. Αλλά όχι μόνο για αυτό. Η αντίληψη και η αποδοχή της πραγματικότητας είναι προϋπόθεση κάθε προσπάθειας για βελτίωση.

Στον σημερινό παγκόσμιο ιστό των εντολοδόχων κυβερνητών, δεν μπορεί να αδειάσει ούτε η ΄Ελλάδα ούτε η Ευρωπη απο τους επήλυδες ειδικά τους δεύτερης και τρίτης γενιάς. Μπορεί όμως να αποκατασταθεί η αγάπη του τόπου και η συμπόνοια του Ελληνα για τον Ελληνα, που πλήγησαν συστηματικά μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και την με κάθε αφορμή καλλιεργούμενη διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων.

Η ενεργητική αγάπη της Πατρίδας

Στους πρώτους εννέα στίχους της Οδύσσειας χαράζεται με δυο λέξεις, η απερίγραπτη, η βαθιά αγάπη των Ελλήνων για την γη τους. Καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει την αγάπη του Ελληνα για το σπίτι του, την πατρίδα του, το βιος του. Το “νόστιμον ήμαρ” στο α9 της Οδύσειας μας θυμίζει πως το σπίτι του, δεν είναι για τον Ελληνα ένας προορισμός με λήζινγκ. Είναι “το πατρικό” του. Είναι ο φυσικός και μαζί πνευματικός χώρος όπου ζουν οι αναμνήσεις του, φυλάγονται οι ιστορίες των γονιών του, ξανανθίζουν οι μυρωδιές των γιασεμιών, κι αναπαράγονται οι γεύσεις από την χύτρα της μάνας πάνω στην φωτιά.

Αν λοιπόν θέλουμε να αλλάξουμε την Πατρίδα, πρέπει χώρια από το μίσος για ό,τι μας μισεί, να δείξουμε αγάπη για ό,τι πραγματικά, δηλαδή με πράξεις, αγαπάμε. “Ούτοι έφυν συνέχθειν, αλλά συμφιλείν”. Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ, διδάσκει η εμβληματικότερη επαναστατική παραδοσιοκρατική φωνή της αρχαιότητας, η Αντιγόνη. Νωρίτερα, ο Έρως, κατά τον Παρμενίδη, είναι ο πρώτος θεός, και κατά τον Ησίοδο αυτός που συνέχει τον κόσμο. Απέναντι σε ό,τι επειχειρεί να διαλύσει αυτά που αγαπάμε, μπορούμε να σταθούμε μονάχα με την συνοχή.

Βέβαια, η αγάπη της γης και των ανθρώπων θέλει αμφισβήτηση όσων ο σύγχρονος κόσμος προωθεί προκειμένου να φθάσει ο κάθε σκώληκας στην κορυφή “έρποντας, γλύφοντας και με τα κέρατά του”. Το ψέμμα και η απάτη αποτελούν ανέκαθεν εργαλεία των αρχιτεκτόνων που κατά καιρούς επεχείρησαν τις Μεγάλες Επανεκκινήσεις της ανθρωπότητας, στην Γαλλική, στην Βιομηχανική και στην Μπολσεβίκικη Επανάσταση, στον Μάη του ’68 και στην πτώση του τείχους του Βερολίνου. Κι αν θελήσουμε να μιλήσουμε για την θρησκεία, η εξαπάτηση έβγαλε τον άνθρωπο από τον Παράδεισο, σταύρωσε τον Γιο του Θεού και επέφερε την καταστροφή της γενιάς του Λυκάωνα. Γιατί λοιπόν να μας κάνει εντύπωση το τωρινό ψεύδος κι η απάτη που έλαχε στην γενιά μας;

Οπως επιτυχώς περιγράφει το σκίτσο που συνοδεύει τούτο το κείμενο, η μπουγάδα που στεγνώνει στον αέρα και στον ήλιο είναι αποτέλεσμα της τελευταίας τεχνολογίας, συνδυασμού ηλιακής και αιολικής ενέργειας. Ψεύδη δήθεν αθώα και αβλαβή, οφθαλμοφανής εξαπάτηση των αφελών που αγοράζουν προοδευτισμό. Εμείς οι Έλληνες, ό,τι χρειαζόμαστε το έχουμε, όσο έχουμε δικά μας το αίμα και το χώμα μας.

Εμπρός στους ισχυρούς του κόσμου που σαν καπνός θα χαθούν μπροστά στο υπέρτερο θέλημα του Δημιουργού, ας ξαναθυμηθούμε την Σοφόκλειο στιχομυθία Κρέοντα-Αντιγόνης:

KΡΕΩΝ: Εσύ μόνη από όλους εδώ

τους Θηβαίους το βλέπεις αυτό;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Το βλέπουν και αυτοί.

Μπροστά σου όμως

κλείνουν το στόμα τους.

ΚΡΕΩΝ: Εσύ δεν ντρέπεσαι

να σκέφτεσαι

διαφορετικά από αυτούς εδώ;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Δεν είναι ντροπή

να σέβεσαι τους αδερφούς σου.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Πασχάλιο μήνυμα του Πρίγκιπα της Ουαλίας για τους Ορθοδόξους

Οι δεσμοί του Πρίγκιπα της Ουαλίας, Καρόλου, με την Ορθοδοξία και ιδιαίτερα με το Αγιον Ορος, έχουν επιβεβαιωθεί συχνά και έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις, καθώς ο μελλοντικός βασιλιάς θα είναι, όπως η μητέρα του και κάθε βρετανός μονάρχης, επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Οι δεσμοί αυτοί είναι, εικάζεται, ένας σοβαρός λόγος για τον οποίον ο Πρίγκιπας δεν πρόκειται να διαδεχθεί την μητέρα του υπό τις παρούσες συνθήκες.

Στις 2 Μαϊου 2021 ο Πρίγκιπας Διάδοχος του Βρετανικού θρόνου απηύθυνε στους Ορθοδόξους το ακόλουθο πασχάλιο μήνυμα:


“Καθώς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σε όλο τον κόσμο ετοιμάζονται να εορτάσουν τον Πάσχα, ήθελα ιδιαίτερα να στείλω τις καλύτερες σκέψεις μου, και τη διαβεβαίωση των προσευχών μου, σε εσάς, τους επισκόπους, τους κληρικούς, τους μοναχούς και όλους τους ανθρώπους, ειδικά σε αυτήν την τόσο δύσκολη και προκλητική χρονιά εν μέσω της ολέθριας πανδημίας Covid. Περισσότερο από οτιδήποτε και πάνω απ’ όλα, ήθελα να διαβεβαιώσω όλους τους Χριστιανούς που ζουν σε εκείνα τα μέρη όπου υφίστανται διωγμούς ή διακρίσεις, και όπου μαρτυρούν την πίστη τους στις πιο δύσκολες συνθήκες, ότι δεν έχουν ξεχαστεί και τους θυμόμαστε στις καρδιές μας.

Έχω ακούσει από πρώτο χέρι τις αμέτρητες μεγάλες δυσκολίες που έχουν υποστεί τόσοι πολλοί, και τους πολυάριθμους τρόπους με τους οποίους επηρεάστηκαν οι ζωές και τα προς το ζην τους. Ενώ το Πάσχα είναι μια εποχή που οι Χριστιανοί συγκεντρώνονται για να μαρτυρήσουν τον Αναστημένο Κύριό μας και τη νίκη της Ανάστασής Του, γνωρίζω ότι πολλοί από εσάς εξακολουθείτε να αντιμετωπίζετε αυξημένες πιέσεις από τον πρόσθετο αντίκτυπο της πανδημίας στην κοινοτική ζωή και ευημερία.

Και όμως, σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, ενθυμούμαστε πώς το Πάσχα είναι μια εποχή ελπίδας – πώς το φως και η πίστη πάντοτε, ακόμη και όταν βρισκόμαστε στα βάθη της απελπισίας μας, θα ξεπερνά το σκοτάδι. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του περασμένου έτους, και μάλιστα τις τελευταίες εβδομάδες, έχω αντλήσει τόση έμπνευση και θαυμασμό από το θάρρος και τη συμπόνια σας και ένιωσα μεγάλη ανακούφιση και γαλήνη με την πλήρη γνώση ότι αυτές οι σκοτεινές στιγμές θα περάσουν και θα επιστρέψει νέα ζωή.

Ας ενθαρρύνουμε ο ένας τον άλλον με τα λόγια του Χριστού: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω» (Κατά Ιωάννην, 14.27).

(πηγή)

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Θαρσείτε


Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε˙ αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον” (Ιωάν. ις, 33)

“Μπορεί να μην αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν θα μας αλλάξει”. -Ζαν Μαμπίρ

Με τι ταραχή περνά ο λαός μας και φέτος τις μέρες τις αναστάσιμες! Πόσο, στην αρχή με μικρές ξυραφιές και πλέον με τσεκούρια κόβουν την χαρά των ανθρώπων, την συναναστροφή, την μυστηριακή θρησκευτική συναύρεση, το κοινό Ποτήριο. Η θλίψη είναι μέρος της ανθρώπινης ζωής, από τότε που απέκτησε συναίσθηση της διαφοράς του καλού από το κακό, κι άφησε πίσω του τον ανέμελο παράδεισο της μακάριας άγνοιας.

Αυτό που αλλάζει στις μέρες αυτές τις θλιβερές, είναι πως δεν είναι οι λίγοι που αποκόβονται από την Ρίζα, όπως συνέβαινε παλιότερα, μα πως επιχειείται βίαια να αποκοπούν οι πολλοί. Δεν είναι οι ασθενείς που εξορίζονται στην Σπιναλόγκα, αλλά οι υγιείς που συμπεριφέρονται ως ασθενείς, σωματοποιώντας την ψυχική υποβολή.

Λίγα χρόνια πριν και α;πό την αρχή της, η κοινωνία, στηριγμένη στον κορμό της κοινής θρησκευτικής ταυτότητας, και αντλώντας από την ρίζα της κοινής εθνικής καταγωγής, είχε την διάκριση να ονοματίσει το ξένο σώμα πριν αναπτυχθεί τόσο ώστε να την απειλήσει. Η συναίσθηση πως η μοίρα του συνόλου είναι κοινή, ενίσχυε την αλληλεγγύη. Η τωρινή θλίψη ταράζει τις ψυχές όσων έχουν χάσει την επικοινωνία με την ρίζα και κρέμονται από τον κορμό μαραμένοι.

Πώς λοιπόν να νικήσουμε τον κόσμο; Η άρνηση του κόσμου είναι η υπέρτατη ύβρις προς Τον Δημιουργό του. Οι μοναχοί που απαρνούνται τα εγκόσμια, αναπλάθουν τον πρωτόπλαστο κόσμο. Οι κήποι και οι κρήνες που σε υποδέχονται στο μοναστήρι, τα αμπέλια, τα ζώα, οι ύμνοι, η κοινή τράπεζα, είναι η υπενθύμιση πως αυτή είναι η Δημιουργία που σου κληρονομήθηκε, μέσα στην οποία θα αξιοποιήσεις τα τάλαντα με τα οποία σε προίκισε ο Δημιουργός σου. Κοίτα, τώρα, ποιο σου δώθηκε να αναπαράξεις και με τι το αντικατέστησες. Την τάξη με χάος, την ομορφιά με ασχήμια, την χαρά με θλίψη. Θλίψη, λοιπόν, θερίζεις.

Ο Κακός, ο δάσκαλος του ψεύδους και του μίσους, εύκολα σε πείθει πως όλα είναι χαμένα. Πως τίποτε δεν γίνεται. Παντού μαυρίλα. Ακόμα και άνθρωποι του Θεού πλανώνται και νομίζουν πως κατέχουν την αλήθεια, σπείροντας τον σπόρο της απελπισίας, αυτό δηλαδή που θέλει ο Κακός για να στεριώσει την εξουσία του, και κηρύσσουν πως η απάθεια για τα κοινά και το εγωιστικό κλείσιμο στην επιδίωξη της σωτηρίας σου είναι η λύση. Αν ο καθένας αγίαζε, βέβαια θα ζούσαμε σε κόσμο αγίων. Μα αυτή η ψευδαίσθηση αγιότητας είναι απάτη του Κακού.

Γράφει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος:

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_S73R9891

“Σε κάθε εποχή, κράζει στους δικούς Του ο Κύριος- μη φοβήσθε! Καθώς στους μαθητές κατά την ώρα της καταιγίδας, έτσι και σε κάθε βαπτισμένη ψυχή και σε κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο κράζει: μη φοβήσαι! Όταν οι πιστοί δειλιάσουν από τη δύναμη των ανθρώπων, Εκείνος πάλι, όπως άλλοτε στους Αποστόλους, εμφανίζεται και λέει: μην τους φοβήσθε! «Μη φοβηθείτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Μτ. 10, 28).

Όταν οι πιστοί λυγίσουν από το φόβο μπροστά στα φοβερά φαινόμενα της δυνάμεως του Θεού του Σινά, τότε Εκείνος, ο Ανίκητος Στρατηγός, αντιλαμβάνεται του στρατού Του και τον ενθαρρύνει: «εγέρθητε και μη φοβήσθε!» (Μτ. 17, 6). Όταν ενσκήψουν όλες οι προφητευμένες φρικαλεότητες στον άθεο αυτό κόσμο και η γη θα συνταράσσεται από τους πολέμους, προβλέποντάς τα όλα Εκείνος, ενθαρρύνει τους στρατιώτες Του λέγοντας ΟΡΑΤΕ ΜΗ ΘΡΟΕΙΣΘΕ! (Μτ. 24,6)

Και όταν ο κόσμος όλος εξεγερθεί εναντίον της Εκκλησίας Του, Εκείνος λέει «αλλά θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμο » (Ιω 16,33)

Λίγες ημέρες πριν από την Λαμπρή, η ανάσταση του Λαζάρου, του καρδιακού φίλου του γλυκύ Χριστού, του διαλεχτού θεανθρώπου, του θεού δημιουργού της τάξεως μέσα στο χάος των εκατόγχειρων τεράτων, Jesus / Zeus, χτυπά τα κουδούνια των βοσκών και τους καλεί στα ψηλά βουνά της ελευθερίας, εκεί όπου πάππου προς πάππον νικάται το χάος του πεδινού ισοπεδωμένου υποχωρούντος κόσμου.

Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας,
Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας.
Εβγάτε παρακαλούμε, για να σας διηγηθούμε,
για να μάθετε τί εγένη, σήμερα στην Παλαιστίνη.
Σήμερον έρχεται ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία.
Λάζαρον τον αδερφό τους τον γλυκύ και καρδιακό τους,
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον μοιρολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη, κίνησε ο Χριστός για να ‘ρθει.
Και εβγήκε κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία.
Και εμπρός του γόνυ κλεί, και τους πόδες του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θ᾿ απέθνησκε ο αδερφός μου.
Μα κι εγώ τώρα πιστεύω, και καλότατα εξεύρω,
ότι δύνασ᾿ αν θελήσεις και νεκρούς να αναστήσεις.
Λέγε, πίστευε, Μαρία άγωμεν εις τα μνημεία.
Κείνοι παρευθύς επήγαν και τον τάφο του εδείξαν.
Τον τάφο να μου δείξετε και ‘γώ θε να πηγαίνω.
Τραπέζι να ετοιμάσετε, και ‘γώ τον ανασταίνω.
Επήγαν και του έδειξαν τον τάφο του Λαζάρου.
Τους είπε και εκύλισαν τον λίθο, πούχε απάνου.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει:
Άδη, Τάρταρε και Χάρο. Λάζαρον θα σε τον πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι, Λάζαρος απενεκρώθη, ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος και με το κηρί ζωσμένος.
Εκεί Μάρθα και Μαρία, εκεί κι όλη η Βηθανία.
Μαθητές και Αποστόλοι τότε ευρεθήκαν όλοι,
δόξα τω Θεό φωνάζουν, και το Λάζαρο εξετάζουν.

“Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν” (Ιωάννης 11:11).

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ