Το μετακοβιδικό τρελοκομείο

Όχι, λοιπόν, δεν θα είναι τόσο εύκολο. Δεν θα κλειστούμε στα σπίτια μας φτιάχνοντας ψωμάκια, υποκριτές μιας αναγκαστικής, πουριτανικής νοικοκυροσύνης. Δεν θα επιδοθούμε σε ενδοσκόπηση και καθαρμούς, ενώ το λευκό δέρμα μας θα γίνεται ολοένα και πιο διάφανο ελλείψει μελανίνης. Οι ψυχές μας δεν θα γίνουν ελαφρύτερες για να πετάξουν στον Δημιουργό τους χωρίς τα πάθη της σερατονίνης. Δεν θα τελειώσει η ζωή μας πάνω σε ταντρικές τεχνικές που θα έκαναν την Τρούντη Στάυλερ να κοκκινίσει. Η συντέλεια του κόσμου αργεί. Ακόμη και οι πιο διάσημοι γιουτιουμπικοί ιεροκήρυκες, που ξέχυναν απειλές σαν τις ακρίδες των πληγών του Φαραώ, μετά από την αρχική έξαψη, άρχισαν να τα μαζεύουν. Ακόμα και πολιτικοί μεταλλαγμένοι νεοπατριώτες κρατούν πισινή.

Οι δώθε Ταλιμπάν που θα έπεφταν στην κάμινο για την πίστη τους -έτσι τουλάχιστον συστηματικά προέτρεπαν τους υπηκόους-πιστούς να πράξουν, απαιτώντας να τους κάνει ο λαός «υπακοή»-, πλέον προπαγανδίζουν κάθε ανακοίνωση της «Ψηφιακής Διακυβέρνησης» σαν παπαγαλάκια του κατηραμμένου θηρίου. Μάλιστα, κρατούν επισήμως την σωτηρία αποκλειστικά για τους εαυτούληδές τους, διότι εκείνοι, ως «άνθρωποι του θεού» έχουν άμεση πρόσβαση στα Μυστήρια. Ο λαουτζίκος μπορεί να περιμένει κλαίγοντας την μοίρα του, ανάβοντας διαδικτυακά κεράκια και προσφέροντας διαδικτυακά πρόσφορα (με το αζημίωτο).  

Δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει η στάση της επισήμου μαυροντυμένης πνευματικής ηγεσίας, εκκλησιαστικής και ακαδημαϊκής. Αν δεν είχαμε συστηματικά διαπλαστεί να έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, επειδή εξαρτόμαστε από τους άλλους για να σχηματίσουμε γνώμη (μέχρι να φθάσεις στην αμοιβάδα και να κάνεις ό,τι διατάσσουν οι Σοφοί),  θα διαπιστώναμε πως η θρησκευτική εξουσία, από τον καιρό της πιο βαθιάς αρχαιότητας, πήγαινε χέρι-χέρι με την κρατική.

Κάποτε εμφανίστηκε ένας αληθινός ριζοσπάστης της πακτωμένης κρατικοθρησκευτικής εξουσίας, ένας επαναστάτης που διακήρυσσε το αυτονόητο, πως άλλο τι χρωστάμε στον Καίσαρα, κι άλλο τι οφείλουμε στο Θείο,  πως άλλο η εξουσία των βασιλιάδων και των θνητών σαν όλους εμάς εξουσιαστών, και άλλο οι νόμοι του Σύμπαντος και η ένωση των άνω θρωσκόντων με τους Ουρανούς. Αφού Τον σκότωσαν η θρησκευτική και πολιτική ηγεσία της εποχής, είδαν ότι οι ιδέες Του παραήσαν δημοφιλείς για να τις παραβλέψουν, κι έκαναν ό,τι κάνουν και σήμερα οι πολιτικάντηδες: τις εναγκαλίστηκαν κι έφτιαξαν μια νέα κρατική θρησκεία, με τον Αυτοκράτορα Παποκαίσαρα να είναι προστάτης της Πίστης. Κάπως έτσι κατάφεραν να κάνουν μπίζνα από την θυσία Του, και να πηγαίνουν πάσο, την ίδια ώρα που τα πρόβατα συνωστίζονται τρομαγμένα και συνάμα μαγεμένα από τις οιμωγές των λύκων, ποίμνιο χωρίς τσοπάνη.

Κάποιοι άνθρωποι πήραν την σωτηρία τους επάνω τους. Yolo, πάρτυ στα κρυφά, βόλτες στα κρυφά, ζωή στα κρυφά. Πώς να ζήσεις χωρίς αγγίγματα, χωρίς αγκαλιές και ζεστασιά που τάχεις μάθει και τα κουβαλάς από τα σπλάχνα της μάνας σου, κι αν δεν τάχες τότε, τα αναζητάς όλη σου την ζωή; Πώς να δεχθείς πως ο παππούς θα φύγει κλεισμένος σε πλαστική σακούλα σαν αρνί του Πάσχα, άκλαυτος κι αστόλιστος;

Οι εγκλεισμοί στραγγίζουν την ζωή από τους ανθρώπους, όπως οι δράκουλες. 

Η «προσαρμογή στην νέα κανονικότητα» εκφράζεται με τρόπους που προϋπήρχαν της «πανδημίας», αλλά απέκτησαν νέα βαρύτητα με την επιβολή της. Άλλος ξυρίζει το κεφάλι του γουλί επειδή πάντα το γύριζε στο μυαλό του αλλά δεν το είχε τολμήσει γιατί δεν τον άφηνε η μαμά του. Πόσο πρέπει να μισούν τον εαυτό τους και τι ψυχικά τραύματα κουβαλούν όσοι επιβάλλουν στον εαυτό τους αυτοταπεινώσεις σαν το κούρεμα γουλί, τα τατουάζ, το πίρσινγκ, κι άλλα τέτοια βαρβαρικά που μαρκάρουν την επιβολή της ταυτότητας του δούλου στον Άνθρωπο.

Άλλοι επιδίδονται σε γλυπτική πάνω σε γογγύλια, πίνοντας τον παραγόμενο ζωμό, και αναλύουν την μεταφυσική τους εμπειρία σε Ινστα στόρις, κι άλλοι φτιάχνουν φιλετάκια ον κάμερα, με αφοσίωση Χάνιμπαλ Λέκτερ.

Η πορνογραφία κι η αυτοϊκανοποίηση έχουν γίνει νόρμα, αφότου ο εγκλεισμός τις νομιμοποίησε, καθιστώντας «αναγκαία» την ιδιωτική άμα τε και δημόσια εξύμνησή τους ως πιο ασφαλείς από τις επικίνδυνες ανθρώπινες επαφές.  Η λέξη μαλ… έχει πλέον κυριολεκτική σημασία για εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερων, υγιών ανθρώπων που διαγκωνίζονται, λένε τα ΜΜΕ και οι αναρτήσεις τους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, για να αποκτήσουν πιστοποιητικό τρυπήματος προκειμένου να μπορούν να βγαίνουν από το σπίτι τους χωρίς να κοιτάζουν πάνω από τον ώμο τους μήπως τους παρακολουθεί ο ρουφιάνος της γειτονιάς.

 Συμπεριφορές ψυχικά ασθενών στην πιο ιδιωτική από τις ιδιωτικές κλινικές, το ίδιο τους το σπίτι. Στις δημόσιες κλινικές, εκεί όπου οι τρόφιμοι δένονται με αλυσίδες, θα κλειδώνονται οσονούπω οι διαφωνούντες. Διόλου τυχαίο που όλοι οι επιφανείς αυτού του κόσμου έχουν μαθητεύσει στα σχολεία της Αριστερής σκέψης, του Σταλινισμού, της Σοβιετίας και των γκουλάγκ.  Υπάρχουν όμως και Δεξιοί οι οποίοι εκθειάζουν την χώρα προέλευσης της πανδημίας για τα αποτελεσματικά μέτρα που λαμβάνει επιβάλλοντας ελέγχους τύπου Ανατολικής Γερμανίας. Ο κομμουνισμός δικαιώνεται από τον Καπιταλισμό.

Ο φαρμακευτικός επισκέπτης που τρούπωνε και σου έπαιρνε την θέση στο ιατρείο για να πουλήσει την πραμάτεια του στον επιστήμονα-γιατρό σου (το συνέδριο στο πεντάστερο ριζόρτ στην Ταϋλάνδη δώρο), έγινε ο υποβολέας του σεναρίου της ζωής σου. Το ποσοστό επί των πωλήσεων αυξάνει όταν αναμειγνύονται και χρηματοδοτήσεις πανεπιστημιακών εδρών, ερευνών, σεμιναρίων, διπλωμάτων και άλλων μέσων ελέγχου της ανθρώπινης λογικής.

Η επιβολή του πιστοποιητικού κορωνικών φρονημάτων, εκτός από τον πρακτικό διαχωρισμό των ανθρώπων σε «σαραντισμένους» και «ασαράντιστους» της κοβιδιακής εκκλησίας, είναι το πτυχίο της «δικτατορίας των επιστημόνων» που μια ζωή περίμεναν ισχνοί, προσκυνημένοι και κακομοίρηδες στις κουίντες για να πάρουν την εκδίκησή τους από τους ανθρώπους της παραγωγής, της Φύσης και της δύναμης.

Εν τέλει, τι θα γίνει; Πουν  και δεν πουν προφήτες, μάγοι και κάθε λογής δαιμονικές αντανακλάσεις, πρέπει, θαρρώ, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να βάζουμε στην άκρη ή να προσπερνάμε τα σκουπίδια που πετάγουν στην πορεία μας. Και πάντως όχι να καθόμαστε και να τα κοιτάμε και να συνδιαλεγόμαστε μαζί τους, πολύ δε περισσότερο να τους επιτρέπουμε να μας πισωγυρίζουν από την ελευθερία που μας χάρισε η Ελληνική σκέψη απέναντι στις ανατολίτικες σατραπείες και στους λογιών-λογιών τυράννους.

Ο Θεός μαζί μας.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Περί ελευθερίας -Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Επί μια δεκαπενταετία έμεινα στα Γιάννενα. Έμαθα να ζω με τα βουνά και αγάπησα τα τοπία της Ηπείρου. Σύντροφοι και συνομιλητές στα καλά και στα άσχημα, σκεπασμένα πότε με παχιές καθησυχαστικές ομίχλες και σπανιότερα, με τα πιο φανταχτερά χρώματα που επιφυλάσσει η Φύση στα μάτια του ανθρώπου. Με διαπέρασε η υγρασία και η μουσική της, τόσο διαφορετική από την ιδιοσυγκρασία μου. Εκεί εκπαιδεύτηκα σε πολλά αναγκαία της ενήλικης ζωής, εκεί πήγαν σχολείο τα τρία μου παιδιά. Η Επέτειος της Απελευθερώσεως της πόλεως, στις 21 Φεβρουαρίου 1913, είναι συνδεδεμένη στην μνήμη μου με σχολικές γιορτές, οι οποίες, προς αμηχανία, κάποτε και δυσαρέσκεια κάποιων παρισταμένων, έκαναν να φουρτουνιάζει στα μάτια μου, ο καημός της σημερινής υποτέλειας.

Στον νου μου έρχονταν οι εικόνες των νεαρών ανδρών και γυναικών, στρατιωτών και νοσοκόμων που άφησαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, για την μακρινή γη του Εθνικού Οράματος. Μια δεκαετία αργότερα, ο δικός μου προπαππούς θα έφευγε για την Μικρά Ασία, απ’ όπου θα γύριζε μόνο για να πεθάνει στον πατρογονικό του Μωριά κι αργότερα ο παππούς μου, εικοσάχρονος έφιππος, για την σκλάβα γη της Βορείου Ηπείρου, την οποία αναπολούσε ως τα βαθιά του γηρατειά. Έβλεπα τα παιδιά, τα δικά μου και τα άλλα ελληνόπουλα, σαν αγγέλους με λευκά πουκάμισα και καστανόξανθα μαλλιά, να τραγουδούν την δόξα και τον πόνο τους. «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια. Μον’ με φοβίζει η παγωνιά, του Μπιζανιού τα χιόνια».

Αργότερα, τα καμάρωνα στις παρελάσεις, ντυμένα με τις εθνικές ενδυμασίες του τόπου του πατέρα τους, ντυμένα όπως θα’πρεπε να ντύνονται όλοι οι Έλληνες, τουλάχιστον μια μέρα κάθε χρόνο, για να νιώθουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού είναι ο προορισμός τους. Πολλοί προσπάθησαν να καταργήσουν τις παρελάσεις, πότε στο όνομα της ειρήνης, πότε για λόγους δήθεν οικονομίας, εσχάτως και για λόγους “πανδημίας”.

Καθώς (ξανα)γράφω αυτές τις γραμμές, για την Επέτειο της Απελευθερώσεως ενός τόπου που όλοι θεωρούμε αναπόσπαστο τμήμα της Πατρίδας μας, ευγνωμονώ όσους καθιέρωσαν αυτές τις γιορτές. Κουραστικές, γραφικές, κενές νοήματος, όταν όλα όσα θύμιζαν θεωρούνταν δεδομένα, κατάφεραν να καλλιεργήσουν φρόνημα, καλαισθησία, τέχνη, δημόσια ομιλία, και, πάνω από όλα, το έθος της τιμής στους Ήρωες του Έθνους μας.

Στις φωτογραφίες της εποχής, έφιπποι Έλληνες μπαίνουν στην πόλη από τον δρόμο του που βρισκόταν ως πριν λίγο καιρό το σπίτι μου, πριν ανοίξουν οι μεγάλες εθνικές οδοί και λεωφόροι, όταν οι δρόμοι ήσαν χωμάτινοι και οι άρρωστοι πήγαιναν να θεραπευτούν στα μοναστήρια. Όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρουν τον εαυτό τους, ή για να γνωρίσουν τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος όλος βρισκόταν κλεισμένος στον κάθε κόκκο χώματος της γης τους.

Οταν στην ελληνική βουλή υπήρχαν Ελληνες βουλευτες, θυμάμαι δυο που ξεσήκωσαν σάλο όταν τόλμησαν σε μια επιτροπή της εκκλησιάς των πολιτικών κομμάτων να απευθυνθούν στην ηγεσία της χώρας και του στρατεύματος και να τους αποκαλέσουν τους μεν “προδότες”, τους δε “υπηρέτες” των εισβολέων της Πατρίδας μας. Μπορεί ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία της “κοινής” γνώμης, να διαφωνούν με τον τρόπο ή την ένταση. Όμως, η αλήθεια είναι πως αυτοί που ως προτεραιότητα έχουν το συμφέρον των κατακτητών της πατρίδας μας, αυτών που εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους για να επιδιώξουν την υποδούλωσή της, αυτοί που έχουν συστηματικά και από πρόθεση νεκρώσει κάθε υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα επιδιώκοντας την καταστροφή της μεσαίας τάξης, αυτής που από την αρχαιότητα είναι ο πυλώνας της Δημοκρατίας, αυτοί που στέλνουν στον θάνατο και στην συνέχεια περιφρονούν τους νεκρούς Ήρωές μας και παραχωρούν εθνική κυριαρχία για την οποία μάτωσαν και έδωσαν την ζωή τους οι πρόγονοί μας (συχνά όχι οι δικοί τους) είναι αντικειμενικά προδότες.

Στερήσεις και θυσίες, αγώνες, μάχες και θάνατοι ακόμα, έχουν νόημα και φέρνουν καρπό όταν η φλόγα της καρδιάς κινεί την μηχανή του μυαλού. Όταν όσα κάνεις γίνονται για την χώρα σου και όχι για τους ξένους. Στις πολύνεκρες μάχες στο άπαρτο οχυρό του Μπιζανίου πολέμησαν Έλληνες από ολόκληρη την Ελλάδα χωρίς να ζητήσουν καμιά διαβεβαίωση για το αποτέλεσμα, εκτός από την εμπιστοσύνη στους ηγέτες τους (άνδρες σαν τον Στρατηλάτη Διάδοχο Κωνσταντίνο κι έναν Ιωάννη Μεταξά, κι όχι κάποιους ανθυπομέτριους εγωπαθείς χειριστές των παρασκηνίων), και την πεποίθηση που είχαν σπείρει και αναθρέψει στις καρδιές τους οι γονείς τους, πως όλα έχουν νόημα και αξία όταν τα κυβερνά η ανιδιοτελής αγάπη της Πατρίδας:

«Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέγει:
-Για πες μας, πες μας βρε πουλί, κανά καλό χαμπέρι.
-Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι.

Κι επειδή το Μπιζάνι ήταν άπαρτο, ένας έξοχος παράτολμος αξιωματικός ονόματι Βελησσαρίου, το εκτίμησε όπως έπρεπε, και αντί να επιμείνει παθητικά, το παρέκαμψε, μαζί με τους φουστανελάδες του, για να φθάσει στον σκοπό, στην απελευθέρωση που την πήγε στο πιάτο στον Διάδοχο Κωνσταντίνο στο χάνι του Εμίν Αγά. Κι εκεί, μπροστά στον βασιλιά-στρατηλάτη, έγειρε ο Τούρκος το σπαθί του και του παρέδωσε την πόλη. Ναι, θέλω κι εγώ να δω τον Τούρκο και κάθε εχθρό της Ελλάδας, του Ελληνισμού και των όσων απελευθερωτικών για τον Ανθρωπο διαχρονικά επινόησε και εκφράζει, να σκύβει εμπρός στον Έλληνα και να του παραδίνει το σπαθί του. Θέλω να δω την Πατρίδα μου δυνατή και τον λαό μου όρθιο. Και είμαι σίγουρη πως αυτό θέλουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μας, ακόμα κι αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή το πιο πιθανό φοβούνται να το παραδεχθούν.

Κλείνοντας την επετειακή αναφορά, θα χρησιμοποιήσω ως γέφυρα με το παρόν και τις νέες πραγματικότητες οι οποίες διαμορφώνονται και τις οποίες οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψιν μας, ένα ποίημα του Γεωργίου Χατζή- -«Πελλερέν», γιατί εκφράζει με τρόπο ιδανικό την απάντηση στην σημερινή αδήριτη ανάγκη για λύση και λύτρωση της Πατρίδας και του Λαού μας, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις, πολιτικές διασυνδέσεις και αρτηριοσκληρωτικές εμμονές.

Μέσα από τις υγρές, πέτρινες φυλακές του Κάστρου, όπου εκρατείτο καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, ακούγοντας το κανονίδι από την τελευταία επίθεση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι, ο εκδότης της εφημερίδας ΗΠΕΙΡΟΣ, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της απελευθέρωσης, ετούτο το ποίημα.

Τέτοιο γλυκό τραγούδημα από καμμιά φλογέρα
ποτές έτσι δεν γλύκανε ανθρώπων την καρδιά,
όπως απόψε η τρομερή, που σχίζει τον αέρα
ολόγυρα στα Γιάννενα η αγριοκανονιά!

Ποτές κανένα φέξιμο γλυκό μεσ’ στο σκοτάδι
Της φυλακής δεν έριξε στο σκλάβο έτσι λαό
Όπως ετούτη η τρομερή φωτιά, που απόψε βράδυ
φλογεί όλα τα Γιάννενα με φώτο φοβερό!

Γλυκό κανόνι να ’ξερες πόσο γλυκειά η λαλιά σου!
-Κάψε! Μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει.
-Κι αν είν’ αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν!
Τζαμί μαζί κι η εκκλησιά ας γκρεμιστούν κανόνι,
Τα Γιάννενά μας ’λεύθερα μονάχα απόψε ας βγούν!”

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ