Οι τάφοι του Θεού

Διάσπαρτα στην Γαλλική, Βελγική και Γερμανική επαρχία, σε πόλεις και χωριά, βρίσκονται μνημεία που διηγούνται, δεκάδες χρόνια μετά την ανέγερσή τους, την ιστορία της ηπείρου μας. Μεγάλη η σοφία των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να διαβάσεις τόμους βιβλίων για να μάθεις ποιος είσαι και πού πας. Ψηλαφώντας τα μνημεία μαθαίνεις όσα χρειάζεται να διδαχθείς. Ενας σταυρός, ένα εικονοστάσι με υφασμάτινα λουλούδια, ένας οβελίσκος για τα θύματα της πανώλης, και νεκροταφεία. Αλλα ολόλευκα, περιποιημένα, σημάδι κοινωνίας των ζωντανών με τους πεθαμένους. Σε κάποια σε ρωτούν ποιον τάφο ψάχνεις. Ανοίγουν κυτάπια και σου δίνουν όνομα και διεύθυνση σαν να πηγαίνεις επίσκεψη σε ονομαστική γορτή: κύριος και κυρία τάδε, διάδρομος δείνα, τάφος νούμερο Χ στα δεξιά σας.

Αγγελοι με ξέπλεκα μαλλιά απλώνουν το χέρι τους θρηνώντας. Δεν φύλαξαν καλά τον προσταυόμενό τους κι απέθανε, τι θλίψη! Αλλα μνημούρια χάσκουν σαν στόματα ορθάνοιχτα, λαίμαργα, που ανυπομονούν να υποδεχθούν την σάρκα και τα οστά που θα γίνουν το φρέσκο λίπασμα της πόλης.

Κάποιοι τάφοι είναι δωμάτια ευκατάστατων εμπόρων και βιομηχάνων σαν οι χοροεσπερίδες στα πέτρινα, με μεράκι διακοσμημένα, φωτισμένα μέγαρά τους να συνεχίζονται από την άλλη μεριά του πέπλου. Αν ανοίξεις την πόρτα θαρρείς πως θα κατεβείς μιαν κρύα μαρμάρινη σκάλα που στην άκρη της φεγγίζουν κεριά από πολυελαίους κι ακούγονται νότες από κάποιο ατελείωτο βαλς.

Κάποιοι επιπλέον των ονομάτων και των ημερομηνιών, έχουν και φωτογραφίες βαλμένες σε μεταλλικές οβάλ κορνίζες, σαν σε μπουντουάρ φιλάρεσκης κυρίας. Εκεί ένα εννιάχρονο κορίτσι με μακριές κοτσίδες που το ξεθώριασε η βροχή, πιο δίπλα μια εικοσάχρονη κοπέλα με ψηλό στητό γιακά. Ενας γέροντας γύρω στα εξήντα, με μακριά άσπρα γένια, κοιτά ερευνητικά τον φακό πριν το φλας σβήσει για πάντα. Ενας άλλος είχε κάνει το Γκραν Τουρ της Ευρώπης, πέρασε από την Πόλη, το Κάιρο, την Δαμασκό. Φωτογραφήθηκε με φέσι. Ενα αρνάκι πιο βαρύ, ένας ντόπιος νεαρός πιο αψύς, πέθανε στα ξένα. Τον έφεραν να τον θάψουν σαν μπουόν κριστιάνο κι έβαλαν στον τάφο την φωτογραφία με το φέσι.

Σε άλλους φαίνονται μόνο μερικές λέξεις σκαλισμένες πάνω στην πέτρα, μερικοί στίχοι από κάποιο ποίημα ή τραγούδι, ένας κώδικας ανάμεσα σε αγαπημένους συζύγους και αδέλφια, τόσο μυστικός που ο χρόνος έκρυψε από τους αδιάκριτους τις γραμμές του.

Κάποιοι το βλέπεις πως ήσαν στρατιώτες στον Μεγάλο Πόλεμο. Νεαρά αγόρια που άφησαν την ανάσα τους σε ξένο ουρανό. Θυμάμαι έναν τάφο ψηλά στις Αρδέννες. Ηταν εθελοντής, volontaire. Τα μάτια του σπιθίριζαν κάτω από το καπέλο του, με το αψύ χαμόγελο της νιότης. Θα γυρνούσε νικητής να κάνει δικό του το κορίτσι με τα ρόδινα μάγουλα. Μα τον έκανε δικό της η γη.

Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι

γράφει ο ποιητής.

Γι’ αυτόν σκεφτόμουν να γράψω και θυμήθηκα κι όλους τους άλλους. Στις 11 Νοεμβρίου 1918, “την ενδέκατη ώρα, της ενδέκατης μέρας, του ενδέκατου μήνα”, η αγία εκεχειρία στον πιο βάναυσο, πιο άγριο πόλεμο που γνώρισε ως τότε ο πολιτισμένος κόσμος. Η μετάβαση στον θρίαμβο της τεχνολογίας, το λάκτισμα του νέου πολιτισμού.


Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Πόσα νέα κορμιά σαπισμένα, σφαγμένα, κουτσουρεμένα σε έναν Ευρωπαϊκό εμφύλιο για τα χατίρια των πολιτικών, των τραπεζιτών, των βιομηχάνων, των ιδεολόγων, των θνητών που παριστάνουν τους θεούς σε μπαλ μασκέ;

Τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;

Μερικοί τάφοι είναι καλυμμένοι από λειχήνες και κισσούς. Χάθηκαν οι γενιές, ξεθύμανε ο πόνος του αποχωρισμού, κιτρίνισαν οι αναμνήσεις, τις πήραν η βροχή κι ο ήλιος, κι έπεσαν απάνω τους με ζέση σαν άλλοι άγγελοι να παρηγορούν τα ανθρώπινα περαστικά πουλιά. Αυτοί είναι οι τάφοι του Θεού. Γιατί οι θνητοί μπορεί να ξεχνιούνται και να ξεχνούν, τις πέτρες να τις λειαίνει το νερό και τις καρδιές να τις μπαλώνει ο Χρόνος, όμως για την Φύση η σάρκα και τα οστά των ανθρώπων θα είναι πάντοτε πολύτιμα. Λίπασμα για να ξεπηδήσουν οι νέοι άνθρωποι που θαρθούν .