Θαρσείτε


Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε˙ αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον” (Ιωάν. ις, 33)

“Μπορεί να μην αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν θα μας αλλάξει”. -Ζαν Μαμπίρ

Με τι ταραχή περνά ο λαός μας και φέτος τις μέρες τις αναστάσιμες! Πόσο, στην αρχή με μικρές ξυραφιές και πλέον με τσεκούρια κόβουν την χαρά των ανθρώπων, την συναναστροφή, την μυστηριακή θρησκευτική συναύρεση, το κοινό Ποτήριο. Η θλίψη είναι μέρος της ανθρώπινης ζωής, από τότε που απέκτησε συναίσθηση της διαφοράς του καλού από το κακό, κι άφησε πίσω του τον ανέμελο παράδεισο της μακάριας άγνοιας.

Αυτό που αλλάζει στις μέρες αυτές τις θλιβερές, είναι πως δεν είναι οι λίγοι που αποκόβονται από την Ρίζα, όπως συνέβαινε παλιότερα, μα πως επιχειείται βίαια να αποκοπούν οι πολλοί. Δεν είναι οι ασθενείς που εξορίζονται στην Σπιναλόγκα, αλλά οι υγιείς που συμπεριφέρονται ως ασθενείς, σωματοποιώντας την ψυχική υποβολή.

Λίγα χρόνια πριν και α;πό την αρχή της, η κοινωνία, στηριγμένη στον κορμό της κοινής θρησκευτικής ταυτότητας, και αντλώντας από την ρίζα της κοινής εθνικής καταγωγής, είχε την διάκριση να ονοματίσει το ξένο σώμα πριν αναπτυχθεί τόσο ώστε να την απειλήσει. Η συναίσθηση πως η μοίρα του συνόλου είναι κοινή, ενίσχυε την αλληλεγγύη. Η τωρινή θλίψη ταράζει τις ψυχές όσων έχουν χάσει την επικοινωνία με την ρίζα και κρέμονται από τον κορμό μαραμένοι.

Πώς λοιπόν να νικήσουμε τον κόσμο; Η άρνηση του κόσμου είναι η υπέρτατη ύβρις προς Τον Δημιουργό του. Οι μοναχοί που απαρνούνται τα εγκόσμια, αναπλάθουν τον πρωτόπλαστο κόσμο. Οι κήποι και οι κρήνες που σε υποδέχονται στο μοναστήρι, τα αμπέλια, τα ζώα, οι ύμνοι, η κοινή τράπεζα, είναι η υπενθύμιση πως αυτή είναι η Δημιουργία που σου κληρονομήθηκε, μέσα στην οποία θα αξιοποιήσεις τα τάλαντα με τα οποία σε προίκισε ο Δημιουργός σου. Κοίτα, τώρα, ποιο σου δώθηκε να αναπαράξεις και με τι το αντικατέστησες. Την τάξη με χάος, την ομορφιά με ασχήμια, την χαρά με θλίψη. Θλίψη, λοιπόν, θερίζεις.

Ο Κακός, ο δάσκαλος του ψεύδους και του μίσους, εύκολα σε πείθει πως όλα είναι χαμένα. Πως τίποτε δεν γίνεται. Παντού μαυρίλα. Ακόμα και άνθρωποι του Θεού πλανώνται και νομίζουν πως κατέχουν την αλήθεια, σπείροντας τον σπόρο της απελπισίας, αυτό δηλαδή που θέλει ο Κακός για να στεριώσει την εξουσία του, και κηρύσσουν πως η απάθεια για τα κοινά και το εγωιστικό κλείσιμο στην επιδίωξη της σωτηρίας σου είναι η λύση. Αν ο καθένας αγίαζε, βέβαια θα ζούσαμε σε κόσμο αγίων. Μα αυτή η ψευδαίσθηση αγιότητας είναι απάτη του Κακού.

Γράφει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος:

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_S73R9891

“Σε κάθε εποχή, κράζει στους δικούς Του ο Κύριος- μη φοβήσθε! Καθώς στους μαθητές κατά την ώρα της καταιγίδας, έτσι και σε κάθε βαπτισμένη ψυχή και σε κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο κράζει: μη φοβήσαι! Όταν οι πιστοί δειλιάσουν από τη δύναμη των ανθρώπων, Εκείνος πάλι, όπως άλλοτε στους Αποστόλους, εμφανίζεται και λέει: μην τους φοβήσθε! «Μη φοβηθείτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Μτ. 10, 28).

Όταν οι πιστοί λυγίσουν από το φόβο μπροστά στα φοβερά φαινόμενα της δυνάμεως του Θεού του Σινά, τότε Εκείνος, ο Ανίκητος Στρατηγός, αντιλαμβάνεται του στρατού Του και τον ενθαρρύνει: «εγέρθητε και μη φοβήσθε!» (Μτ. 17, 6). Όταν ενσκήψουν όλες οι προφητευμένες φρικαλεότητες στον άθεο αυτό κόσμο και η γη θα συνταράσσεται από τους πολέμους, προβλέποντάς τα όλα Εκείνος, ενθαρρύνει τους στρατιώτες Του λέγοντας ΟΡΑΤΕ ΜΗ ΘΡΟΕΙΣΘΕ! (Μτ. 24,6)

Και όταν ο κόσμος όλος εξεγερθεί εναντίον της Εκκλησίας Του, Εκείνος λέει «αλλά θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμο » (Ιω 16,33)

Λίγες ημέρες πριν από την Λαμπρή, η ανάσταση του Λαζάρου, του καρδιακού φίλου του γλυκύ Χριστού, του διαλεχτού θεανθρώπου, του θεού δημιουργού της τάξεως μέσα στο χάος των εκατόγχειρων τεράτων, Jesus / Zeus, χτυπά τα κουδούνια των βοσκών και τους καλεί στα ψηλά βουνά της ελευθερίας, εκεί όπου πάππου προς πάππον νικάται το χάος του πεδινού ισοπεδωμένου υποχωρούντος κόσμου.

Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας,
Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας.
Εβγάτε παρακαλούμε, για να σας διηγηθούμε,
για να μάθετε τί εγένη, σήμερα στην Παλαιστίνη.
Σήμερον έρχεται ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός.
Εν τη πόλει Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία.
Λάζαρον τον αδερφό τους τον γλυκύ και καρδιακό τους,
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον μοιρολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη, κίνησε ο Χριστός για να ‘ρθει.
Και εβγήκε κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία.
Και εμπρός του γόνυ κλεί, και τους πόδες του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θ᾿ απέθνησκε ο αδερφός μου.
Μα κι εγώ τώρα πιστεύω, και καλότατα εξεύρω,
ότι δύνασ᾿ αν θελήσεις και νεκρούς να αναστήσεις.
Λέγε, πίστευε, Μαρία άγωμεν εις τα μνημεία.
Κείνοι παρευθύς επήγαν και τον τάφο του εδείξαν.
Τον τάφο να μου δείξετε και ‘γώ θε να πηγαίνω.
Τραπέζι να ετοιμάσετε, και ‘γώ τον ανασταίνω.
Επήγαν και του έδειξαν τον τάφο του Λαζάρου.
Τους είπε και εκύλισαν τον λίθο, πούχε απάνου.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει:
Άδη, Τάρταρε και Χάρο. Λάζαρον θα σε τον πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι, Λάζαρος απενεκρώθη, ανεστήθη και σηκώθη.
Λάζαρος σαβανωμένος και με το κηρί ζωσμένος.
Εκεί Μάρθα και Μαρία, εκεί κι όλη η Βηθανία.
Μαθητές και Αποστόλοι τότε ευρεθήκαν όλοι,
δόξα τω Θεό φωνάζουν, και το Λάζαρο εξετάζουν.

“Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν” (Ιωάννης 11:11).

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ