Ινδιάνικο καλοκαίρι

Φίδι σε cista mystica και βουκρανιον, ιερά αντικείμενα της λατρείας της Δήμητρας και του Διονύσου στους Ορφικούς. Τοιχογραφία από την βίλα του P. Fannius Synistor στο Boscoreale, βορείως της Πομπηίας, περί το 40-30 π.Χ,
Σήμερα, στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

“Μισώ αυτή την εποχή που ο άνθρωπος γίνεται, υπό έναν παγκόσμιο ολοκληρωτισμό, βοωειδές ευγενικό, καλογυαλισμένο και ήσυχο”.

-Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ
Επιστολή προς τον Στρατηγό Χ, 30 Ιουλίου 1944

Μια από τις πρώτες μου φωτογραφίες με δείχνει εμπρός στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Ο φωτογράφος έχει τυπώσει δύο σειρές, μια ασπρόμαυρη και μια έγχρωμη. Τα χρώματα της έγχρωμης είναι αυτά των φιλμς της δεκαετίας του `70: ροζ της πούδρας, πράσινο του φρέσκου αμύγδαλου, γκρι της πρωινής συννεφιάς, κι ένα έντονο πράσινο του κυπαρισσιού στους βελούδινους καναπέδες με τα, κεντημένα στο χέρι, μαξιλάρια γαλλικής τεχνοτροπίας.

Στις παιδικές μου παλάμες κρατώ ένα σφαιρικό στολίδι, στο ασημί του υδράργυρου, με ένα ασημόχρυσο κομμάτι πασμαντερί για ισημερινό. Κοιτάζω τον φακό με ύφος απόλυτης ικανοποίησης, αυτοπεποίθησης και υπερηφάνειας.

Η ιστορία λέει πως αρνήθηκα να ποζάρω στον φακό, μέχρι να μου κατεβάσουν το στολίδι που είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, και να φωτογραφηθώ μ’ αυτό. Στην φευγαλέα εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, προβάλλει το μπλε της νύχτας βελούδινο φόρεμα, το κόκκινο γιλέκο κεντημένο με ελάφια και κλαδιά δέντρων, τα μαύρα λουστρίνια με την μπαρέτα, και τα λευκά πλεκτά σοσόνια.

Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα παλίμψηστο όπου επικαλύπτονται πολλές εποχές. Μερικές μέρες ξαναβρίσκουμε την σκιά του εφήβου που υπήρξαμε, τα σποραδικά υπολείμματα ενός χαμόγελου που χάθηκε, μιας ανεμελιάς που ξεχάστηκε”, γράφει ο φιλόσοφος και συγγραφέας Πασκάλ Μπρυκνέρ στο “Μια σύντομη αιωνιότητα”. “Η ζωή είναι ταυτόχρονα πολύ σύντομη και πολύ μακριά, ταλαντεύεται ανάμεσα στο βάρος της πλήξης και στο τρεμόπαιγμα του επείγοντος (…) Μετά τα πενήντα τους, τα ανθρώπινα ζώα βιώνουν ένα είδος αναστολής: όχι αρκετά νεαρά, όχι πραγματικά ηλικιωμένα, χωρίς βάρος. Είναι μια ανακούφιση που αφήνει την ζωή ανοιχτή σαν μια αιωρούμενη πόρτα (…) Οι προθεσμίες μικραίνουν, οι δυνατότητες λιγοστεύουν, αλλά υπάρχουν ακόμα ανακαλύψεις, εκπλήξεις, συντριπτικοί έρωτες (…) Πώς να αποφύγεις την κούραση της ύπαρξης, την μελαγχολία του λυκόφωτος, πώς να περάσεις μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες;”

Αυτό το Ινδιάνικο καλοκαίρι, από το όνομα που έδωσαν οι Ευρωπαίοι στην απρόσμενη ζέστη την οποία δημιουργούσαν οι Ινδιάνοι το φθινόπωρο, καθαρίζοντας με φωτιές την γη τους, συνδέεται με την ανάγκη μας για αναγέννηση και επανεφεύρεση του εαυτού μας. Την ανάγκη να καίμε τις γέφυρες και να φεύγουμε προς τα εμπρός, να ξεκαθαρίζουμε με το παρελθόν και να ξαναξεκινάμε. Ανάγκη την οποίαν εκφράζουν περίφημα γιορτές όπως τα Χριστούγεννα και οι προγενέστερές τους που σηματοδοτούν το νέο έτος, όπως το προσδιορίζουν οι θρησκείες. Κι αν κάθε έτος δεν ήταν 365 μέρες, αλλά άλλαζε κάθε επτά ή εννιά συμβατικά έτη;

Πάμε πάλι.

Ο ανθρώπινος προσανατολισμός χάνεται με την πάροδο του χρόνου. Η περιέργεια, η επιθυμία, η αποφασιστικότητα, το παιχνίδι, η διεκδίκηση, το επείγον της προσωπικής ολοκλήρωσης, περνούν από το κόσκινο της οικογενειακής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής και κρατικής κατασκευής. Η ομοιόμορφη υποχρεωτική εκπαίδευση, η επαχθής νομοθεσία, και οι απαγορεύσεις στοιχειωδών ατομικών ελευθεριών, περνούν από την ανθρώπινη ψυχή σαν οδοστρωτήρας. Την αναγκάζουν στον ζυγό της υπακοής αν ανήκει στους πολλούς, και την λυγίζουν ώστε να αποδεχθεί την νομιμοποίηση αποκλειστικών προνομίων για την αυτόκλητη εξουσία στην οποία δεν ανήκει. Οι πάλαι ποτέ φωτεινοί θεσμοί της τάξης και του νόμου, του κράτους και της θρησκείας, ενώ κάνουν επίκληση του “όλα στο φως” και της διαφάνειας, οδηγούν στο σκοτάδι, εκεί όπου καταφεύγουν οι παράνομοι και όσοι αναζητούν το Επικούρειο “λάθρα βιώσαι”. Το κυνήγι του φωτός, τις πρόσφατες εκατονταετηρίδες, η περιφρόνηση και η καταδίκη της ανθρώπινης και συμπαντικής νύχτας, κάνουν πιο επίζηλη την επιδίωξή της.

“Οπως έδειξε η πανδημία, η συνείδηση γέρνει προς μια στάση αμυντική”, επισημαίνει ο φιλόσοφος Γιούργεν Χάμπερμας. Η υγειονομική κρίση στέρησε από τα παιδιά και τους νέους το πρώτο μέρος από το σύνηθες ψυχολογικό τρίπτυχο: Ανεμελιά-Υπευθυνότητα-Κατάθλιψη, προβάλλοντας ως εναλλακτική τον “ευτυχισμένο Σίσυφο” του Καμύ.

Το περίφημο “Ζωή, Ελευθερία και επιδίωξη της Ευτυχίας” της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, μετατρέπεται σε μια ανοχή της ζωής, ως μιας “πόρνης Βαβυλώνος” ή ενός αναπόφευκτου πουργκατόριου. Μετά από το τέλος της Μπολσεβικικής επανάστασης, η μετακαπιταλιστική ζωή του “ευτυχισμένου Σίσυφου” γίνεται αποδεκτή με την ίδια ευκολία που ο άνθρωπος αποδέχθηκε την “δια βίου μάθηση”, δηλαδή την διαρκή κατάσταση μαθητείας, δηλαδή κατάπνιξης της ανεξαρτησίας και της πρωτοβουλίας. Προπαγανδίζεται με τον τρόπο αυτό μια ζωή χωρίς εποχές, σε κάποιο φαντασιακό νησί Λωτοφάγων, όπου οι κάτοικοι θα παραμένουν “μαθητές” καθοδηγούμενοι και επιτιμούμενοι από “καθηγητές”, χωρίς να γίνονται ποτέ πολίτες.

Κι όμωας. Ενα μέρος της αβεβαιότητας και της διαίσθησης, μόλις εκφραστεί με σιγουριά, μπορεί να μας εξυπηρετήσει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Αν πρέπει να είμαστε σε κάτι μαθητές, είναι στην ιερότητα της ζωής, το δώρο της οποίας είναι θεόσταλτο και γι’ αυτό δεν ανήκει σε καμιά εξουσία. Αν πρέπει να είμαστε μαθητές είναι στην επανιεροποίηση της ζωής μας, στον σεβασμό των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών του Θείου και της ψυχής μας.

Αν πρέπει να είμαστε μαθητές, ας είμαστε στους περίεργους, στους τολμηρούς, στους φιλόδοξους, στους κουρασμένους από γνώσεις και πεινασμένους για ζωή, στους χορτάτους από ζωή και διψασμένους για γνώση, στους πρωτοπόρους, στους αισιόδοξους, στους ανήσυχους. Ας αφήσουμε για λίγο τα ηνία του Τώρα για να κρατήσουμε καλύτερα τα ηνία ενός λαμπερού μέλλοντος, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες.

Ανυπομονώ να ξεκινήσει η νέα ημερολογιακή περιοδεία, με μια λαμπερή σφαίρα με ασημόχρυσο ισημερινό.

Σας εύχομαι μια χρονιά γεμάτη με γλυκές, γόνιμες, συνδεδεμένες με αγάπη, και συναρπαστικές σκέψεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Χριστούγεννα-Το σκοτάδι πριν από το Φως.

Τα Χριστούγεννα είναι ο διθύραμβος μιας άγριας μάχης. Ανθρωπος και Φύση αναμετριούνται με το πάθος εραστών, κι από την μάχη τους ζητούν να στεφανώσουν και να στεφανωθούν το Θείο. Τίποτε γλυκερό δεν χαλάει το μεγαλείο τούτης της μάχης. Με την άνευ οδυνών γέννα του Θεανθρώπου και την εναπόθεσή του στην φάτνη των ζώων, ευλογούνται οι γέννες των ανθρώπων, λασπωμένες, αιματηρές, με κραυγές και όρκους, η μάχη που δίνει η ζωή να βγει στο φως.

Ολες οι γιορτές των ανθρώπων τιμούν αυτή την μάχη, κι όλοι οι θεοί την καθαγιάζουν. Ευλογούν τους σπόρους τον Νοέμβριο όπως ευλογούν τους καρπούς τον Αύγουστο. Περιφέρουν τον Μεγάλο Νεκρό την Ανοιξη και σπάνε το κόκκινο αυγό την Λαμπρή.

Τα Χριστούγεννα είναι ο θρίαμβος της παλλόμενης, ζεστής ζωής στην καρδιά του παγωμένου χειμώνα, όπως η Ανάσταση είναι η νίκη της ψυχής που φτερουγίζει ελέυθερη και αναγεννημένη την άνοιξη. Η Ανάσταση αναφέρεται στο υπερβατικό, σε αυτό που μπορεί ή δεν μπορεί ο νους του σύγχρονου ανθρώπου να πιστέψει, αλλά στην αρχαιότητα οι άνθρωποι δεν είχαν δυσκολία να προσεγγίσουν, είτε στις λαϊκές ιεροπραξίες τους είτε στην φιλοσοφία.

Δαιμόνια και καλλικάτζαροι παλεύουν να τραβήξουν τον άνθρωπο στην άβυσσο, εκεί όπου οι σκιές μεγαλώνουν, η φαντασία κατασκευάζει ή ξεχωρίζει τέρατα, και η ψυχή αναστατώνεται από τον τρόμο. Εκεί οι δυνατές καρδιές και οι ρωμαλαίοι σπόροι δυναμώνουν και παίρνουν τον δρόμο για τα Επάνω. Σαν φθάσουν στο φως, δεν ξεχνούν τους δαίμονές τους, δεν τους περιφρονούν υπεροπτικά, γιατί πάντοτε παραμονεύουν για να τους θυμίζουν την χωμάτινη σάρκα τους, αλλά τους ελέγχουν, μαθαίνουν στα παιδιά τους πώς να προστατεύονται από αυτούς, προφυλάσσουν τα σπίτια τους και το βιος τους, κατανοούν και γιορτάζουν την νίκη, αυτοί, μέσα από εκατομμύρια άλλους σπόρους, να είναι οι διαλεχτοί της Μοίρας για το πέρασμα στο Φως.

Κάποιοι μωροί και δυσοίωνοι, ισχυρίζονται πως εκείνοι ήσαν άλλοι άνθρωποι, παλιοί. Δικαιολογίες για να καλύψουν την δική τους ισχνή θέληση, την νωθρότητα, την τεμπελιά, την υποταγή. Ανθρωποι είναι αυτοί που κοιτούν προς τα πάνω, όπως οι σπόροι σηκώνουν κεφάλι, ξετσουμίζουν, δίνουν μάχη με τα τρυφερά πράσινα κλαδιά τους, και μέσα από την γη, πασαλειμένοι χώμα όπως οι άνθρωποι πασαλίβονται αίμα, βρίσκουν το φως.

Ο Δημιουργός, Αυτός που έφτιαξε τον κόσμο Του απόλυτο αγαθό, αληθινό κι ωραίο, έδειξε στον άνθρωπο πώς να είναι ευτυχισμένος. Επέλεξε γι’ αυτό δυο ομάδες ανθρώπων που μπορούν να αντιληφθούν την Αλήθεια και την Φύση Του: τους βοσκούς και τους μάγους. Οπως τότε, έτσι και τώρα, οι άνθρωποι της Φύσης οι οποίοι την προσεγίζουν και την τιμούν βιωματικά, είναι αυτοί οι οποίοι αντέχουν να κρατούν ανοιχτό τον νου και την καρδιά τους στον Θεό.

Αυτές οι παιδικές ψυχές, οι οποίες αγκαλιάζουν το ακατανόητο χωρίς να ζητούν να το κατεβάσουν στα μέτρα τους, μα το τιμούν και το υπηρετούν φυλάσσοντάς το, εργαζόμενοι για την επιβίωση και την σωτηρία του, είναι αυτοί οι οποίοι σώζονται.

Είναι αυτοί οι σοφοί οι οποίοι καβάλα σε γαϊδουράκι ή σε καμήλες, αψηφούν τους απογραφείς και τους βασιλείς. Αυτοί που ξεγελούν τους εξουσιαστές που προσπαθούν να τους ξεγελάσουν, πως τάχα κι αυτοί το “παιδίον νέον” επιθυμούν να προσκυνήσουν, και παίρνουν άλλους δρόμους,  επειδή πίστεψαν “κατ᾿όναρ μη ανακάμψαι προς Ηρῴδην”, αλλά “δι᾿άλλης οδού ανεχώρησαν”. Αραβες, Πέρσες, Ινδοί, σοφοί ιερείς που πιστεύουν τους αγγέλους όταν τους γνέφουν πως το αδύνατο είναι δυνατό, πως η στέρφα και η παρθένος θα γεννήσουν. Κι ακόμη, αυτοί που προστατεύουν και μνηστεύονται τις αλαφροϊσκιωτες ψυχές, εκείνες που ακούν τους αγγέλους, όταν τους ανακοινώνουν τον προορισμό τους, κι αναφωνούν το “γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου”.

Είναι κι οι ποιητές που εύχονται “Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο…την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι”. Είναι οι μακάριοι ειρηνοποιοί οι οποίοι σε έναν κόσμο που επιλέγει συνειδητά την πτώση, επιμένουν με αδιατατάραχτη πίστη να ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία”.

Σε όλους μας δίνεται η ευκαιρία να διαλέξουμε ποιοι θα είμαστε στην μάχη της Ζωής, ώστε να αξιωθούμε να αντικρύσουμε τον Ηλιο της Δικαιοσύνης την μέρα της ανεσπέρου βασιλείας του. Αμποτε.

Καλά Χριστούγεννα!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Φως στον χειμώνα

H ζωγραφιά είναι της Carton Ellis.

So the shortest day came, and the year died,

And everywhere down the centuries of the snow-white world

Came people singing, dancing,

To drive the dark away.

They lighted candles in the winter trees;

They hung their homes with evergreen,

They burned beseeching fires all night long

To keep the year alive.

And when the new year’s sunshine blazed awake

They shouted, revelling.

Through all the frosty ages you can hear them

Echoing, behind us — listen!

All the long echoes sing the same delight

This shortest day

As promise wakens in the sleeping land.

They carol, feast, give thanks,

And dearly love their friends, and hope for peace.

And so do we, here, now,

This year, and every year.

Welcome Yule!

-Susan Cooper: The Shortest Day (1974)

Υγεία-Χαρά-Ελευθερία

Το θάρρος και η αλήθεια

“Θα έρθουν εποχές στη ζωή σας που θα χρειαστεί να δώσετε ό,τι έχετε, προκειμένου να αντιμετωπίσετε αυτό που βρίσκεται μπροστά σας, αντί να κρύβεστε από μια αλήθεια τόσο τρομερή που το μόνο χειρότερο είναι το ψέμμα με το οποίο επιθμείτε να την αντικαταστήσετε”.

“Είμαστε όλοι πιο υπεύθυνοι για την κατάσταση του κόσμου από όσο πιστεύουμε ή θα αισθανόμασταν άνετα να πιστέψουμε.

Χωρίς την επισταμένη προσοχή μας, ο ίδιος ο πολιτισμός κλίνει προς τη διαφθορά. Η τυραννία μεγαλώνει αργά και μας ζητά να υποχωρήσουμε με σχετικά μικροσκοπικά βήματα.

Αλλά κάθε υποχώρηση αυξάνει την πιθανότητα της επόμενης υποχώρησης. Κάθε προδοσία συνείδησης, κάθε πράξη σιωπής (παρά τη δυσαρέσκεια που νιώθουμε όταν φιμωνόμαστε) και κάθε εξορθολογισμός, αποδυναμώνει την αντίσταση και αυξάνει την πιθανότητα της επόμενης περιοριστικής κίνησης προς τα εμπρός. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν εκείνοι που σπρώχνουν προς τα εμπρός χαίρονται με τη δύναμη που έχουν τώρα αποκτήσει—και τέτοιοι άνθρωποι βρίσκονται πάντα.

Καλύτερα να στέκεστε εμπρός, σε εγρήγορση, όταν το κόστος είναι σχετικά χαμηλό — και, ίσως, όταν οι πιθανές ανταμοιβές δεν έχουν ακόμη εκλείψει. Καλύτερα να στέκεστε εμπρός, προτού διακυβευτεί ανεπανόρθωτα η ικανότητα να το πράξετε.

Δυστυχώς, οι άνθρωποι συχνά ενεργούν παρά τη συνείδησή τους –ακόμα κι αν το γνωρίζουν– και η κόλαση έχει την τάση να φθάνει βήμα-βήμα, προδοσία την προδοσία. Και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι είναι σπάνιο για τους ανθρώπους να αντισταθούν σε αυτό που γνωρίζουν ότι είναι λάθος, ακόμη και όταν οι συνέπειες για κάτι τέτοιο είναι σχετικά μικρές. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να σκεφτείτε βαθιά, εάν σας ενδιαφέρει να κάνετε μια ηθική και προσεκτική ζωή: εάν δεν αντιλέγετε όταν οι παραβάσεις κατά της συνείδησής σας είναι ασήμαντες, γιατί να υποθέσετε ότι δεν θα συμμετάσχετε ηθελημένα όταν οι παραβιάσεις ξεφύγουν πραγματικά;”

~Jordan B. Peterson, Beyond Order: 12 More Rules For Life

Νικολοβάρβαρα

“Κάποια μέρα θα είσαι αρκετά μεγάλος, ώστε να αρχίσεις πάλι να διαβάζεις παραμύθια”.

-Κλάιβ Στέιπλς Λιούις (1898-1963)

Η γιαγιά μου ήταν θυμόσοφος. Στην γενιά της, και στις γενιές πριν από αυτήν, οι άνθρωποι πίστευαν σε αυτά που πίστευαν οι προηγούμενοί τους. Πρόσθεταν ή παράλλαζαν, αλλά κατά βάσιν δεν πείραζαν την μαγιά. Δεν έκανε να την “χαλάσουν”. Δεν το είχαν “σε καλό”. Περπατούσαν έτσι στα αχνάρια των περασμένων, με την εμπιστοσύνη και την βεβαιότητα της εμπειρίας όσων προηγήθηκαν, εκείνων που τους έφεραν με επιτυχία στην τωρινή μορφή της επιβίωσης. Ποια απόδειξη τρανότερη του σωστού τους τρόπου από το να ζεις και να πλάθεις όσο καλύτερα μπορείς το ψωμί της ζωής σου;

Γυναίκες σαν την γιαγιά μου, ευφυείς και δυναμικές περισσότερο κι από ό,τι επέτρεπαν οι καιροί τους, δεν πίστευαν ούτε έπρατταν επειδή έτσι έλεγαν οι Εντολές, παρότι σέβονταν την λογική τους, ούτε μόνο από τον φόβο για την κριτική της μικρής γύρω τους κοινωνίας. Πίστευαν επειδή όσα είδαν ήσαν δοκιμασμένα στον χρόνο, γιατί έρχονταν από τον χρόνο και επιβίωναν πέρα από τους φραγμούς και την φθορά του. Ηξεραν πως, σαν την ατμομηχανή στην αξιόπιστη αμαξοστοιχία της γενιάς τους, θα τους οδηγούσε ως τον δικό τους σταθμό, από όπου οι επόμενοι θα αναλάμβαναν να δώσουν στους δικούς τους επόμενους, τα αποτελέσματα της δικής τους εμπειρίας στον χρόνο.

Ετσι η γιαγιά μου ήξερε να βλέπει τον καιρό αλλά και τις σκέψεις των ανθρώπων, να σιωπά και να διαλέγει πότε αξίζει να πολεμάς και με ποιον, να απογοητεύεται και να αναθαρρεύει, να μετανιώνει, να διορθώνει, και να συμβουλεύει πως “Θαρσεῖν χρή, φίλε Βάττε· τάχ᾽ αὔριον ἔσσετ᾽ ἄμεινον ἐλπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δὲ θανόντες· χὡ Ζεὺς ἄλλοκα μὲν πέλει αἴθριος, ἄλλοκα δ᾽ὕει”. (Θάρρος πρέπει να ‘χεις, φίλε Βάττε, σύντομα καλύτερα το αύριο θα είναι· οι ελπίδες για τους ζωντανούς,ανέλπιστοι μόνο οι πεθαμένοι· και ο Δίας άλλοτε λιάζει, άλλοτε βρέχει”, Θεοκρίτου Ειδύλλια, 4.41-4.43, μετ. Ιωάννη Πολέμη).

Και κυρίως να διδάσκει βασισμένη στην δική της εμπειρία, με την ελπίδα πως η κόρη της δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην, κι η δική της κόρη πως δεν θα κάνει τα ίδια σφάλματα με κείνην. Κι ίσως έτσι, με ολοένα λιγότερα σφάλματα, οι γενιές να γιατρεύονται από τα προπατορικά αμαρτήματα, κι η Χάρη του Θεού να βρίσκει πιο υγειές το άνθος του άνω θρώσκοντος είδους.

Πότε ακριβώς οι ανθρώπινες κοινωνίες σταμάτησαν να έχουν εμπιστοσύνη στην εμπειρία των δικών τους ανθρώπων και να αναζητούν απαντήσεις στα λόγια και στα γραφτά ανθρώπων που δεν γωρίζουν, επομένως δεν έχουν τρόπο να διαπιστώσουν την αξιοπιστία τους, δεν το ξέρουμε ακριβώς. Μια ελληνικής καταγωγής φιλόσοφος του περασμένου αιώνα, που ταξίδεψε ως τις Ινδίες αναζητώντας την γνώση, γράφει πως η πορεία του ανθρώπου ανακόπηκε από τότε που άρχισε να γράφει αντί να διηγείται. Σκέφτομαι πως έχει δίκιο. Πως οι Ομηρίδες έστεκαν στις αυλές των βασιλιάδων και στα χοροστάσια των χωρικών κι έλεγαν τις περιπέτειες των προγόνων τους, κι όλοι, θεοί και θνητοί είχαν τον τρόπο να ελέγξουν την αλήθεια του ραψωδού. Πως ο κόσμος που έφτιαξαν εκείνοι που δεν κρατούσαν κιτάπια έσφιζε από ζωή και δύναμη. Πως οι άνθρωποι που δεν πατούσαν κουμπιά για να πουν με προεπιλεγμένα σχήματα τι τους αρέσει, τι τους λυπεί και τι τους θυμώνει, μα τραγουδούσαν τις χαρές, τις έγνοιες και τις λύπες τους, όχι μόνο όταν είχαν γιορτή μα κι όταν εργάζονταν, ζούσαν πιο ελεύθεροι και πιο υψηλόφρονες. Πως έκαναν πιο μεγάλα πράγματα με την ζωή τους, όταν η ζωή τους δεν ήταν χαραγμένη λέξη-λέξη σε πέτρες, και πως, κι αυτές ακόμα τις πέτρες τις έσπαζαν και τις γκρέμιζαν άμα έπαυαν να τους κάνουν.

Τώρα όμως που τα “πρέπει” είναι γραμμένα σε χαρτί που σχίζεται και καίγεται, κι ακόμα πιο πολύ τώρα που τα “πρέπει” πληθαίνουν γραμμένα σε άυλα “σύννεφα”, που διαγράφονται και χάνονται αν σταματήσει η ροή των ηλεκτρονίων που τα παρέχωσε σε κάποια βάση δεδομένων, οι άνθρωποι είναι πιο πειθίνιοι, εθελόδουλοι, εξωτερικά παντοδύναμοι κι από μέσα τους ασθενικοί.

Αυτές τις μέρες η γιαγιά μου τις έλεγε Νικολοβάρβαρα, από τις γιορτές της Αγίας Βαρβάρας στις 4 και του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Ελεγε πως “τ’ Αγιου Αντρέα αντρειεύει το κρύο” και πως τούτες οι μέρες είναι οι πιο επικίνδυνες για καιρό. Οι παλιοί είχαν τον τρόπο τους με τις λέξεις, ήξεραν τι σημαίνουν, ήσαν δικές τους κι ας μην ήξεραν να τις γράφουν, κι ας έβαζαν έναν σταυρό για υπογραφή, και σάμπως τα κείμενά τους να ήσαν πιο ευλογημένα από τα δικά μας. Εκείνοι έβγαζαν τα παιδιά τους Νίκη κι Ελευθερία όταν είχαν πόλεμο, έδιναν το ονόμα των πεθαμένων στους ζωντανούς για να μην χαθεί, νικώντας τον θάνατο κι ανασταίνοντας στα χείλη των επόμενων την ύπαρξη των προηγούμενων. Μόνο τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν οι άνθρωποι να μην δίνουν στα παιδιά τους ονόματα παππούδων και γιαγιάδων, χαμένων αδελφών και θείων, για να μην τσακώνονται, λέει, οι συμπέθεροι. Σκέφοτνται πως η απάντηση είναι να σβήσουν το όνομα, ενώ η απάντηση είναι να κάνουν πιο πολλά παιδιά, ώστε να χωρέσουν όλοι οι συγγενείς, οι πεθαμένοι που περιμένουν να αναστηθούν, και οι ζωντανοί που θέλουν να ελπίσουν πως σαν πεθάνουν δεν θα ξεχαστούν, μα θα ζουν καθώς θα καλούν το απομεσήμερο το όνομά τους για παιχνίδι και σκανταλιές, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους: “Πιάσε την μπάλα, Ηλία! Τράβηξε γρήγορα κουπί, Νίκο! Βάλε λίγο κόκκινο εδώ, Ρηνούλα!”. Κι εκείνοι από κάποιο σύδεντρο στον κήπο του Θεού θα ξαναγίνονται παιδιά, σπρώχνοντας το ξυλίκι και τα πατίνια και κάνοντας σκανταλιές και πάλι.

Η μνήμη του σώματος είναι σαν την μνήμη του πνεύματος. Θυμάται μυρωδιές, τριαντάφυλλα και σχίνα, θυμάται γεύσεις και θυμάται πρόσωπα και γλέντια, αναθυμάται ένα ηπειρώτικο μοιρολόι και τα στήθη του πλυμμυρίζουν βουνίσιο αέρα, πιάνει την άμμο και θυμάται καλοκαίρια, κοιτάζει το παιδί και θυμάται τον γονιό, τον πάππο, τον θείο.

Σήμερα, μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγαλώνει τούτη την ώρα που μιλάμε, χωρίς αισθήσεις. Δεν αγγίζεται, δεν φιλιέται και δεν μυρίζεται σαν όλα τα ζωντανά της πλάσης. Οι γεύσεις είναι όλες ίδιες από την ζάχαρη, οι ήχοι μονότονοι, το μαύρο ρουφάει τα χρώματα, τα σώματα, αν επιτρεπόταν να τα μυρίσεις, θα μύριζαν τις ίδιες κολώνιες που διαφημίζουν οι τηλεοράσεις. Μια ολόκληρη γενιά, ανάπηρη από αγκαλιές, μυρωδιές, φωνές και χρώματα.

“Χθες πήραμε ένα μικρό στολιδάκι, για το καλό”. “Είδα αυτό και σε θυμήθηκα”. “Εφτιαξα κουραμπιέδες, έγιναν νόστιμοι όπως τους έκανε η μάνα μου”. Μεγάλο πράγμα το καλό, μεγάλο πράγμα το “σε θυμήθηκα”. Κάτι μένει, τελικά, από τα λόγια μας, το παράδειγμά μας, το πέρασμά μας. Σε θυμήθηκα. Πήρα ό,τι κατάφερα από όσα μου έδωσες, μην στενοχωριέσαι, τόχω!

Γράφει ο Μωρίς Μπαρές που πέθανε τέτοιες μέρες, 4 Δεκεμβρίου του 1923, “Η ψυχή που κατοικεί σήμερα μέσα μου, είναι φτιαγμένη από ψίγματα που επέζησαν εκατομμυρίων νεκρών” (Ενας ελεύθερος άνθρωπος, 1889). Το ίδιο, κάπως αλλιώς γράφει ο Παλαμάς στην Ουρανία “Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας, αθέλητα κρυμμένη“. Θαρρώ πως της αρέσει της ψυχής να βρίσκεται μέσα μας και να μας ψιθυρίζει ονόματα, τραγούδια, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, βροχές, χιόνια και ήχους.

ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

(Κατά Ιωάννην, 1,4-1,5)

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ