Ενας μύθος για την Εθνεγερσία 1821-2021

Ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής
υποβαστάζουν την Ελλάδα.
Πίνακας του λαϊκού ζωγράφου
Θεόφιλου Κεφαλά-Χατζημιχαήλ (1870-1934),
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Η μακρά εθνική μας ιστορία, δεν είναι γραπτή. Είναι προφορική.

Η γνώση δεν είναι γραπτή.

Η γνώση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Ξεπηδά σαν τη φλόγα από τις μνήμες μας και τις ψυχές μας και μοιράζεται ώσπου να κατακάψει, να καθάρει και να αναγεννήσει.

Με μύθους, με λόγια δηλαδή, και με τραγούδια γράψαμε την ιστορία μας στις Ραψωδίες του Ομήρου και στα Κλέφτικα τραγούδια.

Μετά την πήραν όσοι χολωμένοι και λειψοί δεν μπορούσαν να την γράψουν κι άρχισαν να την αναλύουν, να την γυρίζουν, να την πασπατεύουν, να την ξεψαχνίζουν, να κόβουν όποιο ψαχνό δεν κουράζει τα σαγόνια τους, κι όποιο δεν τους καλοαρέσει να το βάζουν παράμερα.

Αυτά τα “παράμερα”, τα κόκαλα κι οι χόνδροι, είναι η ραχοκοκαλιά και οι μύες της Ιστορίας μας.

Αυτός είναι ο σπόρος της ύπαρξής μας που αναζητά, υπεράνθρωπος και θεϊκός, την ελευθερία, τρυπώντας με το σπαθί του και ξεπηδώντας από το χώμα, από τα αίματα και τα κόκκαλα των προγόνων δηλαδή, και, νικητής πια αληθινός πάνω στο θράσος των αλλεπάλληλων αυτοκρατοριών, ανθρώπινος καθώς είναι, συμπονά το αδύναμο μέρος του αντιπάλου σαν την Ατοσσα στον χορό των Αισχύλειων “Περσών”:

Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια
».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

(Ν.Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1932)

Ησαν εκείνοι “άλλοι άνθρωποι”, άγιοι και ανέγκιχτοι από τα δικά μας λάθη και πάθη;

Οχι, το λένε οι μεταξύ τους έριδες και οι ουρανομήκεις βρισιές τους.

Το λέει ο Καραϊσκάνης κι ο Θανάσης Διάκος που χάνεται για να ζήσει παντοτινά στην αθανασία στις 24 του Απρίλη του 1821:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαθί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω
….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι”.

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

(Δημοτικό τραγούδι)

Το λένε οι αλαφροίσκιωτοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σιορ Διονύση Σολωμού που αναριγά ακούοντας τα κανόνια του Μεσολογγιού:

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
“Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει”.

Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ήβρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα

και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Κι αν δε βλέπουν μάγια κι άνοιξες οι εθελούσια δούλοι, ούτε και τότε έβλεπαν. Χρειάζονται στη νέα σπορά να βγουν νέοι Ξάνθοι και Φιλικοί, κρυφά από το δοβλέτι, χρειάζονται ονειροπόλοi Πρίγκιππες σαν τους Υψηλάντηδες και φοιτητές μελανοχίτωνες, φραντσέζες να πουλούν στις συνάξεις τους φλυτζανάκια με την Ακρόπολη και το Παλαμίδι σαν ταπεράκια σημερινά, για να μαζέψουν φράγκα και να τα κάνουν κανόνια και πυρίτιδα.

Xρειάζονται υπερήλικες σαν τον Γέρο του Μωριά και νέοι νεραϊδόμορφοι σαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Χρειάζονται σαλοί του Θεού, σαν τον Διονύσιο Φιλόσοφο και τον παπα-Γρηγόρη Φλέσσα.

Χρειάζονται εφοπλιστήνες και καπετάνισσες σαν την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Πινότση-Ορλώφ-Γιάννουζα-Μπούμπουλη, την Δέσπω και την Λένω του Μπότση και μάννες Σουλιώτισσες.

Χρειάζονται πολιτικοί με καρδιά λέοντα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια, και βασιλιάδες πρόθυμοι να φορέσουν την φουστανέλα σαν τον Οθωνα του Βίτελσμπαχ και να γίνουν στρατηλάτες σαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για να στέρξει η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων , καθώς λέει ο εθνικός ποιητής, και να φανούν απάνω, εμείς που φθάσαμε ήδη εδώ, να ακούμε τους μύθους των παλιών, ντυμένους στα τραγούδια του λαού μας, λαϊκά και με υπογραφή ποιητών Μαβίληδων, να βαρούμε το χώμα με τα πόδια μας, και να ανασαίνουμε τον ιδρώτα της γης μας. Και οι θεοί ας μας αξιώσουν ο πετριχώρ που θα αναδυθεί να γίνει ιχώρ αθανασίας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.