Νικολοβάρβαρα

“Κάποια μέρα θα είσαι αρκετά μεγάλος, ώστε να αρχίσεις πάλι να διαβάζεις παραμύθια”.

-Κλάιβ Στέιπλς Λιούις (1898-1963)

Η γιαγιά μου ήταν θυμόσοφος. Στην γενιά της, και στις γενιές πριν από αυτήν, οι άνθρωποι πίστευαν σε αυτά που πίστευαν οι προηγούμενοί τους. Πρόσθεταν ή παράλλαζαν, αλλά κατά βάσιν δεν πείραζαν την μαγιά. Δεν έκανε να την “χαλάσουν”. Δεν το είχαν “σε καλό”. Περπατούσαν έτσι στα αχνάρια των περασμένων, με την εμπιστοσύνη και την βεβαιότητα της εμπειρίας όσων προηγήθηκαν, εκείνων που τους έφεραν με επιτυχία στην τωρινή μορφή της επιβίωσης. Ποια απόδειξη τρανότερη του σωστού τους τρόπου από το να ζεις και να πλάθεις όσο καλύτερα μπορείς το ψωμί της ζωής σου;

Γυναίκες σαν την γιαγιά μου, ευφυείς και δυναμικές περισσότερο κι από ό,τι επέτρεπαν οι καιροί τους, δεν πίστευαν ούτε έπρατταν επειδή έτσι έλεγαν οι Εντολές, παρότι σέβονταν την λογική τους, ούτε μόνο από τον φόβο για την κριτική της μικρής γύρω τους κοινωνίας. Πίστευαν επειδή όσα είδαν ήσαν δοκιμασμένα στον χρόνο, γιατί έρχονταν από τον χρόνο και επιβίωναν πέρα από τους φραγμούς και την φθορά του. Ηξεραν πως, σαν την ατμομηχανή στην αξιόπιστη αμαξοστοιχία της γενιάς τους, θα τους οδηγούσε ως τον δικό τους σταθμό, από όπου οι επόμενοι θα αναλάμβαναν να δώσουν στους δικούς τους επόμενους, τα αποτελέσματα της δικής τους εμπειρίας στον χρόνο.

Ετσι η γιαγιά μου ήξερε να βλέπει τον καιρό αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων, να σιωπά και να διαλέγει πότε αξίζει να πολεμάς και με ποιον, να απογοητεύεται και να αναθαρρεύει, να μετανιώνει, να διορθώνει, και να συμβουλεύει πως “Θαρσεῖν χρή, φίλε Βάττε· τάχ᾽ αὔριον ἔσσετ᾽ ἄμεινον ἐλπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δὲ θανόντες· χὡ Ζεὺς ἄλλοκα μὲν πέλει αἴθριος, ἄλλοκα δ᾽ὕει”. (Θάρρος πρέπει να ‘χεις, φίλε Βάττε, σύντομα καλύτερα το αύριο θα είναι· οι ελπίδες για τους ζωντανούς,ανέλπιστοι μόνο οι πεθαμένοι· και ο Δίας άλλοτε λιάζει, άλλοτε βρέχει”, Θεοκρίτου Ειδύλλια, 4.41-4.43, μετ. Ιωάννη Πολέμη).

Και κυρίως να διδάσκει βασισμένη στην δική της εμπειρία, με την ελπίδα πως η κόρη της δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην, κι η δική της κόρη πως δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην. Κι ίσως έτσι, με ολοένα λιγότερα σφάλματα, οι γενιές να γιατρεύονται από τα προπατορικά αμαρτήματα, κι η Χάρη του Θεού να βρίσκει πιο υγειές το άνθος του άνω θρώσκοντος είδους.

Πότε ακριβώς οι ανθρώπινες κοινωνίες σταμάτησαν να έχουν εμπιστοσύνη στην εμπειρία των δικών τους ανθρώπων και να αναζητούν απαντήσεις στα λόγια και στα γραφτά ανθρώπων που δεν γωρίζουν, επομένως δεν έχουν τρόπο να διαπιστώσουν την αξιοπιστία τους, δεν το ξέρουμε ακριβώς. Μια ελληνικής καταγωγής φιλόσοφος του περασμένου αιώνα, που ταξίδεψε ως τις Ινδίες αναζητώντας την γνώση, γράφει πως η πορεία του ανθρώπου ανακόπηκε από τότε που άρχισε να γράφει αντί να διηγείται. Σκέφτομαι πως έχει δίκιο. Πως οι Ομηρίδες έστεκαν στις αυλές των βασιλιάδων και στα χοροστάσια των χωρικών κι έλεγαν τις περιπέτειες των προγόνων τους, κι όλοι, θεοί και θνητοί είχαν τον τρόπο να ελέγξουν την αλήθεια του ραψωδού. Πως ο κόσμος που έφτιαξαν εκείνοι που δεν κρατούσαν κιτάπια έσφιζε από ζωή και δύναμη. Πως οι άνθρωποι που δεν πατούσαν κουμπιά για να πουν με προεπιλεγμένα σχήματα τι τους αρέσει, τι τους λυπεί και τι τους θυμώνει, μα τραγουδούσαν τις χαρές, τις έγνοιες και τις λύπες τους, όχι μόνο όταν είχαν γιορτή μα κι όταν εργάζονταν, ζούσαν πιο ελεύθεροι και πιο υψηλόφρονες. Πως έκαναν πιο μεγάλα πράγματα με την ζωή τους, όταν η ζωή τους δεν ήταν χαραγμένη λέξη-λέξη σε πέτρες, και πως, κι αυτές ακόμα τις πέτρες τις έσπαζαν και τις γκρέμιζαν άμα έπαυαν να τους κάνουν.

Τώρα όμως που τα “πρέπει” είναι γραμμένα σε χαρτί που σχίζεται και καίγεται, κι ακόμα πιο πολύ τώρα που τα “πρέπει” πληθαίνουν γραμμένα σε άυλα “σύννεφα”, που διαγράφονται και χάνονται αν σταματήσει η ροή των ηλεκτρονίων που τα παρέχωσε σε κάποια βάση δεδομένων, οι άνθρωποι είναι πιο πειθίνιοι, εθελόδουλοι, εξωτερικά παντοδύναμοι κι από μέσα τους ασθενικοί.

Αυτές τις μέρες η γιαγιά μου τις έλεγε Νικολοβάρβαρα, από τις γιορτές της Αγίας Βαρβάρας στις 4 και του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Ελεγε πως “τ’ Αγιου Αντρέα αντρειεύει το κρύο” και πως τούτες οι μέρες είναι οι πιο επικίνδυνες για καιρό. Οι παλιοί είχαν τον τρόπο τους με τις λέξεις, ήξεραν τι σημαίνουν, ήσαν δικές τους κι ας μην ήξεραν να τις γράφουν, κι ας έβαζαν έναν σταυρό για υπογραφή, και σάμπως τα κείμενά τους να ήσαν πιο ευλογημένα από τα δικά μας. Εκείνοι έβγαζαν τα παιδιά τους Νίκη κι Ελευθερία όταν είχαν πόλεμο, έδιναν το ονόμα των πεθαμένων στους ζωντανούς για να μην χαθεί, νικώντας τον θάνατο κι ανασταίνοντας στα χείλη των επόμενων την ύπαρξη των προηγούμενων. Μόνο τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν οι άνθρωποι να μην δίνουν στα παιδιά τους ονόματα παππούδων και γιαγιάδων, χαμένων αδελφών και θείων, για να μην τσακώνονται, λέει, οι συμπέθεροι. Σκέφοτνται πως η απάντηση είναι να σβήσουν το όνομα, ενώ η απάντηση είναι να κάνουν πιο πολλά παιδιά, ώστε να χωρέσουν όλοι οι συγγενείς, οι πεθαμένοι που περιμένουν να αναστηθούν, και οι ζωντανοί που θέλουν να ελπίσουν πως σαν πεθάνουν δεν θα ξεχαστούν, μα θα ζουν καθώς θα καλούν το απομεσήμερο το όνομά τους για παιχνίδι και σκανταλιές, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους: “Πιάσε την μπάλα, Ηλία! Τράβηξε γρήγορα κουπί, Νίκο! Βάλε λίγο κόκκινο εδώ, Ρηνούλα!”. Κι εκείνοι από κάποιο σύδεντρο στον κήπο του Θεού θα ξαναγίνονται παιδιά, σπρώχνοντας το ξυλίκι και τα πατίνια και κάνοντας σκανταλιές και πάλι.

Η μνήμη του σώματος είναι σαν την μνήμη του πνεύματος. Θυμάται μυρωδιές, τριαντάφυλλα και σχίνα, θυμάται γεύσεις και θυμάται πρόσωπα και γλέντια, αναθυμάται ένα ηπειρώτικο μοιρολόι και τα στήθη του πλυμμυρίζουν βουνίσιο αέρα, πιάνει την άμμο και θυμάται καλοκαίρια, κοιτάζει το παιδί και θυμάται τον γονιό, τον πάππο, τον θείο.

Σήμερα, μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγαλώνει τούτη την ώρα που μιλάμε, χωρίς αισθήσεις. Δεν αγγίζεται, δεν φιλιέται και δεν μυρίζεται σαν όλα τα ζωντανά της πλάσης. Οι γεύσεις είναι όλες ίδιες από την ζάχαρη, οι ήχοι μονότονοι, το μαύρο ρουφάει τα χρώματα, τα σώματα, αν επιτρεπόταν να τα μυρίσεις, θα μύριζαν τις ίδιες κολώνιες που διαφημίζουν οι τηλεοράσεις. Μια ολόκληρη γενιά, ανάπηρη από αγκαλιές, μυρωδιές, φωνές και χρώματα.

“Χθες πήραμε ένα μικρό στολιδάκι, για το καλό”. “Είδα αυτό και σε θυμήθηκα”. “Εφτιαξα κουραμπιέδες, έγιναν νόστιμοι όπως τους έκανε η μάνα μου”. Μεγάλο πράγμα το καλό, μεγάλο πράγμα το “σε θυμήθηκα”. Κάτι μένει, τελικά, από τα λόγια μας, το παράδειγμά μας, το πέρασμά μας. Σε θυμήθηκα. Πήρα ό,τι κατάφερα από όσα μου έδωσες, μην στενοχωριέσαι, τόχω!

Γράφει ο Μωρίς Μπαρές που πέθανε τέτοιες μέρες, 4 Δεκεμβρίου του 1923, “Η ψυχή που κατοικεί σήμερα μέσα μου, είναι φτιαγμένη από ψίγματα που επέζησαν εκατομμυρίων νεκρών” (Ενας ελεύθερος άνθρωπος, 1889). Το ίδιο, κάπως αλλιώς γράφει ο Παλαμάς στην Ουρανία “Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας, αθέλητα κρυμμένη“. Θαρρώ πως της αρέσει της ψυχής να βρίσκεται μέσα μας και να μας ψιθυρίζει ονόματα, τραγούδια, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, βροχές, χιόνια και ήχους.

ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

(Κατά Ιωάννην, 1,4-1,5)

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.