ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Istimalet*

 

 242

Η Ιστορία είναι ένα ζωντανό πράγμα, ένας δράκος που απλώνεται και αγκαλιάζει τις ζωές των ανθρώπων και δρα δεσμευτικά στα μέλη τους για πολλούς αιώνες.

Όταν οι πρώτοι Οσμανλήδες επέλαυναν με τα άλογά τους από την Ασία  προς τα εδάφη της Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας μας, οι Βυζαντινοί δεν τους έδωσαν και μεγάλη σημασία. Δυο φορές ηττήθηκαν, μια στο μοιραίο Ματζικέρτ, ψηλά στην λίμνη Βαν, ανοίγοντας τις πύλες στην διείσδυση των Τουρκομάνων και την ίδρυση του κράτους των Σελτζούκων, και μια στο Μυριοκέφαλο, κοντά στα νερά του Μαιάνδρου ποταμού, όπου κρίθηκε το μέλλον της Βυζαντινής Μικράς Ασίας. Καθώς οι ένοπλοι ποιμένες εγκαθίσταντο στα εδάφη της αυτοκρατορίας, οι εντόπιοι άρχοντες φρόντιζαν να τους καλοπιάνουν. Τους έδωσαν εδάφη να εγκατασταθούν, τους έδωσαν και τις άμοιρες τις κόρες τους, είδος ανταλλακτικό της εποχής, ελπίζοντας πως οι άξεστοι που έτρωγαν ωμό το κρέας κάτω απ’ την σέλλα τους, θα αφομοιωθούν και θα αγαπήσουν τον εκλεπτυσμένο τρόπο με τον οποίον διήγαν τον βίο τους. Κάποιοι σαν τον άρχοντα εξωμότη Μιχαήλ, γενάρχη της οικογένειας των Γαζήδων Μιχάλογλου, έδωσαν στον Οσμάν, το ίδιο τους το χέρι, με το σπαθί και τους άντρες τους,  για να πολεμήσουν μαζί κατά των Βυζαντινών.

Οι αυτοκράτορες έφτασαν στο σημείο να αφαιρούν γαίες από τους Ακρίτες, τους μυριοτραγουδισμένους φύλακες των συνόρων, και να τις δίνουν στους επήλυδες. Προτάσσοντας την θρησκευτική διαφορετικότητα, αυτή που μερικούς αιώνες μετά θα αιματοκύλιζε σε αδελφοκτόνο πόλεμο μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών την Δύση, έχουν το βλέμμα στραμμένο στα δυτικά, θαρρώντας πως κινδύνευαν περισσότερο από κεί, και γύριζαν την πλάτη στην Ανατολή όπου οι υπήκοοι αφήνονταν να τα βγάλουν πέρα όπως μπορούσαν, πιστεύοντας πως κάποτε το ανατολίτικο λεφούσι θα χορτάσει.

Καθώς η δύναμη των εισβολέων ισχυροποιούνταν, οι Βυζαντινοί, γονατισμένοι από τους υπέρμετρους φόρους,  ζητούσαν να μπουν στην δικαιοδοσία των κατακτητών, για να γλιτώσουν τις περιουσίες τους από το βαρέλι δίχως πάτο της βυζαντινής διοίκησης. Κι οι εισβολείς άλλο που δεν ήθελαν. Ούτε θρησκευτικά ούτε εθνοτικά προσχήματα μέτρησαν, παρά μόνον το χρήμα. Η αρχική πολιτική κατευνασμού, η εθελοδουλία των Βυζαντινών, βρήκε ανταπόκριση στην πολιτική «καλής θέλησης» των Οθωμανών. Αν πληρώνεις τους φόρους σου, Αβρααμικέ θρησκευτικέ αδελφέ, μπορεί να είσαι πολίτης β’ διαλογής, αλλά το γλιτώνεις το βιός σου. Αυτό το οθωμανικό Istimalet εφαρμόζεται και σήμερα στην Ελλάδα.

Φόροι και μαζί εγκατάλειψη για τον Ελληνικό λαό. Τα νέα, αναπαράγουν σκάνδαλα δημόσια και ιδιωτικά, και αποσιωπούν την εισβολή του Ισλάμ από την Ανατολή, με την διαβεβαίωση ότι οι ισλαμικές ορδές «θα αφομοιωθούν». Ακόμα κι όταν οι τούρκοι πατούν στην θάλασσα, στον αέρα, και στο χώμα μας, και πάλι διαβεβαιώνουν πως δεν είναι δα και μείζον θέμα, όπως δήλωσε εσχάτως ο πολύς Φίλης, της «Αυγής», της ΕΣΗΕΑ και πρώην του Υπουργείου Παιδείας. Η ματιά κρατιέται στραμμένη στους κακούς Ευρωπαίους, οι οποίοι ορέγονται τον φυσικό πλούτο μας, τον πλούτο μιας χώρας την οποίαν οι δικές της ηγεσίες εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος. Αν είναι να ζούμε σε οικονομία ελεύθερης αγοράς, όλοι θέλουν ένα κομμάτι από την πίτα. Γιατί όχι οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι; Γιατί όχι και οι Τούρκοι; Οτιδήποτε άλλο θα ήταν «εθνικιστικό» και καταδικαστέο από τους υπαλλήλους της Γκόλντμαν Σακς. Προς τι λοιπόν η διαμαρτυρία;

Κι αν δεν αρέσει η επεκτατική πολιτική των Ευρωπαίων, μήπως αρέσει καλύτερα αυτή των εξ Ανατολών γειτόνων; Μήπως τελικά οι γιαγιάδες που παρακολουθούν τουρκικά σήριαλ ήταν αναλογικά εκείνος ο γερασμένος βυζαντινός πληθυσμός, που μάθαινε τις θυγατέρες και τα εγγόνια του να καλοπιάνουν τον εισβολέα αντί να του δώσουν μια γερή κλωτσιά στα καπούλια και να τον στείλουν από εκεί που ήρθε;

Ραγιάδες τότε, ραγιάδες και σήμερα. Ραγιάδες, το «κοπάδι» των φορολογούμενων, το «κοπάδι» που το κουρεύουν και το αρμέγουν, αλλά δεν έχουν λόγο να το σφάξουν όσο έχει ακόμη να δίνει γάλα και μαλλί. Αυτό είναι κυριολεκτικώς και με ακρίβεια ο ελληνικός λαός σε τούτη την κρίσιμη καμπή της Ιστορίας.

Σε ολόκληρη την Ευρώπη τα αντισυστημικά πολιτικά κινήματα κερδίζουν  έδαφος. Ένα τελευταίο τραγούδι πριν την άλωση και την νέα οθωμανική κυριαρχία, ή ένας ακόμη αγώνας ζωής και θανάτου που, όπως τότε, προ των Πυλών της Βιέννης, με τον πρίγκιππα Ευγένιο της Σαβοΐας στην κεφαλή, θα σταματήσει τις ορδές των νεοοθωμανών;

Θα σώσουν πάλι οι κεντροευρωπαϊκές δυνάμεις την Τιμή της Ευρώπης; Θα είναι πάλι οι Έλληνες αυτοί που θα τους δώσουν τον λόγο, τον ρομαντικό, βαθύ, αιμάτινο λόγο για να προχωρήσει η λυτρωτική θυσία ;

Και ποιοι θα είναι οι «Μιχαλάκηδες» που θα δώσουν το χέρι στον εχθρό; Μήπως οι κομμουνιστικές συμμορίες που έχουν ξεκινήσει τον γ’ γύρο ενός συμμοριτοπολέμου που η κούφια Δεξιά δεν φρόντισε να λήξει; Μήπως είναι αυτή η πέμπτη φάλαγγα που εξακολουθεί να δολοφονεί, να πλιατσικολογεί και να τρομοκρατεί τους Έλληνες; Μήπως είναι το βαθύ καρκινικό μαρξιστικό κράτος το οποίο ευνόησε η ψευτοΔεξιά να αναπτυχθεί, αυτό που υποθάλπει το παρακράτος, που ξεπουλά την Μακεδονία, την Θράκη, την Βόρειο Ήπειρο και το Αιγαίο; Tελικά ο εχθρός δεν είναι οι Εθνικιστές αλλά εκείνοι που προάγουν την κουλτούρα της παραίτησης, των ναρκωτικών, του ανθελληνισμού, της εγκατάλειψης, με τις ευλογίες των καπιταλιστών αφεντικών τους;

Λίγο πριν από την Άλωση, λίγο πριν ο Χριστιανός από μητέρα νεαρός Μεχμέτ αυτοανακηρυχθεί Καίσαρας των Ρωμαίων, συνεχιστής της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, λίγο πριν η Ρούμελη, η γη των Ρωμαίων, γίνει ένα μακρύ χέρσο κομμάτι βγαλμένο από τα σπλάχνα του Αδη, μέχρι την Ανάσταση της Εθνεγερσίας, εκείνο τον λαμπρόφωτο Μάρτιο του 1821, η Βασιλεύουσα είχε μείνει ένα μάζεμα από χωριά, χωρίς κεφαλές, χωρίς καν Πατριάρχη. Κάπως σαν και τώρα, που ο Πατριάρχης ευλογεί τα τουρκικά όπλα. Χρειάστηκε να σηκωθούν ο Κολοκοτρώνης κι η Μπουμπουλίνα, κι οι Τζαβελαίοι, άντρες και γυναίκες που είχαν κι αυτοί αγάπη της ζωής, και παιδιά να λογαριάσουν και περιουσία να κοιτάξουν, μα επέλεξαν να πολεμήσουν ακριβώς για χάρη και των παιδιών τους. Κι αν των παιδιών τους δεν τους άρεσε ο θάνατος, τότε, δεν άξιζε να λέγονται παιδιά τους.

Μπορεί ο Κωνσταντίνος Δράγασιτς ο Παλαιολόγος να σήκωσε στους ώμους του τα αμαρτήματα χιλίων χρόνων της Αυτοκρατορίας, άφησε όμως πίσω του τον θρύλο του σπαθιού του. Ένα σπαθί που θα το φέρει πάλι στο χέρι του Έλληνα ένας άλλος Μιχαήλ, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, και θα οδηγήσει τους Οσμανλήδες πίσω στην Κόκκινη Μηλιά κι ακόμη παραπέρα.

Για όσους πιστεύουν πως η Ιστορία είναι ζωντανή, το συκώτι του Έθνους που παλεύει να ξεχωρίσει και να στείλει καθαρό τον χυμό στο σώμα των ζώντων, μια σημαντική ιστορική λεπτομέρεια. Η Βιέννη, ήταν για τους Οθωμανικούς θρύλους το δικό τους «κόκκινο μήλο».

Η Ιστορία συνεχίζεται, μέχρι την Νίκη!

* πολιτική καλής θελήσεως

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

(Δημοσιεύθηκε στο φ.242 της Εθνικής Εφημερίδος ΕΜΠΡΟΣ)