Ενα τσιγάρο για κάθε κλεισμένο μαγαζί

Τοιχογραφία από την έπαυλη της Λιβίας Δρουσίλλας, Ρώμη, περί το 30 π.Χ.

Στην αρχή έβαλαν το χέρι στο συρτάρι σου. Το ονόμασαν ΦΠΑ. Εσύ το είπες μισοαστεία-μισοσοβαρά “φάπα”, αλλά σκέφτηκες “πού ξέρω εγώ; οι ειδικοί ξέρουν καλύτερα από μένα”. Εκείνοι σου είπαν πως έτσι έκαναν στην Ευρώπη. Σώπασες. Οι τσέπες σου ήσαν γεμάτες ελληνικές δραχμές. Χαλάλι, μερικές, αν είναι να γίνεις ευρωπαίος. Δεν σκέφτηκες ότι οι δικοί σου παππούδες και γιαγιάδες έφτιαξαν την Ευρώπη, μόνο ήθελες να μοιάσεις στους Φράγκους, “τα χθεσινά αγριογούρουνα”, που έλεγε ο Περικλής Γιαννόπουλος.

Ηραν όμως το αξιόποινο της μοιχείας, και αποποινικοποίησαν τις αμβλώσεις. Να προσκυνήσω την αγία Δεξιά! Ανάσανες. Δεν χρειάζεται να σε μαζεύουν με τα σεντόνια από το σπίτι της φιλενάδας σου. Ούτε να στεφανώνεσαι την γυναίκα που γκαστρώνεις. Δεξιά των αρχών και της οικογένειας, μεγάλη η χάρη σου. Δεν σκέφτηκες μες στον ενθουσιασμό της κάτω κεφαλής σου, ότι αυτό θα ισχύει και για την γυναίκα σου, άμα φτάσει στο “δι’ ευχών”. Μπα, όλα κι όλα! Ποια αφήνει τον Μήτσο τον ντεληκανή με την χρυσή καδένα; Και να μην τα έχει, πάλι δεν τον αφήνει, γιατί ο Μήτσος είναι σερνικός και της γυρίζει και δέκα ανάστροφες, να πούμε. Γιατί ο Μητσάρας την τιμή και την υπόληψή του την έχει κορώνα στο κεφάλι του. Τώρα, κάθεσαι και μυξοκλαίς στα σόσιαλ γιατί οι γυναίκες χάλασαν, δεν υπάρχουν ρε γυναίκες, είναι άτιμες και σε κερατώνουν ασυστόλως, ποιον; εσένα, τον άντρα τον πολλά βαρύ, τον πάτερ φαμίλιας -χωρίς παιδιά -είπαμε, δεν σε τυλίγει καμία εσένα-, άντε ένα, να δείξεις ότι σπέρνεις, βία δύο, για να μαντρώσεις την ατάσθαλη, να μην μπορεί να σου κουνηθεί. Ενα δίκιο το έχεις, αν ψάξεις την συλλογιστική σου: ό,τι έσπειρες, θερίζεις.

Περνάει κάμποσο, στην έπεσαν στο τσιγάρο. Εκεί πήγες να κουνηθείς. Θα κόψεις από τον Μήτσο το τσιγάρο; Το τσιγάρο είναι σαν το μουστάκι. Δεν κόβεται αν δεν το πώ εγώ. Σου είπαν “κοίτα, φιλαράκι, οι κουλ τύποι στην Ευρώπη δεν καπνίζουν. Τι είσαι, τίποτε ανατολίτης να φουμάρεις; Δεν θα γίνεις ποτέ σου Ευρωπαίος!”. Σκάλωσες, αντί να πεις “γίνετε Έλληνες ρε, άμα μπορείτε. Εγώ ψαλιδοκώλης δεν γίνομαι” .

Ούτε που σκέφτηκες τον Σολωμό Σολωμού να σκαρφαλώνει στο κοντάρι να κατεβάσει το σφουγκαρόπανο του κατακτητή, με το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών του. Ούτε σου πέρασε από το μυαλό πως ο παππούς σου πολέμησε κι έβγαλε ολόκληρο αλβανικό μέτωπο με το τσιγάρο στο στόμα, και ήταν θεριό μέχρι τα γεράματά του. Πέθανε από καρδιά. Και; Από κάτι πεθαίνουν όλοι οι θνητοί, καλύτερα χορτάτοι κάτω από τον ήλιο και τον αέρα του Αιγαίου, παρά μίζεροι κι άσπροι σαν τον θάνατο στις μετροπόλεις της Κάλι Γιούγκα.

Πέσαν κάτι πρόστιμα. Είπες, εντάξει μωρέ, δεν πα να ψηφίζουν. Ελλάδα, όλο το χρόνο καλοκαίρι, έξω θα είμαστε, ανοιχτά όλα. Βρέθηκε και η πατέντα με τις σόμπες εξωτερικού, τούμπα τους έφερε ο Μητσάρας πάλι. Δεν σκέφτηκες πως σε πετάξαν έξω από τα μαγαζιά σου σαν τον σκύλο. Ούτε που σου πέρασε να πεις στον φλώρο που καπνίζει τρομπόνια από το Αμστερνταμμ ίσαμε το Αλγέρι, κουμάντο να πάει να κάνει στα μπορντέλα με τις εκδιδόμενες στις βιτρίνες, άντε μου και πήγαινε. Ήταν τουρίστας, βλέπεις, με γκρικ σάλαντ, μην τον χάσουμε. Για μια τομάτα, ένα κρεμμύδι και τέσσερις ελιές, τον άφησες να σου κόψει το τσιγάρο. Σαν τον Ησαύ που πούλησε τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ για ένα πιάτο φακή.

Συνάμα, τα πράγματα αγρίεψαν. Οι τράπεζες που σε είχαν πώς και τι, “καθείστε κύριε Μητσάρα, εσπρέσο λούνγκο ή φρέντο εσπρέσο σήμερα;” μόνο κλωτσιές που δεν σου έριξαν όταν πήγες να επαναδιαπραγματευτείς το δάνειο που μόνο τις σόλες από τα παπούτσια δεν σου έγλειψε ο “προσωπικός σου σύμβουλος” μέχρι να σε ψήσει να το πάρεις, με προνομιακούς όρους, μόνο για σένα. Κι αντί να αρπάξεις ένα καδρόνι βρεγμένο και να πιάσεις στο κυνηγητό αυτούς που σου φάγανε δέκα κεφάλαια σε τόκους, συν το εφάπαξ που έχασες στην μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου που έκανε η μεταπολίτευση, έβαλες την ουρά στα σκέλια και ήπιες τον σκέτο της παρηγοριάς.

Βγήκαν οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στην τιβί, και σου είπαν “μαζί τα φάγαμε”. Άρχισες να ψάχνεσαι πότε άνοιξες λογαριασμό σε μια από τις πρότυπες ευρωπαϊκές χώρες-πλυντήρια και δεν το θυμάσαι. Λογαριασμό δεν θυμήθηκες, γιατί δεν είχες σαν αυτούς, “σκότωσες” όμως ένα οικόπεδο που είχες για τα παιδιά, κι ένα προικώο δυαράκι ισόγειο της κυράς, και μούλωξες, νόμισες τέλειωσαν μαζί σου, κι αν κάτσεις ήσυχος θα σε ξεχάσουν.

Τα μνημόνια , για να λέμε το δίκιο, δεν σου άρεσαν. Όμως, το είπαν εν χορώ στα σαλόνια της Ευρώπης, εκεί που είσαι ισότιμο πλέον μέλος ( αγία Δεξιά, μεγάλη η χάρη σου ) πως ήρθε η ώρα να ωριμάσεις και να συμμαζευτείς ως άνθρωπος και ως κράτος. Σαν τα ζωντανά στο τσίρκο που τα περνούν από μαρτύρια μέχρι να σηκώνονται στα πίσω πόδια, έμαθες τα νέα κόλπα. Χρωστά η τράπεζα, την ξεχρεώνεις. Χρωστάς εσύ, σου παίρνει το σπίτι.

Το σπιτάκι σου, βρε, αυτό, που αγόρασε ο μακαρίτης ο πατέρας σου το οικόπεδο, σήκωσε το πρώτο σπίτι με τους τσιμεντόλιθους, έριξε μετά τα μπετά και κάνατε δυο πανωσηκώματα εσύ και η αδελφή σου στο πατρικό, και ζείτε σαν άνθρωποι, 75 τετραγωνικά, και οι παππούδες στο ισόγειο. “Το σπιτάκι σου, το σπιτάκι σου!” σου είπαν. “Ποτέ δεν θα γίνεις Ευρωπαίος, αν σκέφτεσαι έτσι, μικροαστικά. Ανατολίτης θα μείνεις μια ζωή. Στην Ευρώπη κανείς δεν έχει σπίτι από γενιά σε γενιά. Ζούνε μοντέρνα, με λίζινγκ, όποτε θέλεις το αφήνεις και φεύγεις, πας αλλού, στα βόρεια προάστεια, στα νότια”. Μια πουτανιά, να πούμε, αλλά σε σπίτι. Σε διώχνουν κιόλας, και δεν έχεις πού την κεφαλήν κλίναι. Δεν σου το είπαν αυτό, και δεν το σκέφτηκες.

Ούτε και τότε τους πήρες στο κυνήγι. Κάτι πήγες να κάνεις αγανακτισμένος στο Σύνταγμα, αλλά είδες τους συνανθρώπους σου να τους καίνε ζωντανούς τα παιδιά της καλής κοινωνίας, και είπες “όπα, πίσω στην γωνιά μου και ασφαλής”. Δεν σκέφτηκες ούτε τότε ότι το παιχνίδι είναι σημαδεμένο. Κερδίζω; χάνεις- χάνεις; κερδίζω. Δικό μου- δικό σου- δικό μου, δίκαιη η μοιρασιά, μπρε;

Τότε βγήκαν στην μέση και κάτι τύποι που φώναζαν να βγεις στο δρόμο, να πάρεις την πατρίδα σου πίσω. Καλά τα λέγανε, σου πέρασε, είναι η αλήθεια, από το νου, αλλά εσύ είσαι νοικοκυρέος άνθρωπος, την δουλειά σου κοιτάς, δεν κάνεις παρέα με αγροίκους και φασισταριά.

Όταν μπολσεβίκικα η Δεξιά σου έκλεισε το μαγαζί και σε κλείδωσε στο σπίτι, πάλι, δε μίλησες. Κάντο για την υγεία σου, σου είπαν. Σκέφτηκες εσύ, ωραίος ο Μητσάρας, έξτρα διακοπούλες, κωδικός 6 για γκομένισμα με την γειτόνισσα από απέναντι, και θα περάσει. Σε κλείσανε έξω από το μαγαζί σου, σου κόψανε το ψωμί των παιδιών σου, και δεν μίλησες. Σε κλείσανε απέξω κι από την εκκλησία, να μην κάνεις ούτε Λαμπρή, ούτε Χριστούγενα. Την εκκλησία, βρε, που περνούσες κι άναβες ένα κεράκι να γράψει καλά το παιδί στις εξετάσεις. Γιατί εσύ πολλά- πολλά δεν έχεις με τους παπάδες, είσαι μοντέρνος άνθρωπος, Ευρωπαίος, δεν θα πίστευες σε θρησκείες και λιβάνια. Πάλι έβγαλες, Μητσάρα, τον σκασμό.

Κι όταν σου είπαν πως στο μετρό, στα σούπερ μάρκετ, στα ξένα πολυκαταστήματα που άνοιξαν, κι έκλεισαν όλα τα μαγαζιά της συνοικίας σου, δεν κολλάς χτικιό, στην εκκλησία μόνο κολλάει, και στο μαγαζί σου, πάλι το βούλωσες, Μητσάρα.

Και τώρα; Τώρα σου λένε πως πηγή του κακού είναι το ίδιο σου το σπίτι, είναι το οικογενειακό τραπέζι. Γιατί στο take away δεν κολλάει. Στο τραπέζι του σπιτιού σου κολλάει. Και μεθαύριο θα σε παίρνουνε να σε πηγαίνουν στα γκουλάγκ, να μην έχεις ούτε μάνα, ούτε γυναίκα, ούτε παιδί, να βλέπεις, να παίρνεις θάρρος στα μαρτύριά σου, κακομοίρη.

Τι άλλο θα σου κάνουνε πια, καημένε, για να ανοίξεις το μάτι που έχει κλείσει από την τσίμπλα της Ευρωπαϊκής σου προοπτικής;

Εκανες, είναι αλήθεια, λαϊκ και φόλοου στον κύριο τάδε που, τι ωραία τα λέει! Και περιμένεις στις επόμενες εκλογές να τον ψηφίσεις γιατί θα τους τα πει αυτός όπως πρέπει, αυτός θα τα αλλάξει όλα  απομέσα, γιατί αποταμέσα αλλάζει το Σύστημα. Πώς το έκανε ο Άδωνης; Έτσι. Μόνο που πάλι δεν κατάλαβες, Μητσάρα, πως, όπως με την ΕΟΚ, όπως με την τράπεζα, όταν μπεις μέσα σε αλλάζουν, δεν τους αλλάζεις.

Ακου, λοιπόν, Μητσάρα,

Σταμάτα να νεκροφιλάς και να κηδεύεις την ζωή σου κάθε μέρα. Σταμάτα να ρωτάς αν θυμάμαι “τότε που ταξιδεύαμε”, “τότε που αγκαλιαζόμαστε”, “τότε που γελούσαμε στις βεράντες”. Σου απαντώ πως δεν θυμάμαι, γιατί ό,τι μπορούσες να κάνεις πριν από έξι μήνες μπορείς να το κάνεις και τώρα, πλένοντας τα χέρια σου-που θάπρεπε να τα πλένεις από τα μικράτα σου, χωρίς να φιλιέσαι με αγνώστους-που θάπρεπε να το κάνεις κι από πριν, και χωρίς να βήχεις στα μούτρα των ανθρώπων όταν είσαι άρρωστος-που θάπρεπε να το κάνεις χωρίς καν να σου το πουν.

Κι επειδή ούτε για το επόμενο λεπτό δεν είμαστε σίγουροι ότι θα ζούμε, τόση ώρα που διαβάζεις, είσαι ζωντανός, για δοκίμασε αν κουνάς χέρια, πόδια και κεφάλι. Αν το μυαλό σου πάει στην θέση του; Μπορεί. Ξέρω σίγουρα, όμως, πως, όταν “βγεις” απ’ το πισί και μπεις σε κείνο το σπιτάκι της γιαγιάς, με το ασβεστωμένο πεζούλι και τα γεράνια στους τενεκέδες, και πιάσεις το χώμα και το κουπί, και νιώσεις την δύναμή σου να σε τραντάζει, θα θυμηθείς πως έχεις και ζωή ακόμη στα χέρια σου και μυαλό ακόμη στο κεφάλι σου. Κι αυτά σου φτάνουν και σου περισσεύουν για να χτίσεις τον κόσμο σου, “φυγάς θεόθεν και αλήτης, νείκει μαινομένω”.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.