Ζαν Ρασπάιγ (1925-2020)-Ο «προφήτης» έφυγε. Η προφητεία μένει.

Ο Ρασπάιγ τον Οκτώβριο του 2005. (Photo credit: Stéphane de Sakutin / AFP)

Διάβασα την τελευταία μεγάλη συνέντευξή του τον περασμένο Σεπτέμβριο. Είχε τίτλο «Είμαι ένα παιδί». Μα πράγματι αυτός ο εξερευνητής, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής (“μου φαίνεται πιο φυσικό να είσαι ποιητής από το να μην είσαι”), είναι ένα παιδί που πέταξε προς τον Δημιουργό του μερικές μέρες πριν τα ενενηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, με τα χέρια ανοιχτά στον κόσμο, με το βαθύ μπλε βλέμμα του να καθρεφτίζει τον εύστροφο νου του ταξιδευτή που διηγήθηκε μέσα στα δεκάδες βιβλία του ιστορίες στις οποίες μόνο ένας Ιούλιος Βερν θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί-μόνο που οι δικές του ήσαν ουτοπικές αλήθειες…

Ανάμεσά τους το εμβληματικό «Στρατόπεδο των Αγίων» (1973), το οποίο καθ’ ομολογίαν τους επηρέασε την πολιτική σκέψη του Ρόναλντ Ρέιγκαν και του Στηβ Μπάνον, το βιβλίο που προφήτεψε την βύθιση του Λευκού κόσμου από ορδές μεταναστών, και την οποία τοποθετούσε στο 2050.  Σε αυτό διηγείται την οδύσσεια εκατομμυρίων Ινδών μεταναστών, που ξεκίνησαν με έναν αυτοσχέδιο στόλο ο οποίος τους μετέφερε στις ακτές της Προβηγκίας. Οι «εισβολείς», που περιγράφονται ως μια βρώμικη και θανατηφόρα μάζα, κατέκλυσαν, στο μυθιστόρημα, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης μέσα σε λίγους μήνες, επιβάλλοντας έναν -αντίστροφο- ταπεινωτικό αποικισμό στους Ευρωπαίους.

“Ο Ρασπάιγ” , γράφει στον επικήδειο η αριστερή Λιμπερασιόν, “δεν κρύβει από τον αναγνώστη κανένα από τα εξευτελιστικά βασανιστήρια που προκαλούνται στους λευκούς. Είναι αλήθεια ότι τους καθιστά αρχιτέκτονες του δικού τους τέλους, περιγράφοντας τις διαδοχικές προδοσίες των ηθικών, πνευματικών, πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ. Οι τελευταίοι, κλείνουν τα μάτια στο όνομα ενός ανόητου ανθρωπισμού, απέναντι σε αυτό που αποδεικνύεται μια αυθεντική εισβολή. «Θα πεθάνουμε αργά, ροκανισμένοι από τα μέσα, από εκατομμύρια μικρόβια που εισέρχονται στο σώμα μας», καταλήγει ο αφηγητής του μυθιστορήματος”.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της “προφητείας” τα τριάντα χρόνια που ήρθαν πιο γρήγορα “τα μικρόβια”;

Η απήχηση του έργου του και μαζί η αξιοπρέπεια και η δύναμη της πεποίθησής του ήταν τέτοιες που η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε για το σύνολο του έργου του (2003), και προτάθηκε για μια θέση στο κονκλάβιο των Γάλλων “Αθανάτων” το 2000. Συγκέντρωσε την πλειοψηφία, αλλά όχι την απόλυτη, παρά εννέα ψήφους.

Ο Ζαν Ρασπάιγ έλεγε πως γεννήθηκε στα 23 του, όταν άρχισε να ταξιδεύει. Ταξίδεψε επί είκοσι και πλέον χρόνια σε αναζήτηση πληθυσμών που απειλούνταν με εξαφάνιση από τον μοντερνισμό. Λίμνη Τιτικάκα, Μακάο, Αντίλες, Γη του Πυρός. Επικεφαλής εξερευνητικών εκστρατειών στην Αλάσκα (1950-1952) και στην γη των Ινκας (1954) αναζητώντας τους ημίθεους Ουρου , γνώρισε τους “λευκούς” Αϊνού στην Ιαπωνία. Ανακηρύχθηκε Πρόξενος στο Βασίλειο της Αραουκανίας και Παταγονίας, ένα εφήμερο (αν και ως σήμερα φιλονικούμενο) βασίλειο του 19ου αιώνα, μεταξύ Χιλής και Αργεντινής, με σκοπό να υπερασπιστεί την επιβίωση των ιθαγενών Μαπούτσι. Οταν, το 1981, το “Εγώ ο Αντουάν ντε Τουρέν, βασιλιάς της Παταγονίας” τιμάται με το λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας, χιλιάδες αναγνώστες του γράφουν και του ζητούν να τους εντάξει στο βασίλειό του. “Ο πρόξενος της Παταγονίας είναι νεκρός, ζήτω ο πρόξενος!”, κλείνει διθυραμβικά τον επικήδειο η συντηρητική Φιγκαρό.

Ο παραδοσιακός Καθολικισμός του Ρασπάιγ (φορούσε γραβάτες με τον Κρίνο, σύμβολο των Γάλλων βασιλέων) απετέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά από τα “ουτοπικά” του έργα, στα οποία οι ιδεολογίες του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού αποτυγχάνουν, και αποκαθίσταται η Καθολική μοναρχία. Στο μυθιστόρημά του “Σάιρ” (1990), ένας νέος Γάλλος βασιλιάς, ο Φιλίπ Φαραμόν ντε Μπουρμπόν, απευθείας απόγονος των Βουρβόνων, στέφεται στην Ρεμς (παραδοσιακή εστία των βασιλέων της Γαλλίας), τον Φεβρουάριο του 1999.

Να είχε δίκιο ο Ρασπάιγ; Να είναι το μόνο “λάθος” της προφητείας το έτος της στέψης;

Υπερήφανος, πεισματάρης, οικολόγος, πιστός Καθολικός και υποστηρικτής της Μοναρχίας, δήλωνε στην συνέντευξη του περασμένου Σεπτεμβρίου πως “Παραμένω πεπεισμένος από τότε που ήμουν παιδί ότι υπάρχει μια σημαντική ιερότητα μέσα στο ανθρώπινο είδος, κάτι θεϊκό, μια σπίθα ιερή».

Την περασμένη Παρασκευή ζήτησε και έλαβε την τελευταία Θεία Κοινωνία στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.

Πώς θα μπορούσα να κλείσω καλύτερα αυτή την αναφορά στον ταξιδευτή, από μια δική του φράση που με άφησε κάποτε αποσβολωμένη, κι ακόμη την τριγυρίζω σαν βότσαλο στο χέρι κι όλο την λιαίνω.

Είναι από το πρώτο βιβλίο του Ρασπάιγ που διάβασα, το «Hurrah Zara!» (1998). Μου πήρε ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Στην αρχή το βρήκα άβολο, όχι μόνο γιατί ήταν ογκώδες αλλά και γιατί ο Ρασπάιγ έχει χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν οικογενειών και ονομάτων, τα οποία έπρεπε κανείς να θυμάται για να παρακολουθήσει την δράση. Οι διηγήσεις του είναι σαν την άγνωστη θάλασσα. Στην αρχή το σκέφτεσαι να βουτήξεις, μα αν μπεις δεν σου κάνει καρδιά να βγεις. Γράφει :

 “Το οικόσημο της οικογένειάς μας αποτελείται από μια δέσμη χρυσών λογχών που συνοδεύεται από το ρητό ” Είμαι πρώτα τα δικά μου βήματα”.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ελένη Γκατζογιάννη: Θυμηθείτε, παιδιά μου!..

IMG_20180827_122733

Στις 27 Αυγούστου 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, καταδικάζεται σε θάνατο από “δικαστήριο” του “Δημοκρατικού Στρατού”. Το “έγκλημά” της είναι ότι οργάνωσε την διαφυγή των παιδιών της, της μάνας, της αδελφής και της ανηψιάς της, και άλλων συχωριανών, 20 ατόμων συνολικά, ώστε να μην οδηγηθούν στο Σιδηρούν Παραπέτασμα των σοσιαλιστικών παραδείσων. Εκτελέστηκε την επομένη, 28 Αυγούστου. Ηταν 41 ετών.

IMG_20180827_122444

Χρόνια αργότερα, ο μοναχογιός της, θα αναζητήσει τους δολοφόνους της μάνας του. Και θα βρει τον Κατή που την καταδίκασε. Δεν θα τον σκοτώσει. Θα γράψει όμως ένα βιβλίο που θα κάνει γνωστή την ιστορία της Ελένης σε 26 γλώσσες σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.

«Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών…».

IMG_20180827_122433 (1)

Βρισκόμαστε στο 1985. Το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη γίνεται ταινία. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν δίνει άδεια να πραγματοποιηθούν τα γυρίσματα στην Ηπειρο, και η ταινία γυρίζεται στην Ισπανία.

Αλλά και η προβολή της στους ελληνικούς κινηματογράφους είναι επεισοδιακή.

Είδα την ταινία στους Αμπελοκήπους. Εξω από τον κινηματογράφο μαζεμένοι οι ρεμπεσκέδες του ΚΚΕ , μας προπηλάκιζαν, έκλειναν τον κλοιό γύρω μας, πετούσαν αντικείμενα. Μερικούς μήνες μετά, θα ενταχθώ στην Νεολαία ΕΠΕΝ.

Η Αριστερή τρομοκρατία των αδίστακτων αήθων κομμουνιστών συνεχίζεται, τότε και τώρα το ίδιο απάνθρωπη, το ίδιο εγκληματική.

Λια 1948- Αμπελόκηποι 1985 – Αθήνα 2018

Οσοι ξεχνούν, είναι καταδικασμένοι να ξαναζήσουν την τραγική ιστορία.

Δεν ξεχνούμε. Αλλωστε, μόνον ο Θεός μπορεί να τους συγχωρέσει τα εγκλήματά τους.

ΕΔ

Aπό το νέο βιβλίο “Αλέξανδρος Φιλίππου Μακεδών-Συνιστώσες και Στιγμές του Μέγιστου Ελληνος” που παρουσιάσθηκε το Σάββατο 14/4/2018

a4

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Αλέξανδρε, ελθέ!

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι και οι θεοί μιλούσαν αναμεταξύ τους όπως ο ήλιος με την σελήνη και τα άστρα, ήταν μια θάλασσα. Κι ήταν κι ένας βασιλιάς. Η θάλασσα ήταν πολύ παλιά και γαλάζια σαν την ουράνια σφαίρα. Όταν ο βασιλιάς ήταν ακόμη βασιλόπουλο, όμορφο, λένε, σαν τον ήλιο, είχε χρυσάφι πολύ, κι ο κύρης του φρόντισε, για να μάθει τον νου και τους τρόπους των ανθρώπων. Τους τρόπους των θεών τους ήξερε από το αίμα της μάνας του που τον έπιασε χορεύοντας μέχρι που ενώθηκε με τον Πατέρα θεών κι ανθρώπων. Κι όταν ο κύρης του σκοτώθηκε από χέρι δικό, κι έγινε ατός του βασιλέας, καβαλίκεψε το άτι του, αυτό που το έκανε δικό του στρέφοντας το κεφάλι του στον ήλιο, για να μην βλέπει την σκιά του και τρομάζει, και διάβηκε με τον στρατό του την θάλασσα. Γιατί πέρα από την θάλασσα, βρίσκονταν του βασιλείου του η σκιά, ο κόσμος που απειλούσε και γύρευε να διαγουμίσει τον δικό του κόσμο. Ο βασιλιάς, Αλέξανδρος το όνομά του, πολέμησε όπως κανείς πριν απ’ αυτόν, και κανείς μετά. Οι λαοί που κυρίευσε, σχίζοντας το σεντόνι που τους κρατούσε τυφλούς και δεμένους, λευτερωμένοι από τον ζυγό της ανατολίτικης δουλείας, έμαθαν πώς είναι ο ελεύθερος άνθρωπος, και τον είπανε θεό τους. Αφού είδε τις πόλεις των ανθρώπων κι έχτισε δικές του, άφησε φρουρές για να θυμίζουν στους ανθρώπους πώς να ζουν σαν Έλληνες, κι έσπειρε Ελληνόπουλα με μάτια γαλάζια σαν την ουράνια σφαίρα, και μαλλιά βαμμένα απ’ τον ήλιο τον ίδιο, να θυμίζουν το όνομά του, Ισκαντέρ, όταν αυτός θα έχει λείψει. Κι έγειρε κάποτε, και γύρισε στον Πατέρα του, κι έγινε ένα με το φως του, θεός και γιος ανθρώπου. Μα άφησε διαθήκη, όποιος τον ζητά να τον βρίσκει, αρκεί να πιστεύει ότι ΖΕΙ.

Η ιστορία του Αλεξάνδρου, του γιου του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου και της Ηπειρώτισσας βασιλοπούλας Ολυμπιάδας, συναρπάζει τους ανθρώπους από τότε που ο μεγαλύτερος στρατηλάτης που γέννησε το ανθρώπινο είδος, ζούσε ακόμη ανάμεσα στους ανθρώπους. Όσοι δεν πιστεύουν στο Καλό των Ανθρώπων, καθρεφτίζουν στις πράξεις του την δική τους ευτέλεια, μη θέλοντας να καταβάλουν την προσπάθεια η οποία χρειάζεται για να απλωθεί ο νους και το σώμα του ανθρώπου στο σύνορο των δυνατοτήτων του. Όσοι δεν τον τιμούν, αρνούνται να δεχθούν πως Θεός και Άνθρωπος γίνονται κάποτε ένα, επιτρέποντας στους θνητούς να μάθουν πώς είναι η δύναμη του ανθρώπου σαν αγγίξει την θεϊκή χορδή που τον διατρέχει.

Όταν το σώμα του ισόθεου άδειασε από την ανθρώπινη ζωή του, κείνο το καλοκαίρι του 323 π. Χ. , και «ελαφρύ σαν μικρή ασπίδα» το κήδευσε ο Πτολεμαίος ο Λάγου, αυτός που θα ονομαζόταν ως βασιλεύς, Σωτήρ, οι Βασίλειες εφημερίδες της εποχής έγραψαν πως στο κρασί του έσταξαν φαρμάκι φερμένο από την πατρική του γη. Όσοι πήραν μαζί του τον μακρύ δρόμο από την Πέλλα ως την Βακτριανή, ορκίζονταν πως ο βασιλέας γεύτηκε στα 33 χρόνια του το πικρό φιλί της προδοσίας, λίγους αιώνες, μόνο, πριν γευτεί το ίδιο φιλί που θα έστελνε στον θάνατο, στην ζωή, τον Χριστό Ιησού από την Γαλιλαία, στην γη της Παλαιστίνης, , κι ενώθηκε με τον Πατέρα Του, στα 33 του χρόνια, έχοντας γευθεί στα χείλη του το όξος των ανθρώπων.

Πόσην αγαλλίαση έφερε στην οικουμένη εκείνο το «μειράκιο» όπως τον αποκαλούσε με αγάπη ο δάσκαλός του Αριστοτέλης ! Πόση αγάπη, θαυμασμό, και έλξη ανυπέρβλητη, ώστε ο νιούτσικος βασιλές να κατοικεί ως σήμερα στον νου και στις φλέβες της ! Στον ηλιοπρόσωπο Αλέξανδρο, πυκνώθηκε ολόκληρη η Ελλάδα. Απολλώνιος, ως γιος του κριοκέρατου ‘Αμμωνος Διός, και συνάμα Διονυσιακός. Γιατί ο Διόνυσος, αδελφός του από Πατέρα, ήταν αυτός που ίδρυσε στην Αίγυπτο το μαντείο του, εκεί όπου ένας άλλος έμπλεος Θεού Έλληνας, ο Ηρακλής, πήγε να συναντήσει τον ενδεδυμένο το δέρας και την κεφαλή του κριαριού, πατέρα του, πριν μεταστεί, προδομένος κι αυτός από φαρμάκι, στα 33 του χρόνια.

Ο πιστός του Πτολεμαίος έκανε, λέει η Ιστορία, στρατό τριάντα χιλιάδων, να φυλάγουν το μνημούρι του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπως -καταπώς γράφει ο Ησίοδος-, τριάντα χιλιάδες είναι οι «αθάνατοι Ζηνός φύλακες θνητών ανθρώπων» αυτοί που, αόρατοι άγγελοι, παρακολουθούν των θνητών τα έργα.

Σε συνέντευξη που μου παρεχώρησε για την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ (φ.207, 1-7-2017) η αρχαιολόγος κυρία Λιάνα Σουβαλτζή, η οποία αφιέρωσε την ζωή της στον μέγιστο των Ελλήνων (η ανασκαφή της στην Αίγυπτο ξεκίνησε το 1989, και στις 29 Ιανουαρίου 1995 η Αιγυπτιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε επισήμως, ότι στην όαση Σίουα ανακαλύφθηκε ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου), μου είπε πολλά ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά. Θα καταθέσω εδώ δυο αποστροφές.

Η πρώτη είναι πως, στην έρημο Σίουα, όταν γεννιόταν κάποιο μωράκι με ανοικτά χρώματα, λέγανε «γεννήθηκε ένας μικρός Αλέξανδρος!», και οι γυναίκες έβαζαν νομίσματα με την μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου για φυλακτά στα μωρά τους, για να πάρουν κάτι από την ανδρεία του». Να έκαναν το ίδιο, να ένιωθαν το ίδιο και οι Έλληνες της Ελλάδος!..

Κι η δεύτερη:«-Αν τότε δεν μας είχαν δημιουργήσει το πρόβλημα και συνεχίζαμε κανονικά, εμείς θα είχαμε βγάλει τον Αλέξανδρο στο φως. Πιστεύω ακράδαντα ότι η μοίρα της Ελλάδος μετά από αυτό το γεγονός δεν θα είχε πάρει τον δρόμο που έχει πάρει σήμερα.

-Πιστεύετε ότι είναι ένας μεταφυσικός φόβος; Σαν να προσπαθεί η γη μας, να μας τονώσει το ηθικό και να μας θυμίσει ποιοι πραγματικά είμαστε, και οι κυβερνήσεις να προσπαθούν να μην έρθει στην επιφάνεια;

– Ακριβώς. Έπαιξαν τέτοιο ρόλο, που πιστεύω ότι το όνομα Μεγάλος Αλέξανδρος τους φοβίζει. Μακάρι σήμερα στα χάλια που είμαστε να εμφανιζόταν ένας νέος Αλέξανδρος που θα αναλάμβανε τα ηνία της Χώρας, μήπως και βλέπαμε φως».

Σε αυτούς τους χρόνους τους δίσεκτους, τους οργισμένους μήνες που διαβαίνει το Έθνος μας, η Ιστορία του Μεγαλέξανδρου, η εικόνα του κι ο μύθος του, ας γίνει φάρος και οδηγός στον νου και στην καρδιά μας.

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας Έλληνας βασιλιάς που τον έλεγαν Αλέξανδρο, κι η Ιστορία τον αποκάλεσε Μεγάλο. Κι ήταν νιούτσικος και όμορφος σαν τον ήλιο. Και σαν τον ήλιο που γέρνει τις νύχτες να ξαποστάσει, κι αφήνει στον ουρανό τις φρυκτωρίες των άστρων, για να παρηγορούν τους θνητούς μέχρι τον ερχομό του, έτσι κι αυτός, αθάνατος σαν τον ήλιο, ΖΕΙ.

Κι αν σας ρωτήσουν, να το πείτε, να ακούσει το «ανάστα!» και να ‘ρθεί, πως ΖΕΙ, ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Αρχαιολόγος

Διευθύντρια της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ

πηγή