Ενας μύθος για την Εθνεγερσία 1821-2021

Ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής
υποβαστάζουν την Ελλάδα.
Πίνακας του λαϊκού ζωγράφου
Θεόφιλου Κεφαλά-Χατζημιχαήλ (1870-1934),
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Η μακρά εθνική μας ιστορία, δεν είναι γραπτή. Είναι προφορική.

Η γνώση δεν είναι γραπτή.

Η γνώση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Ξεπηδά σαν τη φλόγα από τις μνήμες μας και τις ψυχές μας και μοιράζεται ώσπου να κατακάψει, να καθάρει και να αναγεννήσει.

Με μύθους, με λόγια δηλαδή, και με τραγούδια γράψαμε την ιστορία μας στις Ραψωδίες του Ομήρου και στα Κλέφτικα τραγούδια.

Μετά την πήραν όσοι χολωμένοι και λειψοί δεν μπορούσαν να την γράψουν κι άρχισαν να την αναλύουν, να την γυρίζουν, να την πασπατεύουν, να την ξεψαχνίζουν, να κόβουν όποιο ψαχνό δεν κουράζει τα σαγόνια τους, κι όποιο δεν τους καλοαρέσει να το βάζουν παράμερα.

Αυτά τα “παράμερα”, τα κόκαλα κι οι χόνδροι, είναι η ραχοκοκαλιά και οι μύες της Ιστορίας μας.

Αυτός είναι ο σπόρος της ύπαρξής μας που αναζητά, υπεράνθρωπος και θεϊκός, την ελευθερία, τρυπώντας με το σπαθί του και ξεπηδώντας από το χώμα, από τα αίματα και τα κόκκαλα των προγόνων δηλαδή, και, νικητής πια αληθινός πάνω στο θράσος των αλλεπάλληλων αυτοκρατοριών, ανθρώπινος καθώς είναι, συμπονά το αδύναμο μέρος του αντιπάλου σαν την Ατοσσα στον χορό των Αισχύλειων “Περσών”:

Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια
».
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

(Ν.Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 1932)

Ησαν εκείνοι “άλλοι άνθρωποι”, άγιοι και ανέγκιχτοι από τα δικά μας λάθη και πάθη;

Οχι, το λένε οι μεταξύ τους έριδες και οι ουρανομήκεις βρισιές τους.

Το λέει ο Καραϊσκάνης κι ο Θανάσης Διάκος που χάνεται για να ζήσει παντοτινά στην αθανασία στις 24 του Απρίλη του 1821:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες,
Πλην το σπαθί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω
….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι”.

Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας,
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

(Δημοτικό τραγούδι)

Το λένε οι αλαφροίσκιωτοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σιορ Διονύση Σολωμού που αναριγά ακούοντας τα κανόνια του Μεσολογγιού:

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει
“Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει”.

Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ήβρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα

και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Κι αν δε βλέπουν μάγια κι άνοιξες οι εθελούσια δούλοι, ούτε και τότε έβλεπαν. Χρειάζονται στη νέα σπορά να βγουν νέοι Ξάνθοι και Φιλικοί, κρυφά από το δοβλέτι, χρειάζονται ονειροπόλοi Πρίγκιππες σαν τους Υψηλάντηδες και φοιτητές μελανοχίτωνες, φραντσέζες να πουλούν στις συνάξεις τους φλυτζανάκια με την Ακρόπολη και το Παλαμίδι σαν ταπεράκια σημερινά, για να μαζέψουν φράγκα και να τα κάνουν κανόνια και πυρίτιδα.

Xρειάζονται υπερήλικες σαν τον Γέρο του Μωριά και νέοι νεραϊδόμορφοι σαν τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Χρειάζονται σαλοί του Θεού, σαν τον Διονύσιο Φιλόσοφο και τον παπα-Γρηγόρη Φλέσσα.

Χρειάζονται εφοπλιστήνες και καπετάνισσες σαν την Μαντώ Μαυρογένους, την Λασκαρίνα Πινότση-Ορλώφ-Γιάννουζα-Μπούμπουλη, την Δέσπω και την Λένω του Μπότση και μάννες Σουλιώτισσες.

Χρειάζονται πολιτικοί με καρδιά λέοντα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια, και βασιλιάδες πρόθυμοι να φορέσουν την φουστανέλα σαν τον Οθωνα του Βίτελσμπαχ και να γίνουν στρατηλάτες σαν τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για να στέρξει η γη μας, γη των άφθαρτων αερικών και ειδώλων , καθώς λέει ο εθνικός ποιητής, και να φανούν απάνω, εμείς που φθάσαμε ήδη εδώ, να ακούμε τους μύθους των παλιών, ντυμένους στα τραγούδια του λαού μας, λαϊκά και με υπογραφή ποιητών Μαβίληδων, να βαρούμε το χώμα με τα πόδια μας, και να ανασαίνουμε τον ιδρώτα της γης μας. Και οι θεοί ας μας αξιώσουν ο πετριχώρ που θα αναδυθεί να γίνει ιχώρ αθανασίας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Άγγελου Σικελιανού: Σόλωνος Απόλογος

O Σόλων
640 – 560 π.Χ.
(Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο Νεαπόλεως)

Καθώς η Πατρίδα μας, η Υφήλιος όλη και ο καθένας μας ξεχωριστά διανύουμε μια εποχή ανακατατάξεων, καταθέτω αυτό το ποίημα του  Άγγελου Σικελιανού, το αγαπημένο από τα μαθητικά μου χρόνια, ως κτήμα όσων αγαπούν την Ελλάδα και αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια και την αριστεία. Το καταθέτω και ως υπενθύμιση πως οι «ωραίοι τρελοί», αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που πολλές φορές τα καταφέρνουν.

«Γιγνώσκω, και μοι φρενός ένδοθεν
άλγεα κείται, πρεσβυτάτην εσορών
γαίαν Ιαονίας καινομένων
»

(Ελεγεία Σόλωνος, εν Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία.ν)

(Ο Σόλων γέροντας, θυμάται τον καιρό όπου υποκρίθη τον τρελλό για να παρορμήση τους Αθηναίους ν’ ανακαταλάβουνε τη Σαλαμίνα, νοσταλγεί την ώρα αυτή, και μονάχος του λέει.)

«Σα βγήκα, κισσοστέφανος,
στη μέση από το δρόμο,
τριγύρα μου, με τρόμο
ζυγώσαν τα παιδιά,

μα ως είδανε π’ ανάδευα
δίχως μιλιά το στόμα,
γιατί τα λόγια ακόμα
μου τάπνιγε η καρδιά,

Ξεθάρρεψαν απάντεχα
κι‘ όλα κρατώντας το ίσο,
με πήρανε από πίσω,
φωνάζοντα: “Ο τρελλός!”

Και με, που ο λόγος κέντριζεν
ετούτος, πιο παρ’ άλλος,
γιατί βαθειά μου ο σάλος
επλήθαινε, θολός.

με τέτοιο τσούρμο γύρα μου
στην Αγορά όταν πήγα
– λες μ’ άγγιξεν η μυίγα-
τραβώντας το σπαθί,

τα ίδια μου στήθη εχτύπησα
και πια δεν είταν ψέμμα,
από τις φλέβες το αίμα
επήδαε να χυθεί…

Κι’ ως είδα πια τριγύρα μου
τη μαζωμένη Αθήνα,
φωνάζω: “η Σαλαμίνα,
μ’ ακούτε, καρτερεί,

κι’ ομπρός να τη γλυτώσουμε
κι’ είνε δικιά μας πάλι,
μικρή παιδιά είν’ η πάλη
μα η νίκη είν’ ιερή!”

Κι’ ως κάποιοι τότ’ εμάντεψαν
τα λόγια τούτα γύρα,
σα ν’ άσπρωξαν μια θύρα,
εκράξαν όλοι “ομπρός”.

Και να, σε λίγο εβάδιζα
ανάμεσα στα πλήθη,
μ’ αιματωμένα στήθη,
προβόδαα, σα γαμπρός.

Κι’ η Σαλαμίνα επάρθηκε
κι’ ο μόχτος μου στεριώθη,
και μώγιναν οι πόθοι
πώβλεπε ο νους θολός,

μα πια, από τότε, μια φωνή
σαν των παιδιών εκείνη,
δεν άκουσα να κλείνει
το μένος μου “ο τρελλός”.

Γύρα, “ο τρελός” σαν έκραζαν,
κι’ ολοένα επροχωρούσα,
τι αληθινά μπορούσα
τρελλός και να γενώ,

απ’ της καρδιάς μου το άδυτο,
το μέγα αν θέλημά μου,
δεν άστραφτε μπροστά μου
ψηλά, ως τον ουρανό!

Μα πια, από τότε τα κοινά
φροντίζοντας ολοένα,
κατόπι από τη γέννα
την πρώτη της καρδιάς,

γνώση στη γνώση εμάζεψα,
και τώρα πια είμ’ απάνω
στο σύνορο το πλάνο,
της ύστερης βραδυάς…

Μα να, σ’ αυτό το σύνορο
που ο νους μου πια την τάξη
κλωτσάει, και θέλει πράξη
και τούτος να γενή,

κι’ ίσως να γίνει δύνονταν
και πάλι αυτό το τάμμα,
αν γύραθέ μου, ω θάμμα
ακούονταν μια φωνή,

σαν των παιδιώνε τη φωνήν
ολοένα να με σπρώχτει,
σα για μιαν άλλων όχτη
και για μια νέα ζωή,

αν μόνο, λέω, ακούγονταν
βαθειά κι’ ολόγυρά μου,
αδόκητα, ω χαρά μου,
της τρέλλας η άγια βοή!…

Κι’ α, χύσου πια απ’ τον Όλυμπο,
ή από τα Τάρταρα έλα,
ιερή μεγάλη τρέλλα,
και πάρε μου το νου,

και τη σοφία σπατάλα μου
για μιαν αθάνατη ώρα,
μιαν ώρα νικηφόρα,
σα νάταν αλλουνού!
»

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

H χειρότερη εποχή, είναι η καλύτερη εποχή για να είσαι γυναίκα

“Κυανέοις κόλποισιν ἐνημένη, ἀερόμορφε, ῞Ηρα παμβασίλεια, Διὸς σύλλεκτρε μάκαιρα, ψυχοτρόφους αὔρας θνητοῖς παρέχουσα προσηνεῖς, ὄμβρων μὲν μήτηρ, ἀνέμων τροφέ, παντογένεθλε· χωρὶς γὰρ σέθεν οὐδὲν ὅλως ζωῆς φύσιν ἔγνω· κοινωνεῖς γὰρ ἅπασι κεκραμένη ἠέρι σεμνῶι· πάντων γὰρ κρατέεις μούνη πάντεσσί τ᾽ ἀνάσσεις ἠερίοις ῥοίζοισι τινασσομένη κατὰ χεῦμα. ἀλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια, ἔλθοις εὐμενέουσα καλῶι γήθοντι προσώπωι”.
-Ορφικός Ύμνος στην Ηρα.
(Εικόνα: William-Adolphe Bouguereau, 1864).

H ανακοίνωση αναρτήθηκε στα γραφεία δικηγορικού συλλόγου: «ΝΕΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ζητείται από Ομιλο Εταιρειών και συγκεκριμένα την Θυγατρική Τεχνική Εταιρεία Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Ιατρικής Εταιρείας Υγείας… Η Δικηγόρος θα πρέπει να γνωρίζει τις Βασικές Αρχές Εταιρικού και Εμπορικού Δικαίου … αξιολογείται η ΛΙΑΝ εξαιρετική επαγγελματική εμφάνιση και ύψος ΑΝΩ του 1.75». Πλέον της “υψηλής μηνιαίας αντιμισθίας”, προσφέρονται “υπεροπολυτελές γραφείο εργασίας”, αυτοκίνητο, έξοδα Α’ θέσης και άλλα.

Μερικές “βασικές” γνώσεις οι οποίες συμπληρώνουν μια “λίαν εξαιρετική” εμφάνιση, είναι το κλειδί για να βρει μια νέα γυναίκα εργασία. Εάν διαθέτει περισσότερες από τις βασικές γνώσεις Νομικής αλλά είναι λιγότερο από “λίαν εξαιρετική” στην εμφάνιση, λιγότερο από 175 εκ. στο ύψος, και λιγότερο νέα, μπορεί να ελπίζει σε 400 ευρώ μηνιαίως, για 12 ώρες εργασίας κι έναν γηραιό προϊστάμενο να σαλιαρίζει σε ένα κρύο γραφείο με θέα στον ακάλυπτο.

Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα για τις γυναίκες. Αυτή είναι η αντίληψη ενός συστήματος το οποίο δομήθηκε από άνδρες, πρόθυμους να οικειοποιηθούν τις αλλαγές που συντελέστηκαν με την Βιομηχανική Επανάσταση και την είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας ιδιαίτερα από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Η γυναίκα από κυρία του σπιτιού της, έγινε ζητιάνος, σκλάβος και θύμα καθηγητάδων, σκηνοθετών, προπονητών. Φέρνει χρήμα σε βιομηχάνους, διαφημιστές και επσταϊνικούς παραγωγούς. Φροντίζει για όλα και δεν παίρνει εύσημα για κανένα.

Σήμερα οι γυναίκες μπορούν να κάνουν πολλά, με το κυριότερο να κόβουν τα κεφάλια μιας Λερναίας Υδρας η οποία τις καταδειναστεύει και τις εργαλειοποιεί.

Η χειραγώγηση της γυναίκας: Μια πολύ παλιά ιστορία

Από τότε που η Ρέα έδωσε στον Κρόνο να φάει μια πέτρα αντί για τον νεογέννητο γιο της, τον Δία, με την βοήθεια της πεθεράς της, Γαίας, οι γυναίκες παλεύουν με τους δικούς τους τρόπους να κάνουν την Ζωή να επιβιώσει σε έναν κόσμο ολοένα πιο αφιλόξενο και εχθρικό.

Θεοί και άνθρωποι κυνηγούν την θηλυκή δύναμη για να την καθυποτάξουν. Εκείνη γίνεται δορκάδα και κρύβεται ελεύθερη και μοναχική στο δάσος, Αρτέμιδα και Κίρκη, τοξεύοντας και μεταμορφώνοντας τους κυνηγούς της σε αυτό που είναι πραγματικά, δέντρα, χοίροι ή λιοντάρια, κάποτε μαινάδα, ζητώντας εκδίκηση για τις πολύχρονες ταλαιπώριες του φύλου της.

Σκυμμένοι απάνω της χιλιάδες χρόνια, θεοί και θνητοί, ιδρώνουν να μάθουν τα μυστικά της. Και πώς να μην θέλουν να ξεδιψάσουν στις πηγές της; Α-φθονη η Μεγάλη Θεά, συγκατανεύει και χαίρεται με την χαρά τους, και τους ανταποδίδει πολλαπλάσια τις φροντίδες τους.

Σήμερα, ένα κύμα ανδρικού νεοσυντηρητισμού πάει να αντιπαρατεθεί στον βίαιο μεταφεμινισμό. Δυσκολεύεται να καταλάβει, σκοτισμένος από την μαύρη αντιστροφή της αλήθειας που μασκαρεύτηκε και τρύπωσε στην ελληνική σκέψη σαν το σκουλήκι στο μήλο, κι έβαλε τον άνθρωπο να σκέφτεται ποιος πρέπει να είναι πιο πάνω και ποιος πιο κάτω (ταξική σκέψη, δηλαδή), ποιος είναι καλός και ποιος κακός -η γυναίκα, τότε, ο άνδρας μετά, η γυναίκα ξανά. Μιαρή η γυναίκα γιατί έδωσε στον άνδρα τον καρπό της γνώσης που είναι ζηλότυπα φυλαγμένος μόνο για τους εκλεκτούς, γι’ αυτό οι μισάνθρωποι που ερμήνευσαν την Δημιουργία, ονόμασαν την γυναίκα πειρασμό και πηγή του κακού.

Οι Έλληνες όμως έχουν για μεγάλο τους θεό έναν γητευτή, εραστή και γονιμοποιητή, και όλη την γνώση ανοιχτή, να την μοιράζουν στους αναζητητές της, θέαινες: την σοφία και τις δεξιότητες η Αθηνά, την καλλιέργεια της γης η Δήμητρα, τις Τέχνες oι Μούσες, και τον κόσμο να τον συνέχει η θέαινα της αγάπης, Αφροδίτη.

Πώς να είσαι σήμερα γυναίκα;

Σήμερα μπορείς να κυκλοφορείς έξω από το σπίτι, εκεί όπου οι Αρχαίες Αθηναίες έμεναν κλεισμένες στις εσωτερικές αυλές, και οι βυζαντινές μέχρι και τις προγιαγιάδες μας κυκλοφορύσαν με σκεπασμένη την κεφαλή.

Μπορείς να κυκλοφορήσεις, τρόπος του λέγειν, γιατί, δεν μπορείς στην πράξη. Πριν τον Μεγάλο Εγκλεισμό δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις επειδή κάποιοι θίγονταν από το μήκος της φούστας σου, το άνοιγμα στο μπούστο σου, το ύψος του τακουνιού σου, και μπορεί να βρισκόσουν κακοποιημένη επειδή “τα ήθελες”. Αν είχες κάποιο μυαλό παραπάνω, φορούσες μακριές φούστες και ίσια παπούτσια, αλλά και πάλι “προκαλούσες”. Σε έβαζαν στο συρταράκι “Αριστερή” και στην Αριστερά ήσαν πιο συμφιλιωμένοι με την λίβιδό τους, από ό,τι οι ενοχικοί μεσοαστοί μεσοδεξιοί, γι΄αυτό και σε έλεγαν πουτ…

Σήμερα απαγορεύεται να κυκλοφορείς γενικώς είτε είσαι άνδρας είτε γυναίκα. Οπότε καλύτερα που είσαι γυναίκα και δεν χρειάζεται να φοράς 12ποντες γόβες για να φθάσεις το 175 που θέλει το αφεντικό σου που είναι 168 με ανάταση, φαλάκρα και μπυροκοιλιά.

Σήμερα μπορείς να αγαπήσεις όποιον θέλεις, χωρίς να σου επιβάλλουν ο πατέρας κι οι αδελφοί σου με ποιον θα περάσεις τις μέρες σου και, κυρίως τις νύχτες σου. Μόνο που πλέον τα αρσενικά σπανίζουν, και αυτά που βρίσκονται είναι απρόθυμα για δεσμεύσεις, ανήμπορα να διεκδικήσουν την ζωή τους, πολύ περισσότερο να προστατέψουν οικογένεια, αρκούντως κακομαθημένα ώστε να μην βρίσκουν δουλειά αρκετά καλή για τα μέτρα τους -ούτε λόγος να γίνεται για τις δυο και τρεις δουλειές που έκαναν οι άντρες ως το ’70 για να ζήσουν την οικογένειά τους- , και μια παιδιάστικη πεποίθηση ανευθυνότητας.

Κι όμως. Δεν υπήρξε καλύτερη εποχή για να είσαι γυναίκα.

Γιατί σήμερα τα δικά σου, γυναικεία αιτήματα, είναι αιτήματα όλης της οικουμένης.

Σήμερα δεν κινδυνεύεις μόνο εσύ από την σεξουαλική βία αλλά και τα αγόρια. Δεν απαγορεύεται μόνο σε σένα να κυκλοφορήσεις, αλλά σε όλους. Δεν είσαι μόνο εσύ κακοπληρωμένη, αλλά όλοι.

Τώρα είναι η κατάλληλη εποχή να διεκδικήσεις το δικαίωμά σου να κυκλοφορείς, να μιλάς, να αγκαλιάζεσαι, να εργάζεσαι. Τώρα είναι η εποχή να κατακτήσεις την ελευθερία να αποφασίζεις για το σώμα σου, γιατί τώρα το να ορίζουμε το σώμα μας γίνεται αντικείμενο παγκόσμιας βίας.

Ο ιστορικός κύκλος έχει φανερά πάρει στροφή προς την βαρβαρότητα, την ισοπέδωση του πολιτισμού και του ανθρώπου όπως τον γνωρίζουμε, και το μόνο που μπορεί να φωτίσει τα ερέβη που προμηνύονται είναι η θύμηση του δρόμου της επιστροφής σε μια νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου είδους. Τότε που δεν ήταν απαγορευμένη η γνώση. Τότε που ρωτούσαν τους πολίτες “τις αγορεύειν βούλεται”. Τότε που η πνευματικότητα και η θηλυκότητα, ο πολιτισμός, η ειρήνη και ο πόλεμος, συνυπήρχαν ο ένας για τον άλλο. Τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία με την Φύση, μαθαίνοντας στην αγκαλιά της, κι όχι “κατακυριεύοντάς την”.

Μέσα από την βία ενός κόσμου τεράτων, θα βρούμε τον δρόμο στην αγκαλιά της Μεγάλης Μητέρας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ