1453 – 1821 Αδιαλείπτως Επανιστάναι  

  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821

 

Επί τέσσερις αιώνες πικρής σκλαβιάς ο Ελληνισμός δεν έπαψε ούτε χρονιά, ούτε μέρα, να αγωνίζεται για να αποτινάξει τον Οθωμανικό ζυγό.

Μετά το Βυζάντιο

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Άλωση, ο Ελληνισμός, είτε αυτόνομα και τοπικά, είτε γενικευμένα, συνεργαζόμενος και συνεπικουρούμενος από ξένες δυνάμεις, όποτε τα δικά τους γεωστρατηγικά σχέδια συνέπιπταν με την προοπτική της δημιουργίας ελληνικής κρατικής οντότητας, επεχείρησε να αποτινάξει την Οθωμανική κυριαρχία.

Οι ξένοι είχαν βεβαίως τις δικές τους βλέψεις στην ίδια περιοχή. Σκοπός τους δεν ήταν η ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την οποίαν πολέμησαν όσο ήταν βασιλεύουσα.

Το Βυζάντιο όμως αποτελούσε ένα ενοχλητικό μεν, απαραίτητο δε ανάχωμα. Με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, η Δύση βρέθηκε προ του κινδύνου μιας ανεξέλεγκτης βαρβαρικής επεκτάσεως. Γι’ αυτό και αμέσως μετά την Άλωση, οι εκκλησιαστικές έριδες που επί αιώνες είχαν ταλαιπωρήσει τον εκχριστιανισμένο Ευρωπαϊκό κόσμο, φάνηκε να παραμερίζονται.

Επί πάπα Πίου Β΄ επιχειρείται η οργάνωση σταυροφορίας προς ανακατάληψιν των «χριστιανικών γαιών». Η επιχείρηση που σχεδίαζε ο πάπας θα είχε βέβαια χαρακτήρα σταυροφοριακό. Τότε, όπως και τώρα, οι Δυτικοί έβλεπαν με ενδιαφέρον την προοπτική της οικονομικής διείσδυσης στην Ανατολή, η οποία περνούσε τότε όπως και τώρα μέσα από τα πολυπόθητα εδάφη του ελληνικού ζωτικού χώρου.

Χαρακτηριστικό του κλίματος της εποχής, είναι το ύφος της επιστολής που απευθύνει στον δόγη της Ενετικής Δημοκρατίας, Χριστόφορο Μαύρο, ο Πάπας Πίος Β΄, στις 8 Νοεμβρίου 1463.

«Άμα φανής», του γράφει, «επί του Βουκενταύρου, ενδεδυμένος την πολύτιμον στολήν, ου μόνον η Ελλάς, αλλά και η Ασία θα λάβωσι τα όπλα. Μεγάλη τη Δημοκρατία τιμή και όφελος τη Χριστιανοσύνη θέλουσι προσγίνει άμα υμείς ενωθείτε μεθ΄ ημών, αφού μάλιστα πρόκειται περί πολέμου υπέρ της θρησκείας του Σωτήρος».

Και στον δούκα της Βουργουνδίας: «Όλος ο χριστιανικός κόσμος ήκουσε την υπόσχεσίν σας, συνεπεία της οποίας οι Ενετοί ανεθάρρησαν, οι Ούγγροι ελπίζουσι να εκδικηθώσι τους σκληρούς των εχθρούς, όλη η Ελλάς και η Σλαβωνία σκέπτονται περί ελευθερίας…».

Ας προσέξει ο αναγνώστης μια σημαντική λεπτομέρεια: και στις δυο επιστολές γίνεται λόγος όχι για την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο, αλλά για την Ελλάδα. Αυτό εις απάντησιν όσων υποστηρίζουν ότι ο ελληνισμός χάθηκε και ως έννοια ακόμη στα χρόνια του Βυζαντίου, και ανεκαλύφθη και επεβλήθη με τον Διαφωτισμό.

Όσον αφορά εις τας σχέσεις Ελλήνων και Δυτικών, πρέπει να επισημάνουμε δυο γεγονότα που είναι χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι στους στόλους των μεγάλων ναυτικών κρατών, και ιδιαιτέρως της ιταλικής χερσονήσου, υπηρετούσαν ως μισθοφόροι και αξιωματικοί, πλήθος Ελλήνων. Το δεύτερο, πως ανάμεσα στους Δυτικούς που εξεστράτευσαν στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του πρώτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1463 – 1479 ) και αρχιστράτηγος στην Πελοπόννησο, ήταν και ο Σιγισμούνδος Μαλατέστα, πνευματικό τέκνο του «τελευταίου Έλληνος φιλοσόφου» Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού. Ο Σιγισμούνδος ήταν μάλιστα αυτός που παρέλαβε και μετέφερε στην Ιταλία τα οστά του πνευματικού του καθοδηγητή, για να τα αποθέσει αργότερα, το 1466, στο μνημείο το οποίο ανήγειρε γι’ αυτό τον σκοπό στο Ρίμινι.

Τέσσερεις αιώνες αγώνων

Αλλά και οι Έλληνες στα υπόδουλα ελληνικά εδάφη, ποτέ δεν απεδέχθησαν την κατάκτηση, ούτε καν ως πολιτειακή κατάστασή τους, παρά τα όσα εξ ορισμού ήσαν υποχρεωμένοι να υπομένουν. Συνεπείς στο φυλετικό ορμέμφυτο, δεν θα απολέσουν ποτέ την έμπρακτη επιθυμία τους για εθνική ανεξαρτησία.

  • Η Μάνη επαναστατεί το 1481 υπό τον θρυλικό Κροκόνδειλο Κλαδά. Την ίδια χρονιά επαναστατεί και η Χειμάρρα.
  • Μεταξύ 1492 και 1496 επαναστατούν η Ήπειρος και η Θεσσαλία.
  • Το 1585 επαναστατούν η Ακαρνανία και η Ήπειρος, υπό τους Γρίβα, Δράκο και Μαλάμο.
  • Από το 1603 ως το 1624 όλος ο Ελληνισμός, από την Κύπρο ως την Μάνη και την Ήπειρο, εξεγείρεται.
  • Το 1616 ο Επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ηγείται της δραματικής εξεγέρσεως που οδήγησε και στον μαρτυρικό του θάνατο.
  • Στο διάστημα 1645 – 1685 επαναστατούν η Κρήτη, η Πελοπόννησος, η Ακαρνανία, η Στερεά.
  • Τον 18ο αιώνα, με ηυξημένο το ενδιαφέρον της Ρωσίας, προς την οποία είχαν πλέον στρέψει οι Έλληνες τις ελπίδες τους, μετά την ειρήνευση μεταξύ Ενετών και Σουλτάνου το 1573, πραγματοποιείται πλήθος τοπικών εξεγέρσεων και σε μεγάλη κλίμακα, με κορυφαία τα Ορλωφικά.

Η απελευθέρωση των υπόδουλων στους Οθωμανούς Ελλήνων, έλαβε διαστάσεις πανευρωπαϊκού ζητήματος. Η ελευθερία των Ελλήνων αντιμετωπίζεται ως πράξη εμβληματική, εις την οποίαν προσβλέπει κάθε πολιτισμένος Άνθρωπος. Αυτό εξηγεί και το ότι η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Ελληνική ανεξαρτησία είναι η μακρινή Αϊτή. Το Ελληνικό ζήτημα, είναι ζήτημα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο.

Χαρακτηριστικό των συνεννοήσεων που λαμβάνουν χώραν λίγα χρόνια πριν την Εθνεγερσία, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από επιστολή της Αικατερίνας Β΄ της Ρωσίας προς τον Αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ της Αυστρίας:

«Πέποιθα, ως εκ της απεριορίστου προς Υμάς εμπιστοσύνης ότι, εάν αι επιτυχίαι ημών εν τω τουρκικώ πολέμω επιτρέψωσιν ημίν ν’ απαλάξωμεν την Ευρώπην εκ του εχθρού του χριστιανικού ονόματος και να εκδιώξομεν αυτόν εκ της Κωνσταντινουπόλεως, η Υ.Μ. δεν θα αρνηθή την συνδρομήν Αυτής, προς ανίδρυσιν της αρχαίας γραικικής μοναρχίας επί των ερειπίων της βαρβάρου οθωμανικής κυβερνήσεως.

Αλλά και ο Μέγας Ναπολέων έγραφε προς το Διευθυντήριο, στα 1797 : «Εν Αλβανία και Ελλάδι ενθυμούνται ακόμη την Σπάρτην και τας Αθήνας. Διατηρώ αλληλογραφίαν μετά των επισημοτέρων του τόπου αρχηγών, και η Ελλάς ίσως αναγεννηθή εκ της τέφρας της».

Ο 19ος αιώνας είναι πλήρης επαναστάσεων. Οι αρματολοί του Ολύμπου, ο Νικοτσάρας, ο παπα-Ευθύμης Βλαχάβας, οι Κολοκοτρωναίοι, γράφουν λαμπρές σελίδες δόξας και θυσίας, που θα ανοίξουν το δρόμο για τον μεγάλο ξεσηκωμό.

Όλες αυτές οι ενέργειες που περιγράψαμε συνοπτικά, δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί, εάν οι ΄Ελληνες δεν φρόντιζαν, στο πέρασμα των μακρών αιώνων της σκλαβιάς, να είναι ετοιμοπόλεμοι ψυχικά, πνευματικά και υλικά. Με την εμπειρία που είχαν αποκτήσει από τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις και εξεγέρσεις αιώνων, εξεγέρσεις «αντικειμενικά» χωρίς ελπίδα για επιβολή εμπρός στις υπέρτερες δυνάμεις των Οθωμανών, μπόρεσαν, στο κατάλληλο κύμα των συγκυριών, να δράσουν συντονισμένα και αποτελεσματικά, και με μια μεγαλειώδη υπερπροσπάθεια, να αποτινάξουν τα δεσμά της σκλαβιάς.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

(Δημοσιεύθηκε στο φ.295 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)

 

 

Αγώνας για Εθνική Ανεξαρτησία- Δανεισμός για Εθνική υποδούλωση

ΔΑΝΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

 

Κατά τα πρώτα χρόνια της Επαναστάσεως (1821-1822 ) ο επαναστατικός στρατός που λειτουργούσε σε εθελοντική βάση πέτυχε πάμπολλες νίκες κατά του εχθρού και απελευθέρωσε μεγάλες περιοχές με τη δύναμη των όπλων.

Την εποχή εκείνη ήταν που κατέφθασε στην Ελλάδα ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος ώστε να προσκληθεί ως ηγεμόνας στην Ελλάδα ο θείος του Ιωάννης Καρατζάς ο οποίος είχε διατελέσει ηγεμόνας της Βλαχίας. Ο Μαυροκορδάτος ανήκε στη συντηρητική παράταξη των Φιλικών που  επιθυμούσε την αναβολή ( αν όχι τη  ματαίωση ) του Αγώνα . Στο πρόσωπό του οι αρχιτέκτονες της πολιτικής του διαίρει και βασίλευε εγγλέζοι βρήκαν τον καλύτερο σύμμαχο. Ο Μαυροκορδάτος διέβλεψε ότι με την μετατροπή του στρατού από εθελοντικό σε μισθοφορικό, την δύναμη και τον στρατό θα είχε με το μέρος του αυτός που θα κατείχε το δέλεαρ του χρήματος. Έτσι λοιπόν άρχισε να σπείρει το μικρόβιο της φιλαργυρίας στους αγωνιστές . Η πολιτική του άρχισε να πιάνει τόπο μεταξύ των ταλαιπωρημένων από τις κακουχίες του πολέμου αγωνιστών. Ολο και περισσότεροι αγωνιστές άρχισαν να ακολουθούν τις συμβουλές του, και να ζητούν μισθό.

Όταν τα ταμεία των κοτζαμπάσηδων και των καραβοκυραίων άρχισαν να στερεύουν, ο Μαυροκορδάτος, με την ιδιότητα του Αρχιγραμματέα  του Εκτελεστικού  Σώματος, παρότρυνε τον Πρόεδρο του Βουλευτικού, Ιωάννη Ορλάνδο, να φύγει στην Αγγλία  προς αναζήτηση δανείου.

Το πρώτο δάνειο

– Η Ελλάς σε υποθήκη

Στις αρχές του 1824, την εποχή που είχαν ανάψει οι πρώτες εμφύλιες διαμάχες, και στην Ελλάδα υπήρχαν δύο Εκτελεστικά Σώματα, δύο κυβερνήσεις δηλαδή, και δύο Βουλευτικά, ο Ορλάνδος μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη συνομολόγησαν επίσημα στις 21 Φεβρουαρίου 1824 με τον τραπεζικό οίκο Λόφναν, Ελλις και Σία, δάνειο οκτακοσίων χιλιάδων λιρών στερλινών με τιμή εκδόσεως 59 % και ετήσιο τόκο 5 % πάνω στην ονομαστική αξία. Το δάνειο είχε αναδρομική ισχύ από την 1η  του έτους και διορία 36 ετών για την απόσβεση. Υποθήκη για το δάνειο έβαλαν οι «πατέρες» του Έθνους,  ολόκληρη την εθνική περιουσία και όλα τα εθνικά κτήματα.  Με τα τοκογλυφικά τους τερτίπια ( προπληρωμή τόκων δύο ετών, προμήθειες, δαπάνες και τραπεζικά έξοδα ), οι τραπεζίτες του Λονδίνου απεφάσισαν ότι από τις 800 000 λίρες θα δινόντουσαν στην Ελλάδα οι 454.700.

Τα χρήματα του δανείου αποφασίστηκε ότι έπρεπε να αποσταλούν τμηματικά στην Ελλάδα με αγγλικά πλοία και ότι θα έπρεπε να κατατεθούν στις τράπεζες του Καίσαρα Λογοθέτη και του Σάμουελ Βαρφ στην Ζάκυνθο.

Για την ιστορία αυτού του δανεισμού έχει κατηγορηθεί η Ελλάδα ότι η «εγγλέζικη δωρεά» καταληστέφθηκε από τους Έλληνες.

Η αλήθεια είναι ότι  μπορεί ένα μέρος του δανείου, δηλαδή του μισού ποσού που με δόσεις και καθυστερημένα έφθασε στην Ελλάδα, να συνέβαλε στην εμφύλια διαμάχη, από την οποία, όπως αναφέρει ο  ιστορικός Ιωάννης Δεσποτόπουλος, «τελικά κερδισμένη βγήκε η αγγλική πολιτική που με το χρήμα του δανείου εδραίωσε την αγγλοκίνητη παράταξη και έτσι εξασφάλισε την επιρροή της στον Ελλαδικό χώρο».  Οι εγγλέζικες λίρες στάθηκαν για τους αγνούς αγωνιστές πιο επικίνδυνος και φοβερός εχθρός απ’ ό,τι οι στρατιές του Δράμαλη. Ο Ορλάνδος  έφθασε σε σημείο να γράφει από το Λονδίνο στην κυβέρνηση του Μαυροκορδάτου σχετικά με τον Κολοκοτρώνη: «Αν η διοίκησις  ενίκησε  τους σπαθάτους αυτούς, ως ακούομεν και δεν τους έκρινε να τους θανατώση, δια να παστρεύση την Ελλάδα από τέτοιες βρώμες, αλλά τους εσυγχώρησε, ως άλλοτε, τότε όλη η Ευρώπη θέλει στοχασθή, ότι η Ελληνική Διοίκησις, δεν είναι διοίκησις, αλλά σκιά και ούτε δύναται να στερεωθή ποτέ».

Το δεύτερο δάνειο

Στις αρχές του 1825 η κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέτη κ.λ.π. ζήτησε την χορήγηση δευτέρου δανείου από τον τραπεζικό οίκο των αδελφών Ρικάρντο.  Οι ίδιοι απεσταλμένοι του πρώτου δανεισμού συμφώνησαν έναν ειδεχθέστερο δανεισμό με συμφωνία που υπέγραψαν στις 7 Φεβρουαρίου 1825.

Το αρχικό ποσό ανερχόταν σε 2.000.000 λίρες στερλίνες  το οποίο διαιρέθηκε σε 200.000 «ομολογίες» 100 λιρών εκάστη, που εκδόθηκαν προς 55 και ½ πάνω στην ονομαστική τους αξία, αποφέροντας καθαρό κέρδος 1.100.000 λιρών ( φυσικά όχι στον Ελληνικό Λαό … ). Αφού κρατήθηκαν οι τόκοι των δύο πρώτων χρόνων, τα έξοδα, οι προμήθειες, τοκοχρεολύσια ενός έτους, κ.λ.π.,ύψους 284.000 λιρών, το ποσόν που τελικά εκκαθαρίστηκε και έπρεπε να δοθεί στην ελληνική πλευρά ήταν 816.000 λίρες . Οι τραπεζίτες σε συνεργασία με το Φιλελληνικό Κομιτάτο και τους έλληνες αντιπροσώπους, κράτησαν για τον εαυτό τους την διαχείριση των χρημάτων, με αποτέλεσμα τα χρήματα αυτά να μη γίνουν πολεμοφόδια, σε μια κρίσιμη μάλιστα για την επανάσταση στιγμή, αφού ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Έτσι  λοιπόν,  παραγγέλθηκαν με τις ανάλογες προμήθειες (μίζες), ατμοκίνητα πλοία σε αγγλικά ναυπηγεία, φρεγάτες στις Η.Π.Α. , κ.λ.π. Τελικά μόλις το 1/10 από το αρχικό ποσόν διεσώθη από τα αρπακτικά νύχια των τοκογλύφων τραπεζιτών και των δήθεν φιλελλήνων.

Η υπόθεση του δευτέρου δανείου πήρε τις διαστάσεις κραυγαλέου σκανδάλου που απασχόλησε και αυτόν ακόμα τον αγγλικό τύπο, όχι μόνον επειδή από τα 2.000.000 λίρες οι Έλληνες εδικαιούντο τελικά μόλις 816.000, αλλά και γιατί και από αυτό το ποσόν, το μισό και παραπάνω παίχτηκε στο χρηματιστήριο του Λονδίνου και μόλις 392.000 λίρες δόθηκαν για τις παραγγελίες που προαναφέραμε.

Αλλά και η τύχη των παραγγελιών δεν ήταν καλύτερη.

Σε ό,τι αφορά την παραγγελία ελαφρών και βαρέων όπλων, αυτά ήρθαν πολύ λιγότερα και αργοπορημένα στην Ελλάδα. Από τα έξι ατμόπλοια που παραγγέλθηκαν σε αγγλικά ναυπηγεία που πελάτης τους ήταν και ο Ιμπραήμ, έφθασαν μόνο τα τρία, από τα οποία μόνο το  «Καρτερία» έκανε αισθητή την παρουσία του στον Αγώνα.

Από τις δύο φρεγάτες που παραγγέλθηκαν στην Αμερική, έφθασε στην Ελλάδα μόνον η μία, αφού η άλλη πουλήθηκε για εξαγορά της πρώτης, και αυτή δεν θα ερχόταν καν αν δεν παρενέβαινε προσωπικά ο Πρόεδρος Ανταμς ενάντια στην γκανγκστερική συμφωνία  των δανειστών και του  αμερικανικού εμπορικού οίκου που είχε αναλάβει την κατασκευή.

Το αίσχος αυτό των δανείων αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς με τον χαρακτηρισμό «τα δάνεια της Ανεξαρτησίας». Όμως, κάθε άλλο παρά αυτό ήταν. Κατ’ ουσίαν ήταν δάνεια που οδήγησαν στην οικονομική εξάρτηση και πολιτική υποδούλωση του νέου Ελληνικού Κράτους στους τραπεζίτες και μεγαλοκεφαλαιούχους. Η νέα Ελλάς ηξαρτάτο πολιτικά και μέσω αυτών των δανείων στην αγγλική πολιτική για πάνω από 120 χρόνια, αφού ήταν χρεωμένη μέχρι το 1947 και κατ’ ουσίαν πολύ περισσότερο, αφού αυτός ο δανεισμός με τους ληστρικούς όρους οδήγησε την Ελλάδα σε έναν φαύλο κύκλο δανεισμών.

Θα ήταν εύκολο (και δίκαιο) να αναθεματίσουμε τους  κάθε λογής πιστούς του Μαμωνά για αυτήν την καταλήστευση του Ελληνικού Λαού, αλλά θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε ότι αυτοί στηρίχθηκαν στους τότε και κατά καιρούς προδότες  της Εθνικής Ιδέας.

Ενάντια σε όλα αυτά  αγωνιζόμαστε για να μην ζήσουμε χρόνια χειρότερα  και από αυτά της τουρκοκρατίας. Ενάντια στη λογική του μη εφικτού, αφού η ίδια η Ιστορία (και αυτή του 1821) μας διδάσκει ότι λίγοι και αποφασισμένοι με την Πίστη και την Δύναμη της θέλησής τους μπορούν να υπερνικήσουν και τον ισχυρότερο αντίπαλο και να αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας.

ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ

(δημοσιεύθηκε στο φ.295 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)

ΕΓΕΡΘΗΤΙ: 400 χρόνια Επανάσταση

 

ΕΓΕΡΘΗΤΙ 400 ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ  ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

«Ως μία βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάσταση».

«Παιδιά μου! Εις τον τόπον τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημιουργούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ, και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας».

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα λόγια του Γέρου του Μωρηά, κι αναρωτιέμαι τι άνθρωπος, τι Έλληνας ήταν ο Θοδωρής, που να ταπεινώνει τόσον τον Θοδωρή, ώστε να κάνει τα σημερινά τσουτσέκια των πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ, που παριστάνουν τους λέοντες ενώ είναι ακκιζόμενες μαϊμούδες και κότες τρίλυρες, να ξεγυμνώνονται εμπρός στο μεγαλείο του. Πόσο ακέραια υπερήφανος ήταν αυτός και η γενιά του, οι Κολοκοτρωναίοι, αυτοί που «καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι».

Πόσο Ελληνικό DNΑ κυλούσε ορμητικό στις φλέβες του, ώστε αυτός ο καπνισμένος στα άρματα Φουστανελοφόρος, έκαμε υπακοή στους Φραγκοφορεμένους για το καλό του Έθνους, να αφήνει στους νεαρούς βλαστούς του Γένους παρακαταθήκη πως «Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία. Και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία, και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε, και να γίνομε ευτυχέστεροι».

Όσοι προλάβαμε να μελετήσουμε την  Ελληνική Ιστορία από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ως την σύσταση του νέου Ελληνικού κράτους από  τα σχολικά εγχειρίδια, μάθαμε για το «Ελληνικό Θαύμα». Όσοι παρατηρήσαμε προσεκτικότερα και ενσκύψαμε ένθερμα στο εθνικό αφήγημα, διαπιστώσαμε, όμως, την ύπαρξη ενός κενού ανάμεσα στην κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τον Μωάμεθ Β΄ στις 29 Μαΐου 1453 ως την κήρυξη της Επαναστάσεως της 25ης Μαρτίου 1821 . Ένα κρίσιμο κενό, που χωρίς αυτό, η έννοια του Αγώνα εύκολα διαστρεβλώνεται, αλλοιώνεται και παραποιείται.

Για κάποιους, σ’ αυτά τα «Σκοτεινά Χρόνια» της μ.Χ. Ιστορίας μας, ο Ελληνισμός ως υλική πραγματικότητα εξαφανίστηκε. Οι Έλληνες έγιναν μουλάτοι, αναμεμειγμένοι με Μογγόλους, Τούρκους, Αιγύπτιους και όποιον άλλο ταιριάζει στο εθνοδυαλιτικό αφήγημα, κι η Επανάσταση ήταν μια ταξική εξέγερση, παραμορφωμένη για να υπακούει στο Αριστερό ξαναγράψιμο της Ιστορίας.

Οι καλόπιστοι, από την άλλη, υποθέτουν ότι το Έθνος έπεσε σε χειμερία νάρκη τεσσάρων αιώνων, μέχρι το πρωινό της  25ης Μαρτίου του ’21, όταν άνοιξε τα μάτια, άδραξε το όπλο που κάποια θεία δύναμη είχε ακουμπήσει πλάι του, και όρμησε εναντίον του δυνάστη, νικώντας τον εν ριπή οφθαλμού.

Και οι δυο θέσεις είναι βεβαίως ψευδείς. Όχι διότι ο Ελληνισμός δεν υπέστη τα δεινά τα οποία κατέγραψε αλλά και όσα δεν κατέγραψε η ιστοριογραφία στους τέσσερεις αιώνες της σκλαβιάς, περισσότερο ακόμη για τις περιοχές της ελληνικής επικράτειας που παρέμειναν υπόδουλες ως τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κι ακόμη παραπάνω για τις αλύτρωτες Πατρίδες μας, ούτε επειδή ο Θεός των Ελλήνων δεν ενίσχυσε τον Αγώνα τους, αλλά επειδή ο Αγώνας των προγόνων μας δεν ήταν ένας και στιγμιαίος, αλλά πολλοί και μακροχρόνιοι αγώνες για εθνική απελευθέρωση, ανεξαρτησία και ολοκλήρωση. Αυτό ας είναι το μάθημα το οποίο έχουμε λαμβάνειν από την εθνική επέτειο.

Το παράδειγμα εκείνων οι οποίοι μέσα στους σκοτεινούς χρόνους της αλλόφυλης και αλλόδοξης Οθωμανικής κατοχής, κατόρθωσαν να διατηρήσουν άσβεστη την Πίστη στο Γένος , κι αληθινό το όραμα της  Δόξας και της Λευτεριάς, ας είναι  αυτό που θα φλογίζει και τις δικές μας σκέψεις και ψυχές.

Κι ας είναι βέβαιοι οι σημερινοί επικυρίαρχοι, ότι η  Φυλή μας, ούτε μπορεί ούτε γίνεται να προσκυνήσει. Το «μικρό κλεφτόπουλο», πάντοτε «δεν προσκυνάει». Όπως γράφει ο Γέρος του Μωρηά στον Ιμπραήμ «Μόνο ένας Έλληνας να μέινει, πάντα θα πολεμούμε».

Γιατί δικοί μας είναι πρόγονοι κι εμείς παιδιά κι εγγόνια αυτών που είπαν το «Μολών Λαβέ » και το «Ελευθερία ή Θάνατος». Είμαστε εμείς που ευλαβικά κλίνουμε  το γόνυ εμπρός στον τελευταίο Αυτοκράτορα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, που ορθός στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, έκανε την Ελληνική  ψυχή του λόγο και έργο κι ο λαός μας τραγούδησε από τον αφρό της θάλασσας ως την πιο ψηλή ράχη πως «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας είναι». Κι είναι η δική μας η γενιά που προσδοκά και αγωνίζεται να πραγματώσει  το προγονικό όραμα που δεν ολοκληρώθηκε με το ΄21, για μια μεγάλη κι ελεύθερη Ελληνική Πατρίδα.

«Εμείς, καπιτάν ‘Αμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. ‘Αλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;» – « Η φρουρά του βασιλέως μας είναι είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά»

Μήνυμα Νικολάου Γ. Μιχαλολιάκου για την επέτειο της Εθνικής Επαναστάσεως του 1821

 

ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ ΧΑ

Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ τιμά την Μνήμη των Γενναίων, την Εθνική Επανάσταση της 25ης Μαρτίου του 1821 και καλεί τους Έλληνες σε εγρήγορση για να υπερασπιστούν τα αιώνια Ιδανικά του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Ο αγώνας της 25ης Μαρτίου συνεχίζεται γιατί τίποτε δεν άλλαξε. Εδώ είναι οι προσκυνημένοι, εδώ και οι ραγιάδες, εδώ και οι τοκογλύφοι των περίφημων δανείων του Αγώνα, και απέναντι σε όλους αυτούς το αδάμαστο Εθνικό Πνεύμα, οι Έλληνες Πατριώτες, που τιμούν με όλη τους την καρδιά την 25η Μαρτίου, την προδομένη Επανάσταση του Γένους μας μέχρι την στιγμή, που θα φύγει επιτέλους το ψευτορωμαίικο και θα έρθει η Ελλάδα.

 

Νικόλαος Γ. Μιχαλολιάκος
Γενικός Γραμματέας Λαϊκού Συνδέσμου – Χρυσή Αυγή

 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/mhnuma-nikolaou-g.-michaloliakou-gia-thn-epeteio-ths-ethnikhs-epanastasews#ixzz5j6Id3Kwf