ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Οι τρεις παράγοντες της αποτελεσματικής Εθνεγερσίας

ΕΓΕΡΘΗΤΙ-1821

Με το γλαφυρό ηρωικό αφήγημα του 1821 έχουμε ασχοληθεί σε πλείστα των άρθρων μας, στα είκοσι τέσσερα χρόνια της αρθρογραφίας μας στα έντυπα του Εθνικιστικού κινήματος. Καθώς το κόμμα των Ελλήνων Εθνικιστών, με την παγίωσή του στην κρίσιμη τρίτη θέση των κοινοβουλευτικών κομμάτων, και με την ανοδική του τάση στην κοινωνία, όπως καταγράφεται σε δημοσκοπήσεις των συστημικών αριστερών δημοσκόπων, αλλά και σε κρυφές δημοσκοπήσεις όπως αυτή που κατ’ αποκλειστικότητα δημοσιεύσαμε στο φ. 240 και η οποία φέρνει την Χρυσή Αυγή στο 16%, είναι σκόπιμο να στρέψουμε την προσοχή μας στο επίκαιρο και διδακτικό ζήτημα του τι έκανε δυνατή την Εθνεγερσία.

Επαναστάσεις έγιναν πολλές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Είχαμε μάλιστα γράψει παλαιότερα ενδελεχές κείμενο με τίτλο «400 χρόνια επανάσταση», και πράγματι αυτό συνέβαινε. Έλληνες έκαναν τον θυμό τους κουράγιο και έμπαιναν στις διαταγές ενός ωραίου γενναίου τρελού, κι έκαναν γιουρούσι στον κατακτητή με τσουγκράνες και λιανοτούφεκα.

Για να φθάσουμε στο 1821 και στην πρώτη δημιουργία Ελληνικού κράτους,  χρειάστηκαν τρεις θεμελιώδεις άξονες.

Οι Aρματωμένοι 

Επανάσταση δεν θα γινόταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν τα χέρια που σήκωσαν τα όπλα εναντίον της “νόμιμης” Οθωμανικής εξουσίας. Οι πληγές και τα αίματα των απλών στρατιωτών, θα κατέληγαν σε άπατο πηγάδι χωρίς τις κεφαλές, τους καπεταναίους που με παλικαριά αλλά και με ευστροφία και με στρατηγική σκέψη, συχνά αποκτημένη πλάι στους Άγγλους, στους Γάλλους, στους Ρώσους, ακόμα και στους Οθωμανούς, έμαθαν την τέχνη του Πολέμου, της στρατηγικής και της διοίκησης.

Εκείνοι οι αληθινοί αντιεξουσιαστές, οι αρματολοί, οι παράτολμοι, οι μαχαιροβγάλτες του Βάλτου, αυτοί που διάλεξαν να στήσουν την δική τους κοινωνία στο περιθώριο της κοινωνίας του υπόδουλου καθωσπρεπισμού, είτε γραπωμένοι στα όρη της Πελοποννήσου είτε πλέοντας με τα κάστρα τους στα  νερά του Αιγαίου και της Ευξείνου Πόντου, είναι που κράτησαν ζωντανούς και γυμνασμένους τους ψυχικούς και σωματικούς μύες του Γένους με τα παράτολμα κατορθώματα, τους ηρωισμούς και την λεβεντιά τους.

Για να πετύχει η Επανάσταση, αρματολοί, καπεταναίοι, και απλοί τυφεκιοφόροι, έκαναν ο καθένας το δικό του καθήκον. Ούτε τα πόδια σηκώνονταν να χτυπήσουν το κεφάλι, ούτε τα χέρια έδιναν διαταγές στον εγκέφαλο.

Οι Καλαμαράδες

Και πώς θα γινόταν Επανάσταση χωρίς την πέννα των ποιητών, τις ατελείωτες στοίβες από τις προσεκτικά συντεταγμένες και καλλιγραφικά γραμμένες επιστολές των λογίων προς τους ισχυρούς της Γης; Προς τους ποιητές, τους λογοτέχνες, τους πανεπιστημιακούς, αυτούς που θα μπορούσαν με την σειρά τους να βάλουν την πέννα τους να τρέξει αίμα από τις καρδιές των Ευρωπαίων, των Αμερικανών, των Λατίνων, να ξύσουν τα βρύα της Ιστορίας από τον Όλυμπο, και να γυαλίσουν με το στιλπνό μελάνι τους το όραμα ενός σκλάβου Έθνους που στέναζε κάτω από τον βάρβαρο οθωμανικό ζυγό; Πώς να ανατρέψουν με μια γραφίδα και μια περγαμηνή την λάμψη  της χρυσοποίκιλτης Οθωμανικής Υψηλής Πύλης στα μάτια των ταξιδευτών, των διπλωματών, των εμπόρων;

Με την πέννα τους, οι εμφυλιοπολεμικά αποκαλούμενοι από τους ξύπνιους μπακαλοέλληνες,  καλαμαράδες, σήκωσαν την Ελλάδα από τον τάφο όπου την έριξε η δειλία και ο ωχαδελφισμός και την σήκωσαν στα πόδια της. Ίσιωσαν τις πτυχές από τον σκονισμένο χιτώνα της, της ξέμπλεξαν τα μαλλιά, και την έστησαν ορθή να την δει η Οικουμένη και να αναλογιστεί τι της χρωστά.

Η καταφρόνια στην «πέννα» κρύβει τον επιφανειακό, συμπλεγματικό παπαγάλο νεοέλληνα ξερόλα, που από οκνηρία και μικρόνοια αρνείται να αντιληφθεί πως από την μαγκιώρικη ωμή βία, η σιδερένια γροθιά είναι μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματική μέσα σε ένα βελούδινο γάντι.

Οι Ευεργέτες

Μα κι ορθή η Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να επιζήσει για πολύ. Χρειάστηκε να κινηθούν οι καραβοκύρηδες, οι Έλληνες Οθωμανοί υπήκοοι τραπεζίτες της Υψηλής Πύλης, οι ζάπλουτοι της Μολδοβλαχίας, οι κυρίες των γαλλικών σαλονιών που παρήγγελλαν φλιτζανάκια με ελληνικά τοπία και τράπουλες  με τις μορφές των ηρώων, και έκαναν φιλολογικές βραδιές για  να μαζευτούν φράγκο-φράγκο οι εισφορές που θα αγόραζαν φυσέκια αλλά και ανθρώπους με επιρροή.

Και σε  αυτό ο Αριστερός τρόπος σκέψεως είναι στον αντίποδα του Δεξιού Ελληνικού. Εκεί που ο Αριστερά σκεπτόμενος (ο οποίος μπορεί να θεωρεί κι από πάνω ότι είναι άκρα δεξιός) παλεύει να αναδειχθεί σε τιμητή, βλοσυρό κλειδοκράτορα του κάστρου της μετριότητας,  για να στείλει «τους άλλους» να δουλεύουν στα κολχόζ, ο Δεξιός Ελληνικά σκεπτόμενος θέλει να απλώσει τα πανιά του, να γίνει Μεγαλέξανδρος Δημιουργός.

Κανένα άλλο ποίημα δεν συνοψίζει την άψογη όσο και αναγκαία συνεργασία αυτών των τριών ώστε να γίνει πραγματικότητα το όραμα της Ελεύθερης Ελλάδας, από τούτο:

«…Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μεσ’ την αφάνταστη φθορά.

 

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες

για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να ‘χες

για να τα ιδώ τα θαλασσά

ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

 

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω

για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη (…)

 

Τι θες κι απ΄ όλα τούτα τ’ αγαθά;

Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

“Διαβάτη”,

μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:

“Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!”.»

 

Ο «καλαμαράς» Βίκτωρ Ουγκώ, μιλά με το επαναστατημένο κλεφτόπουλο, τον «αναρχικό» της εποχής του, που του ζητά αυτό που οι «ευεργέτες» του μπορούν να του προσφέρουν. Βόλια και μπαρούτι.

Μέρες που είναι, για την μνήμη Εκείνων, και το Αύριο το δικό μας και των παιδιών μας, ας βάλουμε κάτω τα κομμάτια που συνθέτουν το στρατήγημα της Εθνεγερσίας. Και ας το κάνουμε πράξη. Ζήτω η Ελλάδα!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

 

(Δημοσιεύθηκε στο φ.244 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)