Η ευγένεια ως αρετή 

Η ευγένεια ως αρετή

Παρότι στις μέρες μας η  λέξη ευγένεια λαμβάνει διπλή έννοια, της αριστοκρατίας ή των καλών τρόπων, εν τούτοις, η ετυμολογία της λέξης ανάγεται στο –ευ, το καλό, και το –γένος, την γενιά, την φυλή. Η ευγένεια λοιπόν μέσα από ένα άλλο πρίσμα λαμβάνει την έννοια της καλής γενιάς.

Και ο όρος αυτός αυτόματα οδηγεί σε μια βασική αλήθεια: ότι τα εξωτερικά όσο και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων κληροδοτούνται από την μια γενιά στην επόμενη, δημιουργώντας νέες αυθύπαρκτες προσωπικότητες. Η ευγένεια λοιπόν είναι εμφανής και προσπελάσιμη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, από την εξωτερική εμφάνιση, το πνεύμα, το ήθος, τους τρόπους και την γενικότερη συμπεριφορά, μέχρι ακόμα και την ενασχόληση με τα κοινά και την σύνδεση αυτής της έννοιας με μια ακόμη σημαντική λέξη, την ευσέβεια.

Σε ατομικό επίπεδο η ευγένεια γίνεται αντιληπτή στους τρόπους αλλά και την εμφάνιση ενός ανθρώπου και είναι η αρετή η οποία αντικατοπτρίζει εξωτερικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Σε αντίθεση με την κολακεία, η πραγματική ευγένεια και πραότητα είναι εγγενής και δεν έχει απώτερο στόχο την εκμετάλλευση ενός άλλου ατόμου, Κυρίως όμως, σε ηθικό επίπεδο, η ευγένεια εμφανίζεται ως ακόμη σημαντικότερη αρετή και αποκαλύπτεται στην έγνοια για τον άλλον, στην ευθύνη για τα υπόλοιπα άτομα και την ανάγκη για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.

Και αυτή είναι η κοινωνική παράμετρος της ευγένειας. Διότι μόνο ένας πραγματικά ευγενής άνθρωπος είναι ικανός να συνειδητοποιήσει την γύρω του πραγματικότητα, να θελήσει να την αλλάξει προς το καλύτερο και το κυριότερο: όχι για τον εαυτό του αλλά μαζί και για τον συνάνθρωπό του. Γι’ αυτό και η ευγένεια είναι στενά συνδεδεμένη με τα ιδανικά του Εθνικιστή ο οποίος προχωρά πέρα από την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προς την συμπάθεια και την βοήθεια για τον συνάνθρωπο, τον συμπατριώτη, τον Συναγωνιστή. Λαμβάνοντας δε υπόψη την αρχαία σημασία της ευσέβειας, τότε ευγένεια και ευσέβεια διακρίνονται ως έννοιες δίδυμες, οι οποίες δηλώνουν την ευθύνη για τον άλλο άνθρωπο, για το κοινωνικό σύνολο, για τον Λαό, το Έθνος, την Πατρίδα.

Ίσως όμως η ευγένεια να συνδέεται και με την αριστοκρατία γιατί πρόκειται για μια αρετή που εντοπίζεται στους λίγους, σε εκείνους που έχουν το θάρρος και την μεγαλοψυχία να είναι πραγματικά ευγενείς.

πηγή

Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός: Φιλόσοφος, μέντορας και πρωτοπόρος εθνοκοινωνιστής

«Πολλούς μεν Θεόμορφους άνδρες
Γέννησε η Ελλάδα,
που εξέχουν στη σοφία
και στην άλλη αρετή.
Αλλά ο Γεμιστός, όσο διαφέρει ο Φαέθων
από τ΄αστέρια.
Τόσον υπερέχει από τους άλλους και στα δύο».

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων που ψάχνουν την ιστορία, τα χρόνια του Μεσαίωνα καλύπτονται από βαθειά καταχνιά. Στην Ελλάδα, την περίοδο προς το τέλος του 14ου αιώνα, διανύεται μία από τις πιο δυσμενείς περιόδους του Ελληνισμού. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ψυχορραγεί, δεχόμενη αλλεπάλληλα εσωτερικά κτυπήματα και εξωτερικές επιβουλές.

Το Έθνος, διωγμένο και αλλοτριωμένο επί δεκαετίες, αναλώνεται σε διενέξεις, ενώ διανύει την πλέον αντίξοη περίοδο της υπάρξεώς του.

Εκείνη την σκοτεινή περίοδο, η εμφάνιση του Γ. Γεμιστού αποτελεί έναν πνευματικό σπινθήρα, που ακτινοβολεί μέσα στο σκοτάδι, το αστραφτερό φως της Ελληνικής διανοήσεως.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον χώρο των Γραμμάτων, ο οποίος επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο «Πλήθων», ώστε να θυμίζει το όνομα «Πλάτων», στα βυζαντινά κείμενα της εποχής, αναφέρεται ως «Φιλόσοφος», χαρακτηριστικά ανάφεραν πως «Φιλόσοφος, ήταν μόνο ένας, ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθωνας».

Ο Γεώργιος – Πλήθων Γεμιστός, γεννήθηκε το 1355 στην Κωνσταντινούπολη, από επιφανή οικογένεια. Η καταγωγή αυτή του έδωσε το πλεονέκτημα να αποκτήσει βαθειά και ολοκληρωμένη μόρφωση σε θέματα θρησκευτικά, ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, αστρονομία και νομικά. Είχε έντονο ενδιαφέρον για την ερμηνεία και τη χρήση της αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας.

Μία ισχυρή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ο τελευταίος των Νεοπλατωνικών φιλοσόφων και από τους πρώτους σκαπανείς του Εθνικισμού, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του υστεροβυζαντινού πνευματικού βίου, ήταν ένας βαθύς γνώστης του Πλατωνισμού.

Πολυθεϊστής και ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και φυλετικής συνέχειας του Ελληνισμού («Εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), η σκέψη του επηρέασε έντονα την Ιταλική διανόηση της εποχής και συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση του ρεύματος που ονομάστηκε, «Αναγέννηση».

Η επιρροή του Πλήθωνα στη διαμόρφωση του πνευματικού κόσμου του Μυστρά και κατ’ επέκταση της «Λακεδαίμονος» ήταν καθοριστική.

Το συγγραφικό του έργο, το οποίο κινείται σε πολλούς θεματικούς άξονες, επηρέασε σημαντικά τους συγχρόνους του, αλλά και τους μεταγενέστερους.

Δέχθηκε την αναγνώριση πολλών προσωπικοτήτων της εποχής του, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται αυτοκράτορες, ενώ οι θρησκευτικές του απόψεις και η αμφισβήτηση του Αριστοτέλη, ήταν οι αιτίες να γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής από άλλους φιλοσόφους, αλλά και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο κύριος συντελεστής του νεοπλατωνικού κινήματος στη Δύση, ζει σε μια εποχή που αποδεδειγμένα αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες φάσεις της Βυζαντινής Ιστορίας.

Εκεί στην Πελοπόννησο που είναι κατά κάποιο τρόπο Ελληνικό οχυρό επιτρέπει να αναβιώσει γύρω στα 1400 ένας «Ελληνισμός» με την αρχαία σημασία. Θα αναβιώσει μια ελπίδα, ένα κίνημα που χαρίσει δύναμη σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας. Ο Πλήθων, με το μυσταγωγικό του έργο επιδιώκει να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις, δίνοντας με την αναγεννητική του διδασκαλία πνοή στον ετοιμοθάνατο Ελληνισμό.

Το 1380 ο Γ. Γεμιστός εγκαταστάθηκε στην τότε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους Αδριανούπολη, όπου μαθήτευσε δίπλα σε έναν Ελληνιστή δάσκαλο, τον Ελισαίο. Εικάζεται ότι επέστρεψε ξανά στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί δίδαξε Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο. Τα έργα του είναι κυρίως επανεκδόσεις αρχαίων ιστορικών κειμένων, με έμφαση σε θέματα αστρονομικά, γεωγραφικά, φιλολογικά και φιλοσοφικά. Ο Γ. Γεμιστός ήταν γνώστης της Αριστοτελικής φιλοσοφίας, αλλά στην πορεία έγινε ένθερμος υποστηρικτής του Πλατωνισμού. Από τη μελέτη των «Βίων του Πλουτάρχου», γνώρισε τις κοινωνικοπολιτικές ιδέες των μεταρρυθμιστών της αρχαίας Σπάρτης, από τις οποίες εμπνεύστηκε το πολιτικό του πρόγραμμα.

Έπειτα από διαδοχικές αναζητήσεις, ο Πλήθων φεύγει από την Κωνσταντινούπολη και καταφεύγει στον Μυστρά. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε η υποσυνείδητη έλξη την οποία ένιωθε ο φιλόσοφος για την Σπάρτη, η οποία πλησίαζε το πλατωνικό πρότυπο της ιδεατής Πολιτείας, αλλά πρωτίστως το γεγονός ότι οι ιδέες του άρχισαν να γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Πελοπόννησο, αναδείχθηκε η έντονη προσωπικότητά του. Ιδρύει Φιλοσοφική Σχολή, διατελεί Σύμβουλος των Δεσποτών, καθώς και των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου με αποστολή την «Προστασία των Νόμων».

Στον Μυστρά ο Πλήθωνας έλαβε το αξίωμα του ανώτατου δικαστικού, το οποίο χρησιμοποίησε απολύτως αμερόληπτα (όπως φαίνεται από τον επικήδειο που εκφώνησε ο μαθητής του Ιερώνυμος Χαριτώνυμος: «…και μην δικαιοσύνη τοιαύτη τις ή τω ανδρί, ως λήρον είναι Μίνω εκείνον και Ραδάμανθυν τούτω παραβαλλομένους»), σημειώνεται δε, από τον ίδιο, ότι εάν χάνονταν οι Νόμοι, μονάχα ο Πλήθων θα είχε την δυνατότητα να τους επαναδιατυπώσει, και μάλιστα καλύτερα κι από τον Σόλωνα και τον Λυκούργο.

Το 1437 συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ στην εκκλησιαστική Σύνοδο της Φλωρεντίας ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας για την ένωση των εκκλησιών. Η βοήθειά του στην Σύνοδο ήταν πολύτιμη, καθώς με τα Λατινικά που γνώριζε και με την επιστημονική του κατάρτιση, ήταν σύμβουλος και διερμηνέας. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία, η προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του εντυπωσίασαν ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές και μεταξύ αυτών, τον Ηγεμόνα της Φλωρεντίας, Κοσμά των Μεδίκων.

Στη Φλωρεντία ο Γεμιστός σχετίστηκε με σπουδαίους ανθρώπους της εποχής, όπως τον μετέπειτα ιδρυτή της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Κόσιμο Μέδικο και τον Ιουλιανό, αντιπρόσωπο του Πάπα. O πρώτος διευθυντής της «Πλατωνικής Ακαδημίας» Μαρσίλιο Φιτσίνο απεκάλεσε αργότερα τον μεγάλο δάσκαλο Πλήθωνα, «δεύτερο Πλάτωνα».

Εκεί έγραψε τη φιλοσοφική του μελέτη «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται», η οποία αποτελεί ένα έργο υπερασπίσεως του Πλάτωνα και της φιλοσοφίας του, έναντι του Αριστοτέλη. Ο Πλήθωνας, με αυτό του το έργο, γίνεται η αφορμή να ξεσπάσει αντιπαράθεση μεταξύ Πλατωνικών και Αριστοτελικών.

Ο Γ. Γεμιστός έφυγε πριν από τη λήξη των εργασιών της Συνόδου και επέστρεψε στο Μυστρά περί το 1441. Θα συγγράψει το μεγαλειώδες έργο του «Νόμων Συγγραφή», το οποίο περιλαμβάνει προτάσεις για την οικονομία, το στρατό, την άσκηση της εξουσίας, τη γεωργία, την άνθιση των τεχνών και του πολιτισμού. Δυστυχώς σώζονται μόνο 16 από τα 101 κεφάλαια της Συγγραφής, διότι ήταν γραμμένα ξεχωριστά από το χειρόγραφο του συνολικού έργου, το οποίο μετά το θάνατο του Πλήθωνος έφτασε στα χέρια της Θεοδώρας, της γυναίκας του Δημητρίου Παλαιολόγου. Αυτή το διάβασε, κατάλαβε ότι οι σκέψεις του Πλήθωνος δεν συνέπιπταν με τα δόγματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό έστειλε αυτό το μοναδικό χειρόγραφο του έργου του στον Γεννάδιο Σχολάριο, τον μετέπειτα πρώτο Οικουμενικό Πατριάρχη της τουρκοκρατίας, στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σχολάριος, ο οποίος για χρόνια είχε την υποψία ότι ο Πλήθων με τη φιλοσοφική του σκέψη επηρεασμένη από το έργο του Πλάτωνα είχε απομακρυνθεί από την οικουμενιστική αίρεση της Ορθοδοξίας, τώρα κρατούσε την επιβεβαίωση αυτής της υποψίας στα χέρια του. Για να κρατήσει τις “επικίνδυνες” σκέψεις που περιείχε αυτό μακριά από το ποίμνιο του, έκαψε δημόσια το μοναδικό στον κόσμο χειρόγραφο της «Πραγματείας περί Νόμων», καθώς έβριθε από «τα σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Για να δικαιολογήσει αυτή του την πράξη, διέσωσε τα τμήματα εκείνα του βιβλίου του Πλήθωνα που φαίνεται η «ασέβειά» του, η «ειδωλολατρία του» και οι ύμνοι του προς τους αρχαίους Έλληνες θεούς.

Επίσης τόνισε πως ο Χριστός ήταν η παρηγοριά και το στήριγμα των υποδούλων, η πράξη του αυτή επομένως δεν ήταν απλώς μια πράξη εκδίκησης, αλλά μια πράξη πολιτικής σκοπιμότητας… Ήταν αυτός που διέταξε τον βασανισμό και την θανάτωση του Ιουβενάλιου, μαθητή του Πλήθωνος, όταν εκείνος γύριζε σε όλη την Πελοπόννησο εκφωνώντας λόγους κατά της βυζαντινής εξουσίας και της Εκκλησίας.

Ο Πλήθων, σύμφωνα με όσα είναι γνωστά, ήταν επικεφαλής μιας μυητικής οργάνωσης. Πρόκειται για μια μυστηριακή κίνηση, η οποία έμεινε γνωστή ως «Μυστική Φατρία του Μυστρά», που είχε σκοπό την αναγέννηση της Πατρώας Θρησκείας και των Ελληνικών Μυστηρίων. Στον Μυστρά, σε μια ερημική τοποθεσία, υπήρχε μια σπηλιά, το «Πληθώνειον Άνδρον», όπου ο φιλόσοφος επιδιδόταν στην άσκηση του φιλοσοφικού και τελετουργικού του έργου.

Η «Νόμων Συγγραφή» του Πλήθωνα, σύμφωνα με τον Πίνακα Περιεχομένων που διασώθηκε από την πυρά, περιελάμβανε:

  • Θεολογία, βασισμένη στις αντιλήψεις του Πλάτωνα,
  • Ηθική, βασισμένη στις απόψεις των παραπάνω φιλοσόφων και τους Στωικούς,
  • Στοιχεία πολιτικής φιλοσοφίας, βασισμένα στην άριστη πολιτεία του Πλάτωνα και το σπαρτιατικό πολίτευμα,
  • Τελετές προς τους θεούς,
  • Φυσική, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και
  • Σύντομες αναφορές σε αρχές της Λογικής και σε θέματα υγείας, βασισμένες στην Ελληνική μυθολογία.

Ο Πλήθων είναι εκφραστής του βυζαντινού ελληνισμού που βρήκε την τόλμη να αντιδράσει στη σαθρή κατάσταση της κοινωνίας της εποχής του. Παρατηρούμε, για παράδειγμα, ομοιότητες με την Πλατωνική φιλοσοφία σχετικά με τα μέτρα αναδιάρθρωσης του στρατού από «ομοφύλους» και όχι από ξένους μισθοφόρους, οι οποίοι δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Πολύ σημαντική είναι η αναφορά του Πλήθωνα στην Ειμαρμένη. Πιστεύει σε μια απόλυτη αιτιοκρατία, αφού τα πάντα είναι προκαθορισμένα. Πιστεύει όμως και στην ελευθερία του ανθρώπου. Ελευθερία είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ζει σύμφωνα με την αρετή. Η διδασκαλία περί ειμαρμένης είναι ο πυρήνας της «Ελληνικής θεολογίας» του Πλήθωνος. Η Ειμαρμένη είναι μια δύναμη που κυριαρχεί απόλυτα στον κόσμο, διάφορη και από την τύχη των αρχαίων και από τη συνεργία των χριστιανών, δηλαδή την χειραγώγηση του ελεύθερου ανθρώπου από το θεό.

Οι σκέψεις του απέβλεπαν στην αναβίωση μιας «εθνικής» θρησκείας με «νεοπλατωνική» υποδομή. Αυτό βεβαίως σήμαινε απόκλιση του Χριστιανισμού από την ιδανική πολιτεία του Πλήθωνος. Ο Πλήθων πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωγενείς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία» θα μπορούσε να έρθει από μια νέα πίστη, όπως στο σύστημά του.

Τον θεωρούσε ακατάλληλο – στην μορφή που είχε στην εποχή του – για να προστατεύσει την αυτοκρατορία και τον Ελληνισμό, από την προέλαση του Ισλάμ, αφού θεωρούσε αναγκαίο να αντικατασταθεί το «Οικουμενιστικό Βυζάντιο» από ένα νέο κράτος, με κύριο ενοποιητικό στοιχείο του την κοινή Ελληνική καταγωγή.

Και την διατράνωσε ο Γεμιστός την πίστη του αυτή σε πολλές επιστολές του. Σε μία από αυτές, προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο το 1412, αναφέρει: Λοιπόν είμαστε βέβαια Έλληνες στην καταγωγή εμείς, τους οποίους κυβερνάτε και είσθε βασιλείς, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πατροπαράδοτη Παιδεία. Δεν μπορεί δε να βρεθεί οικειώτερη Χώρα για τους Έλληνες από την Πελοπόννησο και την Χώρα της Ευρώπης, που είναι κοντά σε αυτήν και τα γειτονικά νησιά. Γιατί όπως φαίνεται βέβαια, οι Έλληνες κατοικούσαν πάντοτε σε αυτήν την Χώρα, οι ίδιοι όσο θυμούνται άνθρωποι, χωρίς να έχουν κατοικήσει άλλοι πριν από αυτούς… αλλά αντίθετα, οι ίδιοι οι Έλληνες φαίνεται ότι κατοικούσαν αυτή την Χώρα και δεν την εγκατέλειψαν…“.

Η προσωπικότητα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα είναι ευρηματική. Χάραζε αδιαμφισβήτητα νέους δρόμους, στην κρίσιμη στιγμή της μετάβασης του Ελληνισμού από τη Βυζαντινή στη νεότερη φάση του, πρότεινε καινοτόμες για την εποχή ιδέες, και αυτό είχε ως επακόλουθο να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα και φανατισμό ή με θαυμασμό και αναγνώριση, ανάλογα κάθε φορά με τις θρησκευτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις των κριτών του.

  • Τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές που ήταν επιβεβλημένες στο λαό.
  • Τόλμησε να προτείνει λύσεις σε πραγματικά κρίσιμους και ιδιαίτερους καιρούς για το Βυζάντιο
  • Οι θρησκευτικές του απόψεις και δοξασίες, συντέλεσαν στο να αντιμετωπίζεται αντιφατικά.

Έτσι, σε περιόδους που η εκκλησία αγωνίζονταν να ταυτιστεί με τον νεότερο Ελληνισμό και αισθάνονταν την υποχρέωση να αναλάβει Ηγετικό λόγο, εξαιτίας εσωτερικών δυσκολιών του κράτους, ο Πλήθων ήταν ο «άθεος», ο «προδότης» και ο «αποστάτης», με αποτέλεσμα να υπονομεύεται κάθε εθνική και Ελληνοκεντρική άποψή του.

Σε καιρούς που στην κοινωνία επικρατούσε κριτική διάθεση, τότε η «αρχαιότητα» καταλάμβανε άλλη θέση και έτσι η προσφορά του Πλήθωνος, τύχαινε μέγιστης αναγνώρισης και προβάλλονταν ως φωτεινό παράδειγμα για την επιβίωση του Ελληνισμού, καθώς και για την προβολή και την εκπλήρωση των οραμάτων του. Πώς θα μπορούσε αυτή η ευρηματική μορφή να αφήσει ανεπηρέαστους τους Έλληνες λογοτέχνες μας; Η λογοτεχνία αξιοποίησε αυτή την ιδιότυπη μορφή του Γεμιστού , επειδή τόλμησε να αντισταθεί σε καθιερωμένες ιδέες και συμπεριφορές βαθιά ριζωμένες και επιβεβλημένες στο λαό. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, ο Κωστής Παλαμάς, που στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», προτάσσει τον Πλήθωνα ως μορφή καταξιωμένη, άντρα με αρχές και συγκεκριμένες σοβαρές προτάσεις. Ο Πλήθωνας αξιοποιείται και προβάλλεται από τον Παλαμά ως σύμβολο ελεύθερης σκέψης, ως παράγοντας εξισορροπητικός μεταξύ πίστης και φιλοσοφικού προβληματισμού, μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.

Σήμερα, σε μια εποχή αποδεδειγμένης πνευματικής νωθρότητας, ο Γ.Γεμιστός-Πλήθωνας παραμένει παραγκωνισμένος και ξεχασμένος. Η τεράστια πνευματική προσφορά και το, άγνωστο σε πολλούς έργο του, παραμένουν αξέχαστα για εμάς τους Έλληνες Εθνικιστές και η ψυχή του θα ζει μέσα μας.

ΚΟΡΙΝΑ ΠΕΝΕΣΗ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/gewrgios-plhthwn-gemistos-filosofos-mentoras-kai-prwtoporos-ethnokoinwnisth#ixzz4jlipydzL

Ο δικός μας Εθνικισμός

Ο δικός μας Εθνικισμός

 

«Ο όρος και η έννοια ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ είναι γενική και δεν περιέχει κατ’ ανάγκην και συγκεκριμένο πρότυπο πολιτικής διακυβερνήσεως. Αποτελεί μία γενικότητα και κατά τούτο τόσο η αποδοχή του, όσο και η απόρριψή του χωρίς διευκρινήσεις αποτελεί ενέργεια πολλές φορές πρόχειρη και επιπόλαιη.»
Προκύπτει, λοιπόν, άμεση ανάγκη να ορίσουμε τον δικό μας Εθνικισμό. Τον Εθνικισμό, στον οποίο πιστεύουμε εμείς οι Χρυσαυγίτες. Ο δικός μας Εθνικισμός δεν έχει ουδεμία σχέση με τον «γιακωβίνικο εθνικισμό», που προέκυψε μέσα από την Γαλλική επανάσταση. Ο «εθνικισμός» αυτός απαιτούσε την υπέρβαση του παλαιού κόσμου για λόγους κοινωνικούς και οικονομικούς και σε πολλές περιπτώσεις επέτυχε αυτό χρησιμοποιώντας την Ιδέα (αλλά και Βιολογική Πραγματικότητα) του Έθνους. Ταυτόχρονα όμως έφερε τον ισοπεδωτισμό και κατέστρεψε δομές παραδοσιακές της κοινότητος, όπως η Φυσική Ιεραρχία, η Τάξις και ο σεβασμός στα Αρχέτυπα.
Ακόμη σαν «εθνικισμός» πολλές φορές παρουσιάζεται η έκφραση της επιθυμίας ενός λαού για εθνική ανεξαρτησία. Δεν είναι, όμως, μόνον αυτό ο Εθνικισμός. Δεν είναι απλά ένας σκοπός που επιτυγχάνεται και κλείνει τον κύκλο του. Ο δικός μας ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ είναι πάνω απ’ όλα Φυλή, Αίμα, Βιολογική Πραγματικότητα. Δεν εννοείται διάσταση για τον τρόπο, που εμείς βλέπουμε τα πράγματα, για την δική μας Κοσμοθεωρία μεταξύ των εννοιών του Έθνους και της Φυλής. Για εμάς απλά Έθνος είναι η ενσυνείδητος Φυλή, που έχει γνώση της αποστολής της και του πεπρωμένου της. Ο δικός μας Εθνικισμός πιστεύει στην Φυσική Κοινότητα και όχι σε ένα σύνολο πολιτών με ατομικά δικαιώματα. Πιστεύει σε ένα σύνολο ανθρώπων με κοινή προπαντός Καταγωγή, από την οποία προκύπτει Γλώσσα και Πολιτισμός, μεγέθη σεβαστά μόνον μέσα στα πλαίσια της Φυσικής-Βιολογικής πραγματικότητος. Ο δικός μας Εθνικισμός δεν πιστεύει στην κυριαρχία του πλούτου και σε καμμία κατ’ ευφημισμόν «ελεύθερη» οικονομία. Η ευημερία του λαού σίγουρα αποτελεί και σκοπό και αγαθό, ποτέ όμως αυτοσκοπό και αναγκαιότητα που επιβάλλεται. Δεν πιστεύουμε στην κοινωνική ανισότητα, ούτε ότι το χρήμα πρέπει να αποτελεί το κριτήριο με το οποίο ιεραρχούνται τα πάντα σε μία κοινωνία. Και η σκέψη μονάχα αυτή αποτελεί για μας βλασφημία και παράβαση κάθε εννοίας του ΑΓΑΘΟΥ στον κόσμο αυτό. Βλέπουμε την ευημερία του λαού μέσα από μία κοινότητα Σοσιαλιστική (ουδεμία σχέση έχουσα με τον μαρξισμό) όπως θαυμάσια περιγράφει την έννοια «Σοσιαλισμός» ο Όσβαλντ Σπένγκλερ στο μνημειώδες έργο του «Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ»:
«Πρέπει να νοηματοδοτήσουμε σαν Σοσιαλισμό, την βούληση που υπερβαίνει τα συμφέροντα όλων των τάξεων, σαν ένα σύστημα ευγενούς στοχασμού και αίσθησης καθήκοντος, που συγκρατεί το σύνολο σε καλή κατάσταση για την αποφασιστική μάχη της ιστορίας του, μια μάχη που είναι επίσης και μάχη του νόμου ενάντια στο χρήμα.»
Ο νόμος στον οποίο αναφέρεται ο Όσβαλντ Σπένγκλερ δεν είναι τίποτα άλλο από την Οργανική Πολιτεία, που αποτελεί την έκφραση του Έθνους-Φυλή. Όταν έγραφε αυτά ο Γερμανός φιλόσοφος και ιστορικός στα χρόνια του μεσοπολέμου, ήδη είχε αρχίσει η κοσμογονική μάχη ανάμεσα στον νόμο και στο χρήμα. Στο χρήμα, που ανεδείχθη τελικά νικητής, δηλαδή, στο χρηματιστηριακό κεφάλαιο, που σήμερα χωρίς σύνορα πλέον έχει κυριαρχήσει στα πάντα και παίρνει μορφή εξουσίας με την περίφημη «παγκοσμιοποίηση». Γράφει επί τούτου προφητικά:
«Η μηχανή με την ανθρώπινη συνοδεία της, η πραγματική βασίλισσα του αιώνα, κινδυνεύει να υποκύψει σε μια ισχυρότερη δύναμη: Στο χρήμα, στο χρήμα που ωστόσο, αρχίζει και αυτό να χάνει την κυριαρχία του και έτσι πλησιάζει η στιγμή της τελευταίας σύγκρουσης, όπου ο πολιτισμός (civilisation) παίρνει την οριστική του μορφή: Την μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο χρήμα και το αίμα».
Ήδη, ζούμε την εποχή λίγο πριν την σύγκρουση του «χρήματος» με το «Αίμα» και αυτό που κυρίως θέλουν οι εξουσιαστές του χρήματος να επιτύχουν, είναι την καταστροφή της Αξίας «Αίμα» και για να επιτύχουν αυτό επιδιώκουν την πανσπερμία των λαών, την παγκόσμιο επιμειξία, την καταστροφή κάθε Εθνικής ταυτότητος. Θα το επιτύχουν; Κανείς δεν ξέρει. Πάντως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ προβλέπει μία καινούργια εποχή Καισάρων, που θα δώσει διέξοδο στο σημερινό αδιέξοδο της Λευκής Φυλής,, που μοιραία είναι ο φορέας του Ελληνικού Πολιτισμού στις ημέρες μας. Γράφει σχετικά: «Η άφιξη του Καισαρισμού, τσακίζει την δικτατορία του χρήματος και το πολιτικό της όπλο, την δημοκρατία.»
Ο δικός μας Εθνικισμός, λοιπόν, είναι κάτι πολύ βαθύτερο από ένα πολιτικό κίνημα, κάτι πολύ βαθύτερο και από αυτήν την ίδια την πολιτική. Είναι πάνω απ’ όλα, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, Κοσμοθεώρηση μέσα από αυτήν την ίδια την Φυσική Πραγματικότητα της ΦΥΛΗΣ και αναίρεση κάθε στρεβλής εικόνας, που έχει κυριαρχήσει σήμερα στον κόσμο κάτω από την εξουσία της άδικης πλουτοκρατίας.

” ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ “…

Ανάγκη δεν είναι “αόριστη”, αγαπητέ αναγνώστη για τούτη την κατάθεση ψυχής. Της καρδιάς είναι ανερμήνευτη, μα καθόλα “ορισμένη” προσταγή, περνώντας για τη δουλειά μου, “εκάστην πρωίαν”, καθώς θα λέγαμε και στη γλώσσα που δεν πρόλαβα να διδαχτώ, κι’ ομοίως “ανερμήνευτα” αγάπησα, το βουητό ακούγοντας στην τρέχουσα γλώσσα την ελληνική, απ’ τις αυλές των σχολειών που περνώ, ν’ αναντρανίζει, τουτέστιν στην κρητική μου ντοπιολαλιά ν’ αναθαρρεύει, η ψυχή μου. Και βαθειά μελαγχολία να ζώνει την ίδια ψυχή στις διακοπές που των σχολειών τα χτήρια με κοιτάζουν βουβά. Κι’ άθελα τα μάτια υγραίνονται, σα μου ‘ρχεται στο νου εκείνο το “χιλιάδες ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ” που “πάνε να πάρουν τα γράμματα”, διαβασμένο μέσ’ από τις σελίδες του παλιού αναγνωστικού. Τα ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ. Γλυκειά κουβέντα, γλυκειά σαν και κάθε “μικρογραφία”. Σαν κι’ εκείνα τα λιονταράκια που καρτερούσα ανυπόμονα να δω στις κυριακάτικες προβολές του “σινεάκ”. Εκείνη η εικόνα που γλύκαινε την ψυχή, όπως το ίδιο την πίκραινε, σε κείνες τις “πολεμικές” τάχατες ταινίες η εικόνα με τους βασανισμούς ανθρώπων στην ανάκριση, που παρακαλούσα να μην φανούν στην οθόνη, ντρεπόμενος για λογαριασμό των πρωταγωνιστών, όντας αποσβολωμένο, μπροστά στην εικόνα παιδί, που ΑΚΑΘΟΔΗΓΗΤΑ αρνιόταν ν’ αποδεχτεί το “δικαίωμα” στην πρόκληση του πόνου. Παρένθεση, που ίσως σου φανεί περιττή, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά πώς αλλοιώς να σου δώσω να καταλάβεις, πως ετούτη η εμμονή στα “ελληνάκια” κι’ όχι στα “ανθρωπάκια”, αόριστα και γενικά, δεν έχει να κάμει με όσα οι επαγγελματίες “ανθρωπιστάδες” της ακαταλαβίστικης “πολιτικής ορθότητας”, χρεώνουν ως “μίσος” κι’ “απανθρωπιά” στον ΕΘΝΙΚΙΣΤΗ που δηλώνω πως ΕΙΜΑΙ απερίφραστα. Γι’ αυτά λοιπόν τα “χιλιάδες Ελληνάκια”, χρέος έχω να νοιώσω ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ τούτο τον πόνο, για το μέλλον που τους επιφυλάσσουν οι τύραννοι της ζωής και της σκέψης μας. Και στο κάτω κάτω ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ είναι ο πόνος κι’ ότι γουστάρω τον κάνω, αδιαφορώντας για ό,τι κι’ αν μου προσάψει το κάθε μισθοδοτούμενο της “πολιτικής ορθότητας” αλαλάζον κύμβαλο, που ‘καμε επάγγελμα τον “ανθρωπισμό”, που χτυπιέται κι’ οδύρεται τάχατες για “προσφυγάκια”-άλλοθι της …βολικής υποκρισίας του κάθε προοδευτικάριου που βάλθηκε να βαφτίσει “ιδεολογία μίσους” την αγάπη σ’ ό,τι έχει το χρώμα σου, σ’ ό,τι προφέρει τη γλώσσα που πρωτάκουσες απ’ τη μάνα σου, δηλαδή σε κείνα τα μικρά κι’ άδολα “λιονταράκια” που ξεχύνονται στους δρόμους της ΠΑΤΡΙΔΑΣ, δηλαδή της ΜΗΤΡΙΔΑΣ, του τόπου δηλαδή που διαβιοί η ΡΑΤΣΑ μου…
ΟΔΥΣΣΕΥΣ  ΠΑΤΕΡΑΚΗΣ

Ο Αισθητικός Ανθρωπισμός του Ιωάννη Συκουτρή

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη - 2ος κύκλος [#9]

 

 

«Ο αισθητικός ανθρωπισμός καταδικάζει κάθε μονομέρειαν. Όσον αφορά την διάκρισιν ψυχικών και σωματικών ιδιοτήτων πρώτα-πρώτα: ο άνθρωπος είναι σύνθεσις ψυχής και σώματος, και σύνθεσις αδιαίρετος και αδιάσπαστος εφ’ όσον ζη. Ζωή άλλωστε ειν’ αυτή ακριβώς η σύνθεσις. Επομένως και ο άνθρωπος πρέπει να έχει κατά τρόπον άρτιον και ισόρροπον ανεπτυγμένας και του σώματος και της ψυχής τας ιδιότητας, όχι μόνον την αρετήν αλλά και την υγείαν, όχι μόνον την κρίσιν αλλά και την ωραιότητα, όχι μόνον την καθαρότητα αλλά και την καθαριότητα. Αναπτυγμένας συμμέτρως και δικαίως. Όχι λοιπόν πόλεμος, αλλ’ αρμονία της ψυχής προς το σώμα, αποτελεί το θεμελιώδες γνώρισμα του Ανθρώπου».

Στην Φιλοσοφία της Ζωής oκαθηγητής Ιωάννης Συκουτρής παραθέτει τις διάφορες μορφές ενός ιδεατού τρόπου ζωής και επιδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι ενσυνείδητοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ζωή. Μια από αυτές τις κοσμοθεάσεις είναι και ο αισθητικός ανθρωπισμός, κατά τον οποίο η αισθητική είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για μια αξιοπρεπή και ωραία ζωή.

Με τον όρο αισθητική, νοείται η αρμονία σώματος και ψυχής, με ανεπτυγμένες τόσο τις σωματικές όσο και τις ψυχικές αρετές. Ούτε λατρεία μονομερώς του σώματος, ούτε αποκλειστικά η ανάπτυξη του πνεύματος. Είναι η αισθητική, ήτοι η μελέτη του ωραίου, που διαμορφώνει ένα ιδανικό τρόπο ζωής.

Η τέχνη λοιπόν, μπορεί να μας οδηγήσει σε έναν ενσυνείδητο αλλά και ωραίο βίο, αναζητώντας συνεχώς την αρμονία και την ισορροπία ανάμεσα στις ψυχικές δεξιότητες και τις σωματικές ικανότητες.

πηγή

Περικλής Γιαννόπουλος: Η ξενομανία είναι αμορφωσιά

Περικλής Γιαννόπουλος: Η ξενομανία είναι αμορφωσιά

Κτυπήσατε τὴν ξενομανίαν, ἄνθρωποι τῆς ἰδέας. Κρατήσατε ὅ,τι ἔχετε ἑλληνικόν, ἄνθρωποι τῆς λαϊκῆς καὶ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἀνωτέρας τάξεως.
Κουβαληθῆτε ὅλοι εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ἀπέναντι τοῦ ζαχαροπλαστείου Γιανάκη, πλησίον τῆς πολυφήμου Lizie ἡ ὁποία σᾶς ἄδειασε τὴν τσέπην. Εἶνε τὸ μαγαζὶ τῆς λαίδης Ἔτζερτων τῆς ἀγγλίδος ἀριστοκράτιδος καὶ κυρίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ κυττάξετε ἄνθρωποι θεόκουτοι καὶ ἀκαλαίσθητοι. Ἐκεῖ τὰ ὑφάσματα εἶνε τὰ κεντήματα τὰ ὁποῖα κάθε κόρη τοῦ λαοῦ γνωρίζει νὰ κεντᾷ ἄδουσα. Κυττάξετε τὰς τιμάς. Εἶνε ἀκριβώτερα ἀπὸ κάθε εὐρωπαϊκά. Διότι εἶνε ὡραιότερα ἀπο κάθε εὐρωπαϊκά. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σεῖς εἴχατε, ἡ….. κόρη δύναται νὰ τὰ κάμῃ, σεῖς ἔχετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα κρύβετε πετᾶτε ἀπὸ τό φόρεμά σας ἀπὸ τήν σάλα σας διότι τὰ θεωρεῖτε πρόστυχα, αὐτὰ πωλοῦνται εἰς τὸ Λονδῖνον ὡς εὐγενέστατα καὶ ὡραιότατα. Ἐντροπή, ἄνθρωποι ἕλληνες νὰ ἐπιδεικνύετε τοιαύτην ἀκαλαισθησίαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἰταλογαλλλικά καὶ γερμανοεβραϊκὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐγεμίσατε τὰ σπήτια σας καταξοδευόμενοι, κλέπτοντες, ἀτιμαζόμενοι διὰ νὰ εὔρετε τὰ χρήματα, νομίζοντες ὅτι κάτι κάνετε, ὅτι θὰ φανεῖτε πολιτισμένοι, ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς εἶνε προστυχόταταβαναυσότατα καὶ σᾶς ἀποδεικνύουν φρικαλέαν ἀκαλαισθησίαν καὶ βαθὺ χωριατισμόν.
Ἀρχίσετε ἀπὸ τὸ σπῆτι. Πετάξετε τὰ ταπέτα τὰ ψεύτικα ποὺ πληρώνετε τόσον ἀκριβὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνον δὲν ἔχετε τίποτε. Βάλετε τὰς Ἑλληνικὰς ἀνδρομίδας τὰς αἰωνίους. Ὅλη ἡ Θεσσαλία, ὅλη ἡ Πελοπόννησος καλλιτεχνεῖ θαυμάσια εἴδη. Μὲ ἐλάχιστα χρήματα, ἔχετε ὡραιότατα πράγματα καὶ στερεότατα καὶ ἀσυγκρίτως εὐγενεστέρων χρωματισμῶν. Μὲ τίποτε ὡραιότερα καὶ πλουσιότερα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ στρώσῃ κανεὶς μίαν αἴθουσαν παρὰ μὲ τὰ ὁλόλευκα μαλλιαρὰ χαλιὰ ποὺ ἔχουν μόνον ἕνα μαῦρον περιθώριον. Εἰκοσιπέντε καὶ τριανταπέντε καὶ σαρανταπέντε δραχμὰς στοιχίζει μόνον ἡ μία εἰς τὰ μαγαζειὰ τοῦ Δημοπρατηρίου. Βάλετε τοὺς σοφάδες σας μὲ τὰ ὡραῖα ἐγχώρια ὑφάσματα εἰς τὴν θέσιν των. Καλλιτεχνήσατε μὲ τὰ χέρια σας τὰ ὡραῖα σκεπάσματα. Εἶνε πρόστυχοι καὶ γελοῖοι οἱ καναπέδες σας μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ παληόπανα τὰ ὁποῖα κάμνει ἡ Εὐρώπη διὰ τοὺς κουτοὺς καὶ βαρβάρους λαοὺς ποὺ φέρουν ὅλα τὰ μάρκα «διὰ τὴν Ἀνατολήν». Καὶ παρουσιάζετε κωμικώτατον θέαμα μὲ τοὺς καναπέδες σας ποὺ δὲν ξεύρετε νὰ καθήσετε ἐπάνω, καὶ εἶνε θεόκουτον καὶ ἀξιολύπητον πρᾶγμα νὰ μὴν ἔχετε ἕναν καναπὲ νὰ ἀναπαύσετε τὸ κόκκαλόν σας. Πετάξετε τὰ βάζα καὶ τὰ χρυσόχορτα καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ παληοπράγματα τὰ μαζευμένα ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ χωριά. Ἕνα κανάτι ξύλινον τῆς Κορίνθου ἀπὸ τὸ ἀρωματῶδες κυππαρίσι μὲ τὰ ὡραῖα του στεφάνια καὶ μὲ ὁλίγα ἄνθη τοῦ ἀγροῦ μέσα, εἶνε κομψοτέχνημα ποὺ θὰ τὸ ἐζήλευεν ὁ κάθε Εὐρωπαῖος καλλιτέχνης. Κάνετε τὰ ἔπιπλά σας ἀπὸ ξύλα τοῦ τόπου σας, ἀπὸ τὴν ἐληά σας, ἁπλᾶ, ἥσυχα, ἥμερα, ἀναπαυτικά. Μὴν τὰ μαυρίζετε σὰν νὰ σᾶς ἀπέθαναν δώδεκα παιδιὰ εἰς τὸν τόπον ποὺ δὲν μαυρίζει οὔτε τὸ μάρμαρον εἰς χιλιάδες χρόνια. Μία εἰκὼν συγχρόνου ζωγράφου ἰδικοῦ σας καὶ ἡ ἀτελεστάτη ὅλων ὡς χιλιάκις προτιμοτέρα καὶ εὐγενεστέρα, στολίζει ἑκατομμυριάκις περισσότερον τὴν σάλα σας, καὶ σᾶς ἀποδεικνύει ἑκατομμυριάκις πλέον πολιτισμένους παρὰ οἱ πεντακοσιόδραχμοι χρυσοκαθρέπται οἱ βαναυσότατοι ποὺ σᾶς ἀποδεικνύουν ἀκαλαισθήτους καὶ χρησιμεύουν μόνον διὰ νὰ κατακλίνωνται ἡ μῦγες εἰς χρυσὰ κρεβάτια.
Ἕνας ἁπλοῦς σοφᾶς, μὲ ἕνα ὕφασμα χειροτεχνημένον, μὲ ἕνα ράφι ἀπὸ ἁπλοῦν ξῦλο, μὲ ὁλίγα ἁπλούστατα πράγματα ἑλληνικὰ καὶ γίνεσθε καὶ φαίνεσθε περισσότερον πολιτισμένος παρὰ ἐὰν ἐξοδεύσετε ὅλην σας τὴν περιουσίαν διὰ νὰ πάρετε πολυτελῆ Εὐρωπαϊκά πράγματα. Καὶ ἐπὶ τέλους διατί αὐτὴ ἡ κουταμάρα; Τί τοῦ χρεωστᾶτε τοῦ Ἰταλοῦ, τοῦ Γάλλου, τοῦ Γερμανοῦ διὰ νὰ δουλεύετε δι᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ δίδετε ὅλον σας τὸ χρῆμα ποὺ κερδίζετε μὲ ἀγῶνας; Διατί νὰ σᾶς διευθύνῃ καὶ σᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ γοῦστό του ὁ κάθε ἐργοστασιάρχης καὶ ἔμπορος τοῦ Μονάχου καὶ τῆς Μασσαλίας; Σεῖς δὲν εἶσθε ἄνθρωπος; δὲν ἔχετε γοῦστο; δὲν ἔχετε καὶ σεῖς δικαίωμα νὰ κάμετε μόδα οὔτε εἰς τὸν τόπον σας, οὔτε μέσα εἰς τὸ σπῆτι σας; Διατί νὰ εἶσθε Σκλάβοι;
Ἀρχίσατε ἀπὸ τὸ σπῆτι σας νὰ πετᾶτε τὰ παληοπράγματα ποὺ ἐμαζεύσατε, πετᾶτε ἕνα ἕνα ἀντικαθιστῶντες αὐτὰ μὲ ἑλληνικά, ἕως ὅτου σιγὰ σιγὰ κατορθώσωμεν νὰ πετάξωμεν τὰ πάντα καὶ δημιουργήσωμεν ὅλοι μας τὸν κόσμον ὡραῖον ὅπως εἶναι ἡ γῆ μας, τὰ βουνά μας, ὅλα τὰ καλλιτεχνήματα τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐνδύσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὸ λίκνον ἕως τοῦ τάφου μὲ τὸ ὡραῖον ὁλόχαρο φῶς καὶ χρῶμα καὶ γραμμὰς τῆς Ἑλλάδος.
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ ξενομανία», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 5, 16-1-1903)

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/periklhs-giannopoulos-h-jenomania-einai-amorfwsia#ixzz4huqKIj5P

Οι πρώτες μέρες του Μαΐου στην Λαϊκή Παράδοση

Παραδοσιακά Μονοπάτια: Οι πρώτες μέρες του Μαΐου στην Λαϊκή Παράδοση

Στον αρχαίο κόσμο, οι πρώτες ημέρες του Μαΐου σηματοδοτούσαν την καρποφορία και ανθοφορία της γης, τη γονιμότητα, την αναγέννηση της φύσης, το τέλος του χειμώνα. Γι’ αυτόν τον λόγο τις ημέρες αυτές γίνονταν μεγάλες λατρευτικές τελετές προς τιμής της θεάς Δήμητρας, της Χλόης και του θεού Διονύσου, ενώ υπήρχε και η γιορτή Θαργήλια κατά τον μήνα Θαργηλιών (που κατά το ήμισυ συμπίπτει με τον Μάιο), στην οποία οι συμμετέχοντες έπαιρναν ένα πράσινο κλαδί που μόλις είχε εμφανίσει άνθη, το τύλιγαν σε κυκλικό σχήμα και κρεμούσαν επάνω του σύκα, άρτο και φλασκιά με ελαιόλαδο, μέλι και κρασί. Με αυτά τα δώρα εύχονταν για καλή σοδειά, υγεία και ευφορία. Τα Θαργήλια αφιερούνταν στον Απόλλωνα και θεωρούνταν εορτή εξαγνίσεως και καθαρισμού.

Έχοντας επιβιώσει λοιπόν από τα προχριστιανικά έτη εώς και σήμερα, το έθιμο σήμερα παίρνει τη μορφή κατασκευής ενός στεφανιού από άνθη κάθε Πρωτομαγιά, μια δραστηριότητα στην οποία λαμβάνουν μέρος κυρίως παιδιά και νεαρές κοπέλες – μάλιστα, υπάρχει κι ένας άτυπος συναγωνισμός για το πιο πλούσιο και όμορφο στεφάνι στο χωριό ή τη γειτονιά. Τα στεφάνια κρεμώνται στο εξωτερικό κάθε οικιακής θύρας για να προσκαλέσουν τη δύναμη της φύσης στην οικία και αφαιρούνται την 23η Ιουνίου οπότε και καίγονται. Σε μερικές περιοχές της Ελλάδας συνθέτουν τα στεφάνια αγρότες και προσθέτουν λιγότερο χρωματιστά φυτά στο στεφάνι, όπως στη Σέριφο όπου το στεφάνι περιλαμβάνει κριθάρι, τσουκνίδα και σκόρδο. Στην Αγιάσο της Λέσβου ξεχωριστή θέση έχει το φυτό “δαιμοναριά” στο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ένα φυτό με πλατιά φύλλα και κίτρινα άνθη που θεωρείται πως συμβάλλει στη γονιμοποίηση. Στο Ξηροχώρι της Εύβοιας οι κοπέλες στολίζουν με άνθη και τα πηγάδια. Σε χωριά της Κοζάνης, τα χαράματα της 1ης Μαΐου οι γυναίκες, ντυμένες παραδοσιακά, πηγαίνουν στη φύση, μαζεύουν παπαρούνες τις οποίες τρίβουν στο πρόσωπό τους, στολίζουν τα μαλλιά ή τη μέση του με στεφάνι από χλωρή βρίζα και τέλος χορεύουν παραδοσιακά τραγούδια.

Σε περιοχές όπως το Ζαγόρι Ηπείρου, ο Βόλος, ο Καστανιάς Στυμφαλίας και αλλού, αναβιώνει η λεγόμενη Ανάσταση του Μαγιόπουλου, αλλιώς γνωστή ως το Φουσκοδένδρι ή ο Ζαφείρης: Ένας νεαρός παριστάνει τον νεκρό Διόνυσο σε κάποιον αγρό και κοπέλες τραγουδούν έναν θρήνο για αυτόν, τον “Κορμό”, στολίζοντάς τον με άνθη και πράσινα κλαδιά. Τελικά ο Διόνυστος ανασταίνεται και η ανάστασή του αποτελεί αλληγορία της βλάστησης και της ζωής. Πρόκειται για έθιμα που δεν έχουν υποστεί κάμια φθορά από τις χιλιετίες ούτε κάποια αλλοίωση και για αυτόν τον λόγο η λαογραφική τους αξία είναι μεγάλη.

Αντεπίθεση

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/paradosiaka-monopatia-oi-prwtes-meres-tou-maiou-sthn-laikh-paradosh#ixzz4fuLhj4Ny