Iωάννης Συκουτρής: Η ηρωική αντίληψις της ζωής

WALTER-CRANE-FREEDOM

Εδώ ακριβώς κείται η τραγικότης του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα·μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν – και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρησιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη ταυτοχρόνως ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ­σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.

Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι προνόμιον των εκλεκτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υπέρ των άλλων, υπό των άλλων – το πολυτιμότερον προνόμιον!

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής – και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνος αυ­τός, ζη έντονα και πλούσια ολόκληρον την ζωήν. Αλλά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.

Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δίδης.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην πολυμερής, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκείνοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μέσα του ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον προσωπικον του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε­ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα – και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι­κότητα. Ειδεμή, τι θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων.

Πράγματι ο πόλεμος και ο κίνδυνος είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η επιτυχία. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη – να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των 300 εις τας Θερμοπύλας…

Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτον άπαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, και εκείνος έχει μέσα του τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ ή ζωή του ούτ’ η ευτυχία του. Και τι μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;

. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρωπος είν’ ο αιωνίως νέος – τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ­χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βαδίζει· χορεύει.

Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν·περιγράφουν τας έπιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.

Άλλωστε προς τι να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν­τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τούς άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Ο ηρωικός όμως άποτελεϊ ο ίδιος κέντρον του εαυτού του, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο­ναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα­βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Έτσι, και όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη οποίος είναι. Και ακρι­βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.

Και όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν­τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρί­σκοντ’ αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ­τσι και ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση – όχι ν’ ανακοινώση· να τραγουδήση μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του – να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστε­ρον ακόμη: να δαπανάται. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά … Όσα και να σκορπήση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι.

Εκ του περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.

Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κτήματα, αλλ’ ως χρήματα (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι· γίνονται αγαθά, αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται.

Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ­θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.

Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον – η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει – ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί­δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύλασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν.

Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή.

Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου·το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη – διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.

Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει – και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί.

Advertisements

Τελετή Μνήμης Ίωνος Δραγούμη: Δευτέρα 31 Ιουλίου, 19:30 Βασ. Σοφίας 77Α – Στο Μνημείο του Ήρωα

Τελετή Μνήμης Ίωνος Δραγούμη: Δευτέρα 31 Ιουλίου, 19:30 Βασ. Σοφίας 77Α - Στο Μνημείο του Ήρωα

Την Δευτέρα 31 Ιουλίου η Επιτροπή Εθνικής Μνήμης θα τιμήσει τον Εθνομάρτυρα Ίωνα Δραγούμη με μία λιτή τελετή Μνήμης μπροστά στο Μνημείο του επί της Λεωφόρου Βασ. Σοφίας 77Α.

Ο Ίων Δραγούμης είναι ο πνευματικός πατέρας του σύγχρονου Ελληνικού Εθνικισμού, ένας μαχητής της πένας και του ξίφους που αφιέρωσε όλη του την ζωή στην Αιώνια Ελλάδα.

ΤΕΛΕΤΗ ΜΝΗΜΗΣ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Δευτέρα 31 Ιουλίου – 19:30
Βασ. Σοφίας 77Α – Στο Μνημείο του Ήρωα

ΑΠΑΝΤΕΣ ΠΑΡΟΝΤΕΣ

Επιτροπή Εθνικής Μνήμης

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/teleth-mnhmhs-iwnos-dragoumh-deutera-31-iouliou-1930-bas.-sofias-77a-sto-mn#ixzz4nuqVFPy4

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ – ERNST JUNGER

ddfb9b15e570a6169be22cf2dc69112e_m

“o άνθρωπος καθορίζει την θέση του σε αυτό τον χρόνο εκτιμώντας, και όχι μετρώντας. Ο άνθρωπος νιώθει αν είναι νέος ή γηραιός, αν ανήκει στο μέλλον ή στο παρελθόν, αν ανθίζει, αν είναι στην ακμή ή την παρακμή του. Ο άνθρωπος ή ζει τις παλιές καλές εποχές ή ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον: Το δικό του παρόν δεν του φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό. Ειδάλλως ο άνθρωπος φέρει εντός του τον χρόνο και ορίζει το ρολόι στο χωριό και την πόλη σύμφωνα με αυτό. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ημερολόγιο των εορτών και πρέπει να υποκριθούμε με ένα μορφασμό ικανοποίησης στο πρόσωπο μας, ερχόμενη στην εορτή κάποιου άλλου. Ο άνθρωπος ζει στην παράδοση, και προσέχει τις ημερομηνίες κάποιου άλλου στον βαθμό εκείνο που αυτές συμπίπτουν με τις δικές του.
Ως εκ τούτου πρέπει να πάρουμε μια ενεργή στάση όσον αφορά τον χρόνο μας και να τον γεμίσουμε ζωή. Ας δούμε νόημα σε αυτήν, το δικό μας νόημα, ας νιώσουμε τις κόκκινες κλωστές του αίματος μας μέσω του οποίου δενόμαστε στον χρόνο μας! Ας κατανοήσουμε με υπερηφάνεια τον μεγάλο κοσμικό χρόνο του πεπρωμένου, που είναι κοινό σε εμάς και τους πατεράδες μας. Αλλά ως γενιά να αποδεσμευτούμε κιόλας από αυτούς. Ο χρόνος που σπαταλάμε στην μάχη, απαιτεί από εμάς να ευχόμαστε διαφορετικά, ακόμα και αν στοχεύουμε στην ίδια κατεύθυνση. Ας αποδεσμευτούμε από τους αντιδραστικούς και τους ρομαντικούς, τους ουτοπιστές και τους αναμορφωτές αυτού του κόσμου, μιας και δεν ζουν στην εποχή μας. Το να δρα και να εύχεται κανείς, αυτό που είναι αναγκαίο – αυτό που επιβάλλει η μοίρα – , είναι κάτι που μπορεί να κάνει κανείς στον δικό μας καιρό. Ας φανεί δύσκολο, απεχθές και νοσηρό, αλλά εμείς λέμε ΝΑΙ σε αυτό, όπως και ο αγρότης λέει ΝΑΙ στο οργωμένο του χωράφι. Που αλλού μπορούμε να είμαστε παρ’ εκτός στον δικό μας χρόνο ; Κάθε επιχείρημα εναντίον του καιρού που ζει κάποιος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η παραδοχή κάποιου για την έμφυτη αδυναμία του. Οπότε ας κάνουμε σίγουρο πως οι οι δικοί μας καιροί και όχι άλλοι, θα πραγματωθούν”.

Από εδώ

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη-Καταιγίδα και Ορμή – Ρομαντισμός

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη - 2ος κύκλος [#15]

 

 

Όπως φανερώνεται και στον τίτλο, η φύση στην πιο σκοτεινή και έντονή της μορφή αποτυπώνεται στον ρομαντισμό, ο οποίος και αποτελεί κίνημα το οποίο σε όλες τις μορφές της τέχνης έδωσε πνοή στον Εθνικισμό.

Στην ζωγραφική, τα ερεβώδη τοπία του Φρίντριχ, οι σκοτεινοί πίνακες του Γκόγια και τα γεμάτα ένταση έργα του Ντελακρουά, όλα αυτά αποτελούν δείγματα ρομαντισμού. Στην λογοτεχνία ο ρομαντισμός είναι εμφανής στις αέρινες μορφές του του Γερμανού Σίλερ και τα συναισθηματικά ποιήματα του Άγγλου Κητς, ενώ στην μουσική χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του ρομαντισμού είναι ο Μπετόβεν και ο Βάγκνερ.

Τα βασικά στοιχεία του ρομαντισμού, της φαουστικής ψυχής κατά τον Όσβαλντ Σπένγκλερ, είναι η κυριαρχία της φύσης και των έντονων φυσικών φαινομένων, ο υπέρμετρος συναισθηματισμός, η αγάπη για το σκοτεινό και το μοιραίο, η επιστροφή στις ρίζες και στις παραδόσεις, η εμμονή στις αντιθέσεις , το φως και το σκοτάδι, στοιχεία που όλα οδήγησαν στην εκδήλωση του Εθνικισμού, ως ένα κίνημα καθαρά ρομαντικό. Η αγάπη για το Έθνος, η περηφάνεια, η ανάγκη για υπέρβαση του εαυτού, όλα αυτά είναι στοιχεία ρομαντικά.

Αλλά όπως είναι εμφανές, η τέχνη είναι αρχικώς και πρωτίστως εμφανής στον τρόπο ζωής, στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Ρομαντικός λοιπόν είναι ο άνθρωπος που αισθάνεται συνεχώς ορμή και  καταιγίδα, που υπερβαίνει τα όρια του και γίνεται έρμαιο των ορμών και των συναισθημάτων του, που δίνει ακόμα και την ζωή του για το Έθνος, την τιμή, την περηφάνεια του και την γυναίκα που αγαπά.

πηγή

Τάκης Θεοδωρόπουλος: Συντηρητισμού εγκώμιον

vittoria-alata-11-665x443
Τα φτερά της Νίκης/Αφροδίτης, Brescia

Οταν οι μισοί αντιμετωπίζουν την κλασική αρχαιότητα σαν βάρος και οι άλλοι μισοί σαν εθνικό φυλαχτό, ιερό σκήνωμα, είναι φυσικό η μετάδοση της γνώσης της να κακοποιείται με τον τρόπο που την κακοποιεί η μέση εκπαίδευση. Κάποτε τουλάχιστον στο σχολείο μπορεί να μην εμβαθύναμε στα πολιτισμικά επιτεύγματα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, τουλάχιστον όμως μαθαίναμε κάποια αρχαία ελληνικά. Αλλοι περισσότερα άλλοι λιγότερα. Η δικτατορία που κατήργησε την μεταρρύθμιση του Παπανούτσου επανέφερε τη διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής από την Α΄ γυμνασίου. Δεν ήμουν άριστος μαθητής, απλώς καλός, και μέσα μου ήμουν διχασμένος. Ο αριστερός συρμός της ηλικίας μου τα αντιμετώπιζε ως τμήμα της ιδεολογίας του καθεστώτος, πλην όμως κυκλοφορούσαν και βιβλία του Λεκατσά, ο περίφημος «Επίκουρος» του Θεοδωρίδη, τα οποία κάθε άλλο παρά «δεξιά» μπορούσαν να χαρακτηρισθούν. Μυριζόμασταν ότι το ζήτημα ήταν πολυπλοκότερο από ό,τι μας υποχρέωνε να πιστέψουμε ο πολιτικός μας μανιχαϊσμός.

Τα αρχαία ελληνικά έμαθα να τα εκτιμώ στη διάρκεια των σπουδών μου στο Παρίσι. Στον πρώτο κύκλο είχα γραφτεί στο τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας, κοινώς σύγχρονης, παρ’ όλ’ αυτά οι αναφορές στην αρχαία ελληνική και τη λατινική γραμματεία ήσαν συνεχείς. Τη δεύτερη δεν την είχα ποτέ διδαχθεί, η πρώτη όμως, παρά τα κενά, μου ήταν οικεία. Είναι από τα λίγα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει στη ζωή μου. Αν ξανάρχιζα σπουδές, θα γραφόμουν στα «Κλασικά Γράμματα». Εκεί, αν μη τι άλλο θα βελτίωνα τα λατινικά μου, παρ’ ό,τι ήταν ένα από τα υποχρεωτικά μαθήματα και στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Κι όμως, με τα αρχαία ελληνικά που έμαθα στο ελληνικό λύκειο της εποχής, έγινα δεκτός για διδακτορικό από τον Βιντάλ Νακέ στο τμήμα «Κοινωνικής ανθρωπολογίας του ελληνορωμαϊκού κόσμου». Με λίγη παραπάνω προσπάθεια μπορούσα να διαβάσω και Ιπποκράτη και Ευριπίδη στο πρωτότυπο. Το θέμα της διατριβής μου ήταν «H γυναίκα και η νόσος στους τραγικούς», οπότε μου χρειάζονταν και οι δύο.

Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε. Ενα από τα δεινά που μας κληροδότησε η δικτατορία είναι ότι έθεσε τους όρους των αντιθέσεων και των συγκρούσεων που μας ταλαιπώρησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών θεωρήθηκε προπύργιο συντηρητισμού, πολιτικού, πολιτισμικού. Οταν στη δεκαετία του ογδόντα ετέθη πρώτη φορά το θέμα της κατάργησης της διδασκαλίας τους, ένας από τους σημαντικότερους κλασικούς φιλολόγους, μεταφραστής του Ομήρου συν τοις άλλοις, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την υπερασπίσθηκε. Καταλαβαίνω πώς ένας γλωσσολόγος σαν τον Εμμανουήλ Κριαρά, που πίστευε ότι η σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία, να θέλει να καταργήσει τη διδασκαλία της, όμως ένας κλασικός φιλόλογος γιατί; Το ζήτημα ήταν ιδεολογικό. Η εκπαίδευση όφειλε να απαλλαγεί από τα συντηρητικά της κατάλοιπα και να αφεθεί στον χορό της προόδου.

Δυστυχώς και ο Μαρωνίτης και ο Κριαράς είναι πλέον μακαρίτες και τους έχουν διαδεχθεί διάφοροι ημιεγγράμματοι έως αγράμματοι, οι οποίοι, μη έχοντας ιδέα από την κλασική παιδεία, ενδιαφέρονται μόνον για τη λεγόμενη πρόοδο. Τα αποτελέσματα είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Οι απόφοιτοι της Μέσης Εκπαίδευσης όχι μόνον δεν μπορούν να αποκτήσουν αναγνωστική εμπειρία των αρχαίων κειμένων, αλλά και όσα μαθαίνουν για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τα μαθαίνουν από τα κακογραμμένα εγχειρίδια. Οσοι δε υποστηρίζουν πως τα αρχαία ελληνικά πρέπει να διδάσκονται στο γυμνάσιο και το λύκειο κατατάσσονται αυθωρεί και παραχρήμα στις τάξεις των συντηρητικών, οι οποίες ταυτίζονται με τον σκοταδισμό και διάφορα άλλα δυσάρεστα και κακόηχα.

Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω κάτι. Συντηρητικός είναι αυτός που θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερη δύναμη η γονιμοποίηση των παραδεδεγμένων αξιών από την καταστροφή τους στο όνομα νέων, τις οποίες δεχόμαστε ως αξίες, μόνον και μόνον επειδή είναι νέες. Απ’ αυτήν την άποψη, είμαι συντηρητικός. Και το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι όταν αρχίσεις να μελετάς στα σοβαρά την κλασική σκέψη είναι ότι οι αξίες δεν κρίνονται από όρους «συντηρητικού ή προοδευτικού».

Αντιλαμβάνομαι την ορμή ορισμένων φιλελεύθερων που αντιμετωπίζουν ό,τι συντηρητικό ως απαξία. Εζησαν κι αυτοί στην παρανομία της μεταπολίτευσης, όπως και η Αριστερά έζησε στην παρανομία της δικτατορίας. Οταν υποστηρίζω τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, όταν υποστηρίζω ότι το φύλο δεν είναι θέμα επιλογής, ή ότι ο χριστιανισμός είναι πυλώνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού, με αποκαλούν νεο-συντηρητικό, σεξιστή ή σχεδόν ρατσιστή. Είναι μια πνευματική ασθένεια, την οποία την έχουμε ζήσει με την Αριστερά και την ξαναζούμε με τους νεόκοπους φιλελεύθερους. Η σκέψη τους έχει εξοκείλει στο τέναγος του χρόνου, όπως και της Αριστεράς που θεωρεί ότι η σκέψη ξεκινάει από τον Μαρξ και τον 19ο αιώνα. Τους λείπει η κλασική παιδεία, κοινώς για έναν συντηρητικό όπως εγώ, η παιδεία.

Είναι και ευρωπαϊστές. Απλώς αν θεωρείς ότι η Ευρώπη νομιμοποίησε τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών επειδή είναι η σημερινή Ευρώπη, χωρίς να λάβεις υπ’ όψιν σου την παράδοση και την ιστορία τόσων αιώνων, τότε δεν έχεις καταλάβει τίποτε απ’ την Ευρώπη.

Τόσες Κυριακές έχει το καλοκαίρι. Επεται συνέχεια, και για τα θρησκευτικά, και για τις έμφυλες ταυτότητες, και για την Ευρώπη.

πηγή

 

Από τα σχόλια

-Γιατί συχνὰ χρησιμοποιεῖτε τὴν καθαρεύουσα; ρώτησαν κάποτε τον Ἐγγονόπουλο. “Ἴσως διότι εἶμαι ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων. Ἄλλωστε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι μία. Ἡ αρχαία, ἡ νεωτέρα, οἱ ντοπιολαλιές, εἶναι γλῶσσα μία.”

-Αγαπητε Κε Θεοδωρόπουλε,
πιστεύω στη διατηρηση της Εθνικής μας παράδοσης , τα εθιμα που μας κληροδοτησαν οι παππουδες μου–συμπεριλαμβανομένων και των Αρχαιων προγονων– και που θελω και΄γω να περάσω στα παιδιά μου, στο Θεό που εμαθα να φοβάμαι στα γόνατα της μητερας μου, στην ιστορια των ανθρωπων που πεθαναν σ’αυτο τον τοπο που ζω εγώ, στην βαθμιαια και οχι επαναστατικη κοινωνική αλλαγή ,στους φυσικούς νόμους, στην επιθυμια να με πειθει το”Κρατος” και οχι να μου επιβαλλει βίαια τις επιθυμίες του για αλλαγή, να με προστατευει αντι να με εκβιάζει και να μου διευκολυνει την ανάγκη για εργασία και ελευθερία.
Εχω όμως αρχίσει να ανησυχώ. Μπας και ειμαι συντηρητικός ?
Στο παρελθόν εχω σκεφθει τημ μεταναστευση , την παθητικη αντισταση, η την Ασκητική.
Μήπως ειναι πλέον τώρα ωρα να πάρω τα βουνά ?…….

 

Το χαμόγελο του Αλέξανδρου-Η συνάντηση του Αύγουστου Καίσαρα με τον νεκρό Αλέξανδρο

Alexander Swastika
Η αποκαλούμενη “σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου” , Κωνσταντινούπολη

«Θέλω να ξεκινήσω από την αρχή, από τότε που ο άνθρωπος συνάντησε το είδωλο, όπως λένε και οι Έλληνες, το είδωλο της τυφλής λατρείας. Εμείς η Ρωμαίοι δανειστήκαμε αυτή τη λέξη, όπως και πολλές άλλες που μας έλειπαν, και πολλοί από εμάς αναζητούν τα είδωλά τους σε αυτούς που μας δάνεισαν αυτή τη λέξη. Δεν αποτελώ εξαίρεση και θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι ο θρυλικός πατέρας μου, Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, τον οποίο αγαπώ, αποτέλεσε είδωλο για μένα στα νεανικά μου χρόνια.

Τα είδωλα δεν τα αγαπάμε, αλλά τα σεβόμαστε και θαυμάζουμε, και εγώ θαύμαζα τον Μεγάλο Μακεδόνα, τον Αλέξανδρο. ………..

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την όψη του. Ο Μεγάλος αυτός άνδρας, χωρίς γένια, έμοιαζε να χαμογελάει, ένα χαμόγελο ικανοποίησης που έδειχνε ότι γνώριζε καλά τι είχε καταφέρει, περήφανος και συνειδητοποιημένος, ναι, ακόμη και αυτάρεσκος και ανώτερος. Με αυτό το χαμόγελο πεθαίνει μόνο ένας άντρας που έχει κόψει με το σπαθί του το γόρδιο δεσμό, αντί να ψάχνει να βρει την αρχή και το τέλος του σχοινιού, ένας άντρας που πηγαίνει στην έρημο να βρει τον Άμμωνα Δία για να επιβεβαιώσει τη θεϊκή καταγωγή του και το δικαίωμα της εξουσίας, ένας άντρας που ουσιαστικά δεν γνώριζε κανέναν αντίπαλο εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Τότε δεν ήθελα τίποτα περισσότερο παρά να πεθάνω κι εγώ κάποια στιγμή σε τον Μεγάλο Μακεδόνα- με ένα χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μου.

Έμεινα ατέλειωτες ώρες έτσι, να τον κοιτάζω, μέχρι που οι ανυπόμονοι σύντροφοί μου με πίεσαν να δούμε και άλλους νεκρούς Πτολεμαίους, που κείτονταν εκεί επί 300 χρόνια, μεταμορφωμένοι σε μούμιες. Είπα επιτακτικά στους ανόητους συντρόφους μου πως αυτό που ήθελα να δω εγώ ήταν ένας βασιλιάς, και όχι άλλα πτώματα. Γι’ αυτό και αρνήθηκα να επισκεφθώ τον Άπι, αφού εμείς οι Ρωμαίοι συνηθίζουμε να λατρεύουμε τους θεούς και όχι τους ταύρους.

Έτσι, λοιπόν, έδιωξα τον εντελώς ανεγκέφαλο όχλο και καμία από τις ανόητες κουβέντες τους δεν μπόρεσε να μου αλλάξει γνώμη. Με τη φλόγα να τριζοβολάει στη δάδα, περιεργαζόμουνα τον μικρόσωμο άντρα. Όπως κι εγώ έτσι και ο Αλέξανδρος ήταν κοντός, γεγονός που δικαιώνει όσους ισχυρίζονται πως οι μικρόσωμοι άντρες προορίζονται για κάτι μεγάλο, αφού όλη η ενέργεια τους μοιράζεται σε ένα σώμα μικρού μεγέθους. Όπως και εγώ, έτσι και ο Αλέξανδρος έγραφε στη μητέρα του μυστικά γράμματα. Λεγόταν Ολυμπιάδα, είχε τα ίδια πάθη με την Άτια και λέγεται ότι ο Δίας Άμμωνας κοιμόταν μαζί της, παίρνοντας τη μορφή φιδιού.

Όπως και εγώ, έτσι και ο Μεγάλος Μακεδόνας περιφρονούσε τα αθλήματα όπου έπαιρναν μέρος δυναμικοί αθλητές, και έδειχνε μεγαλύτερη αγάπη για τη φιλοσοφία. Αγαπούσε όπως έλεγε τον Αριστοτέλη σαν πατέρα του και τις τραγωδίες του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή, ενώ όταν κοιμόταν είχε πάντα κάτω από το μαξιλάρι του την Ιλιάδα του Ομήρου, δίπλα στο ξίφος του. Και όπως ζήλευα εγώ τον Οράτιο για την τύχη του να «σμιλεύει» τις λέξεις και να αδιαφορεί για τα χρήματα και τη φήμη του, έτσι και ο Αλέξανδρος είδε το άλλο του εγώ σε ένα σοφό. Όταν πήγε στην Κόρινθο είπε στον κυνικό Διογένη ότι θα του εκπλήρωνε όποια χάρη του ζητούσε. Τότε εκείνος του ζήτησε να πάει λίγο παρακεί για να μην του κρύβει τον ήλιο, δεν ήθελε τίποτε άλλο.

Τα λόγια αυτά άρεσαν πολύ στον Αλέξανδρο, που με περηφάνια και μεγαλείο ψυχής- κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει καλύτερα από εμένα- είπε για τον φιλόσοφο: «Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να είμαι ο Διογένης». Η πολυτέλεια, έλεγε ο Αλέξανδρος- και σ’ αυτό επίσης συμφωνούμε απολύτως- σε κάνει υπηρέτη και δούλο της, το να είσαι βασιλιάς είναι το πιο σκληρό καθήκον. Κατέκρινε λοιπόν τους άνδρες που αρέσκονταν στις πολυτέλειες και τα υλικά αγαθά, όπως τον Άγνωνα, που ήθελε να έχει ασημένια καρφιά στις σόλες του, ή τον Λεονάτο που ζήτησε να του φέρουν άμμο από την Αίγυπτο για να αθλείται, ή τον Φιλώτα που πρόσταξε να φτιάξουν φωλιές σε 100 στάδια για να μπορεί να κυνηγάει. Ήταν πιο υπομονετικός από εμένα, γιατί μπορεί να περιφρονούσε την ακόλαστη  συμπεριφορά, όμως δεν εξέδωσε κανένα νόμο, όπως έκανα εγώ, για να τη σταματήσει.

Έτσι, ο Μέγας Αλέξανδρος με δίδαξε την υπομονή. Με έμαθε ότι χωρίς υπομονή, το έδαφος που βγαίνουν τα σπαρτά δεν αποδίδει. …..

Καίσαρ Αύγουστος, Περγαμηνή αρ. LXXXIX

PHILIPP VANDENBERG: «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, Τα Μυστικά Ημερολόγια», Εκδόσεις Κονιδάρη-Αθήνα, 2004.

πηγή

 

 

Βρες το κίνητρο να μείνεις καθαρός

Βρες το κίνητρο να μείνεις καθαρός

Είναι δεδομένο πως στη ζωή σου θα κληθείς να αντιμετωπίσεις πολλές καταστάσεις, ευχάριστες και δυσάρεστες. Είναι δεδομένο πως θα υπάρξουν στιγμές που θα λυγίσεις, που θα πέσεις, αλλά εξαρτάται από εσένα και μόνο, αν θα επιλέξεις να σηκωθείς και να συνεχίσεις  πιο δυνατός κι πιο «ψημένος» από πριν ή αν αυτό σου το πέσιμο θα γίνει η δικαιολογία σου για να πάψεις να προσπαθείς, για να πάψεις να μάχεσαι.

Δεν χρειάζεται να είσαι υπερήρωας για να επιλέξεις να σηκωθείς, δεν χρειάζεται να αποκτήσεις κάποια μαγική υπερδύναμη… Αρκεί να ακούσεις ξεκάθαρα την ανθρώπινη φύση μέσα σου, γεννήθηκες για να μάχεσαι. Δεν χρειάζεται να βλέπεις την όποια δυσκολία καλείσαι να αντιμετωπίσεις στην ζωή σου ως τιμωρία. Δεν χρειάζεται να τρομοκρατείσαι και να απελπίζεσαι. Μπορείς όμως να μετατρέψεις τη δυσκολία αυτή, σε μία πρόκληση για τον εαυτό σου, μία καταιγίδα που όταν κοπάσει, αν και βρεγμένος, θα είσαι εσύ αυτός που θα απολαμβάνει τη θέα του ουράνιου τόξου και τις φωτεινές αχτίδες του ήλιου.

Πόσοι σαν εσένα δεν το συνειδητοποίησαν ποτέ αυτό; Πόσοι επέλεξαν να μην δώσουν καμία μάχη και προσέφυγαν σε λύσεις απελπισίας; Σε λύσεις οι οποίες δεν έλυναν το πρόβλημα παρά μόνον τους έκαναν να το ξεχνούν με σκληρό αντάλλαγμα να βουλιάζουν στον βούρκο των διαφόρων ουσιών; Ευθυνόφοβοι, δειλοί, μικροσκοπικοί να αντέξουν τις διαστάσεις της ζωής, τις διαστάσεις της καθημερινότητας. Πόσοι από δειλία και φόβο, αντάλλαξαν τη ζωή τους, απλά και μόνο για να μείνουν «στον πάγκο» αρνούμενοι να ζήσουν; Και ποιο το αποτέλεσμα; Να φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό! Να φοβούνται την κάθε μέρα που ξημερώνει, αναγκασμένοι να ζουν ξανά και ξανά τον ίδιο εφιάλτη, που οδηγεί είτε στους πόνους της στέρησης είτε στην στιγμιαία ικανοποίηση και κατά συνέπεια ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο!

Πλέον από πολύ μικρή ηλικία ενημερωνόμαστε για τις διάφορες ναρκωτικές ουσίες και τους κινδύνους που αυτές μπορούν να επιφέρουν και παρ’ όλα αυτά, σαν να μας διακατέχει η πλήρης άγνοια,  επιλέγουμε αυτό το μονοπάτι. Γιατί κάποιος συνειδητά να κάνει αυτή την επιλογή; Μήπως γεννήθηκε δειλός; Μήπως επιθυμεί την αυτοκαταστροφή του; Όχι! Το βασικό «πρόβλημα» είναι η έλλειψη κινήτρων!

Δυστυχώς σε μία κοινωνία σακατεμένη, όπου επικρατεί η απόλυτη σήψη και παρακμή, με τους περισσότερους νέους να μην μπορούν να έχουν όνειρα, μία μεγάλη μερίδα αυτών παραιτείται επιλέγοντας τον κατηφορικό δρόμο των ναρκωτικών! Τι θα συνέβαινε όμως αν όλα αυτά τα παιδιά είχαν Πίστη, Αξίες και Ιδανικά; Τι θα συνέβαινε αν είχαν κάποια Ιδέα να υπερασπιστούν; Θα γίνονταν σίγουρα οι καλύτεροι μαχητές! Εκείνοι που μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο δεν λιποτακτούν, αλλά μέσα τους αναζωπυρώνεται το θάρρος και η αξιοπρέπεια. Αξιοπρέπεια για να μην αφήσουν τίποτα άλλο να τους καθορίσει την ζωή, αλλά να την κατευθύνουν οι ίδιοι. Θάρρος με το οποίο θα  «εκμεταλλευτούν» τις  υπάρχουσες συγκυρίες για να αναπτύξουν στο έπακρο την αγωνιστικότητά τους ακολουθώντας τον ψίθυρο της εσώτερης και γνήσιας κινητήριας δύναμης. Την δύναμη της εθνικιστικής ψυχής.

πηγή

Ενάντια στην υποκρισία της σύγχρονης κοινωνίας

Ενάντια στην υποκρσία της σύγχρονης κοινωνίας

ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ. Μία λέξη δίχως ηλικία, παραμένει αυθεντική και κρατιέται στο πέρασμα των αιώνων. Ο υποκριτής είναι αυτοδίδακτος και ταλαντούχος σε αντίθεση με τον απλό ψεύτη. Δεν αρκείται στο να είναι απλά πειστικός αλλά θα ικανοποιηθεί μόνο με την επίτευξη του στόχου του. Η υποκρισία συνδέεται με το συμφέρον: οικονομικό, επαγγελματικό, εξουσίας, ερωτικό, δεν ξεχωρίζει κανέναν τομέα και απαρνείται την ηθική. Πρόκειται λοιπόν για μία διανοητική κατάσταση που βρίσκεται στον αντίποδα της ειλικρίνειας.

Έντονα διακρίνεται και η υποκρισία στις διαπροσωπικές, φιλικές, ερωτικές σχέσεις. Υποκρίνεσαι για να δείξεις έναν άλλο εαυτό. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Υποκρίνεσαι γιατί νιώθεις μειονεκτικά, δεν θες να προβάλλεις συγκεκριμένες οπτικές του εαυτού σου, η κάθε περίσταση είναι ιδιαίτερη και απαιτεί συγκεκριμένο χειρισμό. Όμως ας ξεφεύγεις από τα πλαίσια του εγώ. Αν προβληθεί κάτι αλλοιωμένο, κάτι που δεν συμφωνεί με τα στοιχεία του χαρακτήρα σου τότε κυριαρχεί η υποκρισία.

Σε μία αναδρομή παρατηρείται πως οι υποκριτές υπήρξαν αυτοί που κατέστρεψαν κράτη, υπήρξαν αιτία ήττας σε πολέμους, καταστράφηκαν ολόκληροι πολιτισμοί στον βωμό του συμφέροντος μέσω της υποκρισίας. Για την οποία έχουν υπάρξει αναφορές από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Σόλωνα και από άλλους φιλοσόφους που προφανώς την κατακρίνουν ταιριάζοντάς την με την ρητορική, που είναι συνδυασμός πολλών ταλέντων.

Εξακολουθεί και σήμερα λοιπόν ο υποκριτής να υπάρχει ως φιγούρα στην σύγχρονη κοινωνία και δυστυχώς τον συναντάς παντού. Τρανταχτό είναι το παράδειγμα ενός γιατρού, που ενώ έχει ορκιστεί στον ιερό όρκο στον Ιπποκράτη, ζητά και δέχεται με άνεση τα φακελάκια. Σώζει μεν ζωές αλλά επί πληρωμής και με το παραπάνω, αποφεύγοντας δίχως καμία ενοχή να αναλογιστεί τι έγκλημα κάνει και πόσο στοιχίζει στον Έλληνα που υπολογίζει στην δωρεάν υγεία και στη δωρεάν περίθαλψη. Επιπλέον, ορισμένοι παπάδες της Εκκλησίας μας, καθώς ουδείς τέλειος, υποκρίνονται και κρύβονται πίσω από το ράσο τους, πλουτίζουν από την Εκκλησία και τις ανάγκες των πιστών. Επίσης, δεν μπορεί να παραληφθεί ο καιροσκόπος, υποκριτής, ψεύτης, άπληστος πολιτικός που παίρνει το λόγο και ανεβαίνει στο βήμα, φλυαρεί και ψεύδεται τόσο ταλαντούχα και άνετα στον λαό, καθώς είναι προφανής η σχέση υποκρισίας και ρητορικής. Αυτό που προβάλλεται εκείνη τη στιγμή είναι κάτι μη αυθεντικό και κάτι που έχει υποστεί μία επεξεργασία. Πόσο υποκριτές είναι οι αριστεριστές πολιτικοί, που δηλώνουν αλληλέγγυοι συμπονετικοί και υποστηρίζουν τον ανθρωπισμό, που στην ουσία με τα απάνθρωπα μέτρα που ψηφίζουν σκοτώνουν την αξιοπρέπεια και καταστρέφουν τις ζωές των Ελλήνων, μα πόσο δήθεν, υποκριτικό, επιφανειακό και ψεύτικο. Οι Έλληνες υποφέρουν και πεινάνε και η κυβέρνηση εθελοτυφλεί δίνοντας προτεραιότητα και ουσία στους λαθραίους που εισβάλλουν καθημερινά στη χώρα μας.

Τον υποκριτή τον τρέφει το συμφέρον. Στον βωμό αυτό δεν υπολογίζει τίποτα. Ούτε πατρίδα, ούτε οικογένεια, ούτε ιδέες, ούτε ιδανικά. Πουλάει και πουλιέται για τα πάντα. Είναι ένας ρηχός και κενός άνθρωπος, χωρίς αξίες και χωρίς καμία ιδεολογία. Οι υποκριτές έχουν διαφθείρει αυτόν τον τόπο, συνεπαίρνουν και επηρεάζουν κι άλλους που ενώ είναι αυθεντικοί, αλλοιώνονται στην διαφθορά.

Ο μόνος που αντιστέκεται είναι ο Εθνικιστής που έχει πιστεύω και είναι πιστός στις απόψεις του και στην ιδεολογία του. Τιμά την πατρίδα του με αυθεντικότητα και το βιώνει στο εγώ του. Δεν υποκρίνεται, γιατί υπάρχει έμφυτα μέσα του.

πηγή

Η ευγένεια ως αρετή 

Η ευγένεια ως αρετή

Παρότι στις μέρες μας η  λέξη ευγένεια λαμβάνει διπλή έννοια, της αριστοκρατίας ή των καλών τρόπων, εν τούτοις, η ετυμολογία της λέξης ανάγεται στο –ευ, το καλό, και το –γένος, την γενιά, την φυλή. Η ευγένεια λοιπόν μέσα από ένα άλλο πρίσμα λαμβάνει την έννοια της καλής γενιάς.

Και ο όρος αυτός αυτόματα οδηγεί σε μια βασική αλήθεια: ότι τα εξωτερικά όσο και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων κληροδοτούνται από την μια γενιά στην επόμενη, δημιουργώντας νέες αυθύπαρκτες προσωπικότητες. Η ευγένεια λοιπόν είναι εμφανής και προσπελάσιμη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, από την εξωτερική εμφάνιση, το πνεύμα, το ήθος, τους τρόπους και την γενικότερη συμπεριφορά, μέχρι ακόμα και την ενασχόληση με τα κοινά και την σύνδεση αυτής της έννοιας με μια ακόμη σημαντική λέξη, την ευσέβεια.

Σε ατομικό επίπεδο η ευγένεια γίνεται αντιληπτή στους τρόπους αλλά και την εμφάνιση ενός ανθρώπου και είναι η αρετή η οποία αντικατοπτρίζει εξωτερικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σε αντίθεση με την κολακεία, η πραγματική ευγένεια και πραότητα είναι εγγενής και δεν έχει απώτερο στόχο την εκμετάλλευση ενός άλλου ατόμου, Κυρίως όμως, σε ηθικό επίπεδο, η ευγένεια εμφανίζεται ως ακόμη σημαντικότερη αρετή και αποκαλύπτεται στην έγνοια για τον άλλον, στην ευθύνη για τα υπόλοιπα άτομα και την ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.

Και αυτή είναι η κοινωνική παράμετρος της ευγένειας. Διότι μόνο ένας πραγματικά ευγενής άνθρωπος είναι ικανός να συνειδητοποιήσει την γύρω του πραγματικότητα, να θελήσει να την αλλάξει προς το καλύτερο και το κυριότερο: όχι για τον εαυτό του αλλά μαζί και για τον συνάνθρωπό του. Γι’ αυτό και η ευγένεια είναι στενά συνδεδεμένη με τα ιδανικά του Εθνικιστή ο οποίος προχωρά πέρα από την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προς την συμπάθεια και την βοήθεια για τον συνάνθρωπο, τον συμπατριώτη, τον Συναγωνιστή. Λαμβάνοντας δε υπόψη την αρχαία σημασία της ευσέβειας, τότε ευγένεια και ευσέβεια διακρίνονται ως έννοιες δίδυμες, οι οποίες δηλώνουν την ευθύνη για τον άλλο άνθρωπο, για το κοινωνικό σύνολο, για τον Λαό, το Έθνος, την Πατρίδα.

Ίσως όμως η ευγένεια να συνδέεται και με την αριστοκρατία γιατί πρόκειται για μια αρετή που εντοπίζεται στους λίγους, σε εκείνους που έχουν το θάρρος και την μεγαλοψυχία να είναι πραγματικά ευγενείς.

πηγή

Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός: Φιλόσοφος, μέντορας και πρωτοπόρος εθνοκοινωνιστής

«Πολλούς μεν Θεόμορφους άνδρες
Γέννησε η Ελλάδα,
που εξέχουν στη σοφία
και στην άλλη αρετή.
Αλλά ο Γεμιστός, όσο διαφέρει ο Φαέθων
από τ΄αστέρια.
Τόσον υπερέχει από τους άλλους και στα δύο».

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων που ψάχνουν την ιστορία, τα χρόνια του Μεσαίωνα καλύπτονται από βαθειά καταχνιά. Στην Ελλάδα, την περίοδο προς το τέλος του 14ου αιώνα, διανύεται μία από τις πιο δυσμενείς περιόδους του Ελληνισμού. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ψυχορραγεί, δεχόμενη αλλεπάλληλα εσωτερικά κτυπήματα και εξωτερικές επιβουλές.

Το Έθνος, διωγμένο και αλλοτριωμένο επί δεκαετίες, αναλώνεται σε διενέξεις, ενώ διανύει την πλέον αντίξοη περίοδο της υπάρξεώς του.

Εκείνη την σκοτεινή περίοδο, η εμφάνιση του Γ. Γεμιστού αποτελεί έναν πνευματικό σπινθήρα, που ακτινοβολεί μέσα στο σκοτάδι, το αστραφτερό φως της Ελληνικής διανοήσεως.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον χώρο των Γραμμάτων, ο οποίος επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο «Πλήθων», ώστε να θυμίζει το όνομα «Πλάτων», στα βυζαντινά κείμενα της εποχής, αναφέρεται ως «Φιλόσοφος», χαρακτηριστικά ανάφεραν πως «Φιλόσοφος, ήταν μόνο ένας, ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθωνας».

Ο Γεώργιος – Πλήθων Γεμιστός, γεννήθηκε το 1355 στην Κωνσταντινούπολη, από επιφανή οικογένεια. Η καταγωγή αυτή του έδωσε το πλεονέκτημα να αποκτήσει βαθειά και ολοκληρωμένη μόρφωση σε θέματα θρησκευτικά, ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, αστρονομία και νομικά. Είχε έντονο ενδιαφέρον για την ερμηνεία και τη χρήση της αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας.

Μία ισχυρή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ο τελευταίος των Νεοπλατωνικών φιλοσόφων και από τους πρώτους σκαπανείς του Εθνικισμού, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του υστεροβυζαντινού πνευματικού βίου, ήταν ένας βαθύς γνώστης του Πλατωνισμού.

Πολυθεϊστής και ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και φυλετικής συνέχειας του Ελληνισμού («Εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), η σκέψη του επηρέασε έντονα την Ιταλική διανόηση της εποχής και συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση του ρεύματος που ονομάστηκε, «Αναγέννηση».

Η επιρροή του Πλήθωνα στη διαμόρφωση του πνευματικού κόσμου του Μυστρά και κατ’ επέκταση της «Λακεδαίμονος» ήταν καθοριστική.

Το συγγραφικό του έργο, το οποίο κινείται σε πολλούς θεματικούς άξονες, επηρέασε σημαντικά τους συγχρόνους του, αλλά και τους μεταγενέστερους.

Δέχθηκε την αναγνώριση πολλών προσωπικοτήτων της εποχής του, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται αυτοκράτορες, ενώ οι θρησκευτικές του απόψεις και η αμφισβήτηση του Αριστοτέλη, ήταν οι αιτίες να γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής από άλλους φιλοσόφους, αλλά και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο κύριος συντελεστής του νεοπλατωνικού κινήματος στη Δύση, ζει σε μια εποχή που αποδεδειγμένα αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες φάσεις της Βυζαντινής Ιστορίας.

Εκεί στην Πελοπόννησο που είναι κατά κάποιο τρόπο Ελληνικό οχυρό επιτρέπει να αναβιώσει γύρω στα 1400 ένας «Ελληνισμός» με την αρχαία σημασία. Θα αναβιώσει μια ελπίδα, ένα κίνημα που χαρίσει δύναμη σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας. Ο Πλήθων, με το μυσταγωγικό του έργο επιδιώκει να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις, δίνοντας με την αναγεννητική του διδασκαλία πνοή στον ετοιμοθάνατο Ελληνισμό.

Το 1380 ο Γ. Γεμιστός εγκαταστάθηκε στην τότε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους Αδριανούπολη, όπου μαθήτευσε δίπλα σε έναν Ελληνιστή δάσκαλο, τον Ελισαίο. Εικάζεται ότι επέστρεψε ξανά στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί δίδαξε Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο. Τα έργα του είναι κυρίως επανεκδόσεις αρχαίων ιστορικών κειμένων, με έμφαση σε θέματα αστρονομικά, γεωγραφικά, φιλολογικά και φιλοσοφικά. Ο Γ. Γεμιστός ήταν γνώστης της Αριστοτελικής φιλοσοφίας, αλλά στην πορεία έγινε ένθερμος υποστηρικτής του Πλατωνισμού. Από τη μελέτη των «Βίων του Πλουτάρχου», γνώρισε τις κοινωνικοπολιτικές ιδέες των μεταρρυθμιστών της αρχαίας Σπάρτης, από τις οποίες εμπνεύστηκε το πολιτικό του πρόγραμμα.

Έπειτα από διαδοχικές αναζητήσεις, ο Πλήθων φεύγει από την Κωνσταντινούπολη και καταφεύγει στον Μυστρά. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε η υποσυνείδητη έλξη την οποία ένιωθε ο φιλόσοφος για την Σπάρτη, η οποία πλησίαζε το πλατωνικό πρότυπο της ιδεατής Πολιτείας, αλλά πρωτίστως το γεγονός ότι οι ιδέες του άρχισαν να γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Πελοπόννησο, αναδείχθηκε η έντονη προσωπικότητά του. Ιδρύει Φιλοσοφική Σχολή, διατελεί Σύμβουλος των Δεσποτών, καθώς και των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου με αποστολή την «Προστασία των Νόμων».

Στον Μυστρά ο Πλήθωνας έλαβε το αξίωμα του ανώτατου δικαστικού, το οποίο χρησιμοποίησε απολύτως αμερόληπτα (όπως φαίνεται από τον επικήδειο που εκφώνησε ο μαθητής του Ιερώνυμος Χαριτώνυμος: «…και μην δικαιοσύνη τοιαύτη τις ή τω ανδρί, ως λήρον είναι Μίνω εκείνον και Ραδάμανθυν τούτω παραβαλλομένους»), σημειώνεται δε, από τον ίδιο, ότι εάν χάνονταν οι Νόμοι, μονάχα ο Πλήθων θα είχε την δυνατότητα να τους επαναδιατυπώσει, και μάλιστα καλύτερα κι από τον Σόλωνα και τον Λυκούργο.

Το 1437 συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ στην εκκλησιαστική Σύνοδο της Φλωρεντίας ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας για την ένωση των εκκλησιών. Η βοήθειά του στην Σύνοδο ήταν πολύτιμη, καθώς με τα Λατινικά που γνώριζε και με την επιστημονική του κατάρτιση, ήταν σύμβουλος και διερμηνέας. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία, η προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του εντυπωσίασαν ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές και μεταξύ αυτών, τον Ηγεμόνα της Φλωρεντίας, Κοσμά των Μεδίκων.

Στη Φλωρεντία ο Γεμιστός σχετίστηκε με σπουδαίους ανθρώπους της εποχής, όπως τον μετέπειτα ιδρυτή της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Κόσιμο Μέδικο και τον Ιουλιανό, αντιπρόσωπο του Πάπα. O πρώτος διευθυντής της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Μαρσίλιο Φιτσίνο απεκάλεσε αργότερα τον μεγάλο δάσκαλο Πλήθωνα, «δεύτερο Πλάτωνα».

Εκεί έγραψε τη φιλοσοφική του μελέτη «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται», η οποία αποτελεί ένα έργο υπερασπίσεως του Πλάτωνα και της φιλοσοφίας του, έναντι του Αριστοτέλη. Ο Πλήθωνας, με αυτό του το έργο, γίνεται η αφορμή να ξεσπάσει αντιπαράθεση μεταξύ Πλατωνικών και Αριστοτελικών.

Ο Γ. Γεμιστός έφυγε πριν από τη λήξη των εργασιών της Συνόδου και επέστρεψε στο Μυστρά περί το 1441. Θα συγγράψει το μεγαλειώδες έργο του «Νόμων Συγγραφή», το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις για την οικονομία, το στρατό, την άσκηση της εξουσίας, τη γεωργία, την άνθιση των τεχνών και του πολιτισμού. Δυστυχώς σώζονται μόνο 16 από τα 101 κεφάλαια της Συγγραφής, διότι ήταν γραμμένα ξεχωριστά από το χειρόγραφο του συνολικού έργου, το οποίο μετά το θάνατο του Πλήθωνος έφτασε στα χέρια της Θεοδώρας, της γυναίκας του Δημητρίου Παλαιολόγου. Αυτή το διάβασε, κατάλαβε ότι οι σκέψεις του Πλήθωνος δεν συνέπιπταν με τα δόγματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό έστειλε αυτό το μοναδικό χειρόγραφο του έργου του στον Γεννάδιο Σχολάριο, τον μετέπειτα πρώτο Οικουμενικό Πατριάρχη της τουρκοκρατίας, στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σχολάριος, ο οποίος για χρόνια είχε την υποψία ότι ο Πλήθων με τη φιλοσοφική του σκέψη επηρεασμένη από το έργο του Πλάτωνα είχε απομακρυνθεί από την οικουμενιστική αίρεση της Ορθοδοξίας, τώρα κρατούσε την επιβεβαίωση αυτής της υποψίας στα χέρια του. Για να κρατήσει τις “επικίνδυνες” σκέψεις που περιείχε αυτό μακριά από το ποίμνιο του, έκαψε δημόσια το μοναδικό στον κόσμο χειρόγραφο της «Πραγματείας περί Νόμων», καθώς έβριθε από «τα σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Για να δικαιολογήσει αυτή του την πράξη, διέσωσε τα τμήματα εκείνα του βιβλίου του Πλήθωνα που φαίνεται η «ασέβειά» του, η «ειδωλολατρία του» και οι ύμνοι του προς τους αρχαίους Έλληνες θεούς.

Επίσης τόνισε πως ο Χριστός ήταν η παρηγοριά και το στήριγμα των υποδούλων, η πράξη του αυτή επομένως δεν ήταν απλώς μια πράξη εκδίκησης, αλλά μια πράξη πολιτικής σκοπιμότητας… Ήταν αυτός που διέταξε τον βασανισμό και την θανάτωση του Ιουβενάλιου, μαθητή του Πλήθωνος, όταν εκείνος γύριζε σε όλη την Πελοπόννησο εκφωνώντας λόγους κατά της βυζαντινής εξουσίας και της Εκκλησίας.

Ο Πλήθων, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά, ήταν επικεφαλής μιας μυητικής οργάνωσης. Πρόκειται για μια μυστηριακή κίνηση, η οποία έμεινε γνωστή ως «Μυστική Φατρία του Μυστρά», που είχε σκοπό την αναγέννηση της Πατρώας Θρησκείας και των Ελληνικών Μυστηρίων. Στον Μυστρά, σε μια ερημική τοποθεσία, υπήρχε μια σπηλιά, το «Πληθώνειον Άνδρον», όπου ο φιλόσοφος επιδιδόταν στην άσκηση του φιλοσοφικού και τελετουργικού του έργου.

Η «Νόμων Συγγραφή» του Πλήθωνα, σύμφωνα με τον Πίνακα Περιεχομένων που διασώθηκε από την πυρά, περιελάμβανε:

  • Θεολογία, βασισμένη στις αντιλήψεις του Πλάτωνα,
  • Ηθική, βασισμένη στις απόψεις των παραπάνω φιλοσόφων και τους Στωικούς,
  • Στοιχεία πολιτικής φιλοσοφίας, βασισμένα στην άριστη πολιτεία του Πλάτωνα και το σπαρτιατικό πολίτευμα,
  • Τελετές προς τους θεούς,
  • Φυσική, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και
  • Σύντομες αναφορές σε αρχές της Λογικής και σε θέματα υγείας, βασισμένες στην Ελληνική μυθολογία.

Ο Πλήθων είναι εκφραστής του βυζαντινού ελληνισμού που βρήκε την τόλμη να αντιδράσει στη σαθρή κατάσταση της κοινωνίας της εποχής του. Παρατηρούμε, για παράδειγμα, ομοιότητες με την Πλατωνική φιλοσοφία σχετικά με τα μέτρα αναδιάρθρωσης του στρατού από «ομοφύλους» και όχι από ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Πολύ σημαντική είναι η αναφορά του Πλήθωνα στην Ειμαρμένη. Πιστεύει σε μια απόλυτη αιτιοκρατία, αφού τα πάντα είναι προκαθορισμένα. Πιστεύει όμως και στην ελευθερία του ανθρώπου. Ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ζει σύμφωνα με την αρετή. Η διδασκαλία περί ειμαρμένης είναι ο πυρήνας της «Ελληνικής θεολογίας» του Πλήθωνος. Η Ειμαρμένη είναι μια δύναμη που κυριαρχεί απόλυτα στον κόσμο, διάφορη και από την τύχη των αρχαίων και από τη συνεργία των χριστιανών, δηλαδή την χειραγώγηση του ελεύθερου ανθρώπου από το θεό.

Οι σκέψεις του απέβλεπαν στην αναβίωση μιας «εθνικής» θρησκείας με «νεοπλατωνική» υποδομή. Αυτό βεβαίως σήμαινε απόκλιση του Χριστιανισμού από την ιδανική πολιτεία του Πλήθωνος. Ο Πλήθων πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωγενείς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία» θα μπορούσε να έρθει από μια νέα πίστη, όπως στο σύστημά του.

Τον θεωρούσε ακατάλληλο – στην μορφή που είχε στην εποχή του – για να προστατεύσει την αυτοκρατορία και τον Ελληνισμό, από την προέλαση του Ισλάμ, αφού θεωρούσε αναγκαίο να αντικατασταθεί το «Οικουμενιστικό Βυζάντιο» από ένα νέο κράτος, με κύριο ενοποιητικό στοιχείο του την κοινή Ελληνική καταγωγή.

Και την διατράνωσε ο Γεμιστός την πίστη του αυτή σε πολλές επιστολές του. Σε μία από αυτές, προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο το 1412, αναφέρει: Λοιπόν είμαστε βέβαια Έλληνες στην καταγωγή εμείς, τους οποίους κυβερνάτε και είσθε βασιλείς, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πατροπαράδοτη Παιδεία. Δεν μπορεί δε να βρεθεί οικειώτερη Χώρα για τους Έλληνες από την Πελοπόννησο και την Χώρα της Ευρώπης, που είναι κοντά σε αυτήν και τα γειτονικά νησιά. Γιατί όπως φαίνεται βέβαια, οι Έλληνες κατοικούσαν πάντοτε σε αυτήν την Χώρα, οι ίδιοι όσο θυμούνται άνθρωποι, χωρίς να έχουν κατοικήσει άλλοι πριν από αυτούς… αλλά αντίθετα, οι ίδιοι οι Έλληνες φαίνεται ότι κατοικούσαν αυτή την Χώρα και δεν την εγκατέλειψαν…“.

Η προσωπικότητα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα είναι ευρηματική. Χάραζε αδιαμφισβήτητα νέους δρόμους, στην κρίσιμη στιγμή της μετάβασης του Ελληνισμού από τη Βυζαντινή στη νεότερη φάση του, πρότεινε καινοτόμες για την εποχή ιδέες, και αυτό είχε ως επακόλουθο να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα και φανατισμό ή με θαυμασμό και αναγνώριση, ανάλογα κάθε φορά με τις θρησκευτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις των κριτών του.

  • Τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές που ήταν επιβεβλημένες στο λαό.
  • Τόλμησε να προτείνει λύσεις σε πραγματικά κρίσιμους και ιδιαίτερους καιρούς για το Βυζάντιο
  • Οι θρησκευτικές του απόψεις και δοξασίες, συντέλεσαν στο να αντιμετωπίζεται αντιφατικά.

Έτσι, σε περιόδους που η εκκλησία αγωνίζονταν να ταυτιστεί με τον νεότερο Ελληνισμό και αισθάνονταν την υποχρέωση να αναλάβει Ηγετικό λόγο, εξαιτίας εσωτερικών δυσκολιών του κράτους, ο Πλήθων ήταν ο «άθεος», ο «προδότης» και ο «αποστάτης», με αποτέλεσμα να υπονομεύεται κάθε εθνική και Ελληνοκεντρική άποψή του.

Σε καιρούς που στην κοινωνία επικρατούσε κριτική διάθεση, τότε η «αρχαιότητα» καταλάμβανε άλλη θέση και έτσι η προσφορά του Πλήθωνος, τύχαινε μέγιστης αναγνώρισης και προβάλλονταν ως φωτεινό παράδειγμα για την επιβίωση του Ελληνισμού, καθώς και για την προβολή και την εκπλήρωση των οραμάτων του. Πώς θα μπορούσε αυτή η ευρηματική μορφή να αφήσει ανεπηρέαστους τους Έλληνες λογοτέχνες μας; Η λογοτεχνία αξιοποίησε αυτή την ιδιότυπη μορφή του Γεμιστού , επειδή τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές βαθιά ριζωμένες και επιβεβλημένες στο λαό. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, ο Κωστής Παλαμάς, που στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», προτάσσει τον Πλήθωνα ως μορφή καταξιωμένη, άντρα με αρχές και συγκεκριμένες σοβαρές προτάσεις. Ο Πλήθωνας αξιοποιείται και προβάλλεται από τον Παλαμά ως σύμβολο ελεύθερης σκέψης, ως παράγοντας εξισορροπητικός μεταξύ πίστης και φιλοσοφικού προβληματισμού, μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.

Σήμερα, σε μια εποχή αποδεδειγμένης πνευματικής νωθρότητας, ο Γ.Γεμιστός-Πλήθωνας παραμένει παραγκωνισμένος και ξεχασμένος. Η τεράστια πνευματική προσφορά και το, άγνωστο σε πολλούς έργο του, παραμένουν αξέχαστα για εμάς τους Έλληνες Εθνικιστές και η ψυχή του θα ζει μέσα μας.

ΚΟΡΙΝΑ ΠΕΝΕΣΗ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/gewrgios-plhthwn-gemistos-filosofos-mentoras-kai-prwtoporos-ethnokoinwnisth#ixzz4jlipydzL