ΕΓΕΡΘΗΤΙ: Νίκη, το μόνο χρέος

Νίκη, το μόνο χρέος

Άρθρο της διευθύντριας της εφημερίδας “Εμπρός“, Ειρήνης Δημοπούλου – Παππά στην στήλη “Εγέρθητι”

«Η ζωή ‘ναι πόλεμος, η γης είναι στρατόπεδο, η νίκη είναι το μόνο σου χρέος. Μην κοιμάσαι, μη στολίζεσαι, μη γελάς, μη μιλάς, ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος: πολέμα! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Το καλοκαίρι είναι παράξενη εποχή. Σημαδεύει τέλη και αρχές. Ευτυχισμένες και στενόχωρες αναμνήσεις συμπλέουν. Ήμουν αρκετά μικρή για να έχω γνώμη, όταν έφυγαν οι συνταγματάρχες, ήρθε ο ταξίαρχος και μετά η δημοκρατία. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να θυμάμαι τα δακρυγόνα, το «εδώ Πολυτεχνείο» στο ραδιόφωνο, το Ναι και το Όχι. «Εγώ είμαι με το Ναι!» είχα δηλώσει με τον αυθορμητισμό των τεσσάρων μου χρόνων. «Σουτ, παιδάκι μου!» έλεγαν οι μεγάλοι θορυβημένοι. Αν το αγοράκι με το γιογιό είχε άποψη, είχα φυσικά δικαίωμα να έχω άποψη. Ο όχλος που είχε συγκεντρωθεί με κεριά σαν την Μεγάλη Παρασκευή, στο αεροδρόμιο, δεν μου φαινόταν να έχει σώας τας φρένας ώστε να δικαιούται να επιβάλλει τον ουρανοκατέβατο. Διόλου ευοίωνο, όπως και το πορτραίτο του «Εθνάρχη» με τα τρομακτικά φρύδια στην πλατεία του Δημαρχείου των Αθηνών. Εποχές Βορείου Κορέας στα καθ’ ημάς.

Θυμάμαι, βέβαια, τις μέρες που οι τούρκοι σκότωσαν τον Τάσο Ισαάκ και τον Σολωμό Σολωμού. Το μούδιασμα, την θέληση για αντίδραση που δεν έβρισκε διέξοδο. Σήμερα, περισσότεροι Έλληνες έχουν αντίληψη των πλαστών εθναρχών, σήμερα είμαστε περισσότεροι από εκείνο τον Γενάρη, όταν δυο δράκες Χρυσαυγίτες διαμαρτύρονταν έξω από την βουλή για την προδοσία των Ιμίων από την κυβέρνηση Σημίτη. Σήμερα, υπάρχουν ευτυχώς κάμποσοι με επαναστατημένο θυμικό, αλλά πολύ λιγότεροι με επαναστατημένο νου και καρδιά. Έκαναν, θα πεις, κάτι, οι νέοι που διαμαρτύρονταν για την Κύπρο την δεκαετία του ’50; Δεν την κατέλαβε τελικά ο Αττίλας; Ναι, αλλά εκείνοι τους οποίους χτυπούσαν οι Πραιτοριανοί του «Εθνάρχη», είχαν στο αίμα τους το κύτταρο του ηρωισμού.

Πείνα και φόβος, οι δυο μεγάλοι δαμαστές του ανθρώπου. Όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τους χρησιμοποιούν. Θα αντιδράσει μήπως κανείς όταν ακουστεί το «euro delendum est»; Η μήπως οι άνθρωποι θα προτιμούν και τότε τον οίκτο, μασκαρεύοντας την δειλία σε αρετή ή ίσως σε θρησκευτική πίστη; Πριν από λίγες μέρες, μια γνωστή μου περιέγραφε πως ένας Άραβας κατέπλευσε με την θαλαμηγό του στον Πειραιά, και ήταν λέει τιμή που μας προτίμησε. Στους Έλληνες οι γυναίκες των οποίων έπεφταν στους γκρεμούς για να μην τις πάρουν στα χαρέμια, κάνουν κουμάντο, σήμερα που είναι ελεύθεροι, πρώην καμηλιέρηδες νυν πετρελαιάδες, με γυναίκες μπαμπουλωμένες με μπούργκες Σανέλ, που τους κόβουν χέρια, μύτες και κλειτορίδες στο όνομα της θρησκείας της αγάπης.

Οι φεμινίστριες που έβγαιναν στους δρόμους γιατί «δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, θέλω να είμαι ο εαυτός μου», σήμερα είναι «αντιρατσίστριες» και υπερασπίζονται όχι τις γυναίκες οι οποίες κακοποιούνται, αλλά τους πετρελαιάδες και το «δικαίωμά τους» να ακρωτηριάζουν γυναίκες. Ζούμε σε εποχές όπου τα μηχανεύματα του Μεγάλου Ψεύτη εμφανίζουν το δίκαιο ως άδικο και το λάθος για σωστό. Κάποιοι νομίζουν πως η απάντηση είναι η καταφυγή στον νεοσυντηρητισμό. Όμως, για να μείνουν τα πράγματα όπως έχουν, χρειάζεται να αλλάξουν, λέει το πολιτικό dictum.

Για να γίνει πράξη το ξύπνημα της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής ταυτότητας το οποίο διαπιστώνουμε, σε ολόκληρη την ήπειρό μας, ενώ η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ανεξαρτησία των κρατών έχει συντριβεί, είναι απαραίτητο να βγούμε από την μαύρη τρύπα της απάθειας απέναντι στην βία του φόβου και της πενίας. Η Δεξιά έχει εγκαταλείψει την έννοια του Έθνους. Η Αριστερά έχει εγκαταλείψει την έννοια του Λαού, και οι δυο για να μην στενοχωρήσουν τους πλουτοκράτες. Η Δεξιά δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά με την Αριστερά, γιατί δεν έχει τίποτε να προσθέσει στα όσα έχει ήδη πει. Οι Ιδέες πάνω στις οποίες χτίστηκε ένας κάποιος «δεξιός» λόγος, κάνουν μια τελευταία επαναφορά ως συντηρητισμός, σαν την αναλαμπή μιας γριάς πριν την έλευση του θανάτου. Αριστερά και Δεξιά έχουν χάσει την άκρη αυτού από το οποίο μπορεί να πιάσει ο φιλόσοφος κι ο πολιτικός τον μίτο της Ιστορίας: το όραμα, την φαντασία, το παραμύθι. Και τα έχουν χάσει με την θέλησή τους, ή ορθότερα από έλλειψη θέλησης.

Ο «πατριώτης» αγκαλιάζει τον χυδαίο φιλελευθερισμό, χωρίς να τολμήσει να φανταστεί την ζωή χωρίς αυτόν. Η Δεξιά, άλλωστε, δεν αγάπησε ποτέ τους ανθρώπους της Σκέψης. Δεν κατάλαβε αυτό που έχει αποδείξει η Ιστορία, πως οι βαθιές αλλαγές που πηγαίνουν την Ιστορία παραπέρα, είναι όχι αυτές οι οποίες γίνονται για το χρήμα, αλλά αυτές που αλλάζουν τον πολιτισμό, την σκέψη και την συμπεριφορά των ανθρώπων. Ο λαός έχει ανάγκη να ακολουθεί έναν σοσιαλιστή Μουσολίνι να στοιβάζει θημωνιές με στάρι ή έναν Πούτιν να βουτά στον παγωμένο ποταμό, έναν ηγέτη που να «καβαλά τον τίγρη».

Το πολιτικό κατεστημένο επιδιώκει την συνέχεια. Όμως η Ιστορία απαιτεί την ρήξη. Απαιτεί μια στρατηγική με λιγότερες υποχωρήσεις και περισσότερους διαχωρισμούς, «Μονάχα με την ελπίδα φτάνουμε στο ανέλπιδο», γράφει ο Καζαντζάκης. « Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να σωθείς: να σώσεις». Ας ονειρευτούμε κι ας εργαστούμε για το ανέλπιδο. Μόνον έτσι θα σωθούμε.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/nikh-to-mono-chreos#ixzz4oP4hpT2d

Ίων Δραγούμης – Ασυμβίβαστος και βαθύτατα Εθνικιστής

Ίων Δραγούμης - Ασυμβίβαστος και βαθύτατα Εθνικιστής

Κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για τον πατέρα του Ελληνικού Εθνικισμού, Ίωνα Δραγούμη, απόρροια βαθύτατης, ομολογουμένως έρευνας του Ιωάννη Μάζη, διδάκτορα Ρωσικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Σε συνέντευξή του στην LiFo, ο καθηγητής Μάζης δήλωσε ότι «ένας λόγος που ενδιαφέρθηκα για το άτομό του» ήταν το γεγονός ότι «στην ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής βρίσκεις διθυράμβους για τον Δραγούμη». Το γεγονός ότι η ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής αποτέλεσε το έναυσμα για την έρευνα του καθηγητή μας υποχρεώνει, τρόπον τινά, να εγκύψουμε στο βιβλίο του, κυρίως για να… καταλάβουμε την αναφορά του περί «παρερμηνείας» του Δραγούμη και την άτσαλη κατηγορία του ότι το Κίνημα των Ελλήνων Εθνικιστών προσπαθεί «άγαρμπα» να τον οικειοποιηθεί.

Από πού αντλείται αυτή η πεποίθηση του καθηγητή ότι «παρερμηνεύουμε τον Ίωνα Δραγούμη» και πως αυτή συνδέεται με τα αντίστοιχα γραφόμενα του απογόνου του αδερφού του Ίωνα Δραγούμη, Φιλίππου, ο οποίος σε ένα σχετικό, περί του Ίδα, κείμενο μεμφόταν τη Νέα Δημοκρατία που δεν μας «αντικρούει αποκαλώντας μας επικίνδυνους για τη σταθερότητα της περιοχής και την ειρήνη» αναφερόμενος στην πάγια θέση μας για την ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου; Προκαταβολικά, λέμε ότι αμφότερες αυτές οι πεποιθήσεις είναι ενδεδυμένες από την πολιτική σκοπιμότητα που συνοψίζεται στην πρόβλεψη του καθηγητή Μάζη ότι οι «μελετητές θα συνεχίσουν να αγνοούν τις εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ της σκέψης του Δραγούμη και της φασιστικής ιδεολογίας, από φόβο μήπως η όποια σχετική επισήμανση λειτουργήσει σε κάποιον βαθμό νομιμοποιητικά για το απεχθές πολιτικό μόρφωμα».

Ένας Χρυσαυγίτης της εποχής του

Μελετώντας το πόνημα του καθηγητή Μάζη αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Ίων Δραγούμης θα μπορούσε κάλλιστα να «υιοθετηθεί» (ο όρος του και θα τον χρησιμοποιήσουμε παρότι είναι τελείως αδόκιμος) από την Χρυσή Αυγή ακόμα και στην περίπτωση που ίσχυαν ακόμα και οι πιο φρικώδεις κατηγορίες, τις οποίες έχει εκτοξεύσει εναντίον μας το σύγχρονο πολιτικό κατεστημένο. Σε αυτό το συμπέρασμα φτάνει κανείς όταν διαβάζει τα γραφόμενα περί της συμμετοχής του Ίωνα Δραγούμη στον Μακεδονικό Αγώνα, όταν, όπως σημειώνει ο καθηγητής Μάζης, οργάνωνε συνωμοτικές (έως και τρομοκρατικές θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε σήμερα, λέει ο καθηγητής) ομάδες στην Μακεδονία μας, όπως η «Μακεδονική Άμυνα», και δεν δίσταζε να σχεδιάζει την δολοφονία αντιπάλων του. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στο πόνημα του Μάζη, ο Ίων Δραγούμης «είχε σαφώς σχέση με την απόφαση της Μακεδονικής Άμυνας να θέσει ως στόχο της την εξόντωση κάποιων επικίνδυνων αντιπάλων της», ενώ υπογραμμίζεται επίσης ότι στα «Τετράδια του Ίλιντεν» ο Δραγούμης γράφει για έναν επικεφαλής βουλγαρικού στρατιωτικού σώματος, ονόματι Τσακαλάροφ, ότι «θα ξοδέψω χρήματα για την δολοφονία του· το ίδιο πρέπει να γίνει και για άλλους». Η ίδια μεθοδολογία δράσεως χρησιμοποιήθηκε από τον Ίωνα όταν μεταφέρθηκε από την ελληνική κυβέρνηση στο Προξενείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Φεύγοντας, όμως, από το πεδίο της δράσεως και περνώντας στο πεδίο των Ιδεών, Δραγούμη που έκανε φανερό τον θαυμασμό του για προσωπικότητες που σήμερα θα θεωρούνταν «φασίστες» ή «αντισημίτες» ή έστω «ρατσιστές», όπως ο Γκομπινώ ή ο Μωρίς Μπαρές, λίγο το γεγονός ότι έγκριτοι μελετητές θεωρούν την σκέψη του «την μόνη ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική πολιτική πρόταση στην κατεύθυνση του φασισμού έως την δεκαετία του 30», ο Ίωνας Δραγούμης και πάλι αναδεικνύεται ως μία μορφή που οι σύγχρονοι πολιτικάντηδες θα έριχναν στο πυρ το εξώτερο. Ένας Χρυσαυγίτης της εποχής του.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ίων Δραγούμης ήταν φλογερός θιασώτης της Μεγάλης Ιδέας και φανατικός Εθνικιστής. Το πλαίσιο των Ιδεών του περιγράφεται πανέμορφα από τον ίδιο στο Ημερολόγιό του:

«Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος.»

Η ημερομηνία της καταχώρησης αυτής στο Ημερολόγιό του, στις 18 Μαρτίου του 1919, έναν μόλις χρόνο πριν από τον θάνατό του, απαντά και σε κάποιους μελετητές που κάνουν λόγο για «ιδεολογική στροφή» του Ίωνα Δραγούμη, επειδή μαζί με βιβλία του Νίτσε, του Μπαρές και του Γκομπινώ στην βιβλιοθήκη του βρέθηκαν επίσης έργα του Κροπότκιν και του Μπακούνιν. Η «ιδεολογική στροφή» αυτή βρίσκεται μονάχα στην άγνοια των μελετητών περί του «Τι εστί Εθνικισμός», αλλά και στο τι συνιστούσαν κάποτε τα αντίπαλα ρεύματα σκέψεως πριν συγχωνευτούν σε έναν άκριτο αντεθνισμό της Νέας Τάξης Πραγμάτων, γιατί άστοχο είναι να συγχέουμε τον επαναστάτη Μπακούνιν, που άφησε την αριστοκρατική καταγωγή και τις προοπτικές για να καταλήξει σε φυλακές και εξορίες, είτε με τα τσογλάνια των Εξαρχείων ή με τους εκατομμυριούχους υπουργούς «επαναστάτες».

Μάλιστα, όπως έχει αναδειχθεί σε άρθρο της ιστοσελίδος της «Χρυσής Αυγής»στον Ίωνα Δραγούμη, επ’ ευκαιρίας του έργου του «Όσοι Ζωντανοί», «ομολόγησε» την «ανθρώπινή του πίστη» ως «τετρακάθαρα Εθνικιστής» ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός. Αυτό, βεβαίως, δεν θα πρέπει να προκαλεί καμμία έκπληξη, αφού όπως παραδέχεται ακόμα και ο Μάζης οι περισσότεροι εκ των διανοούμενων εκείνης της εποχής διακατέχονταν από Εθνικιστικές Ιδέες. Αυτό σε πλήρη αντιδιαστολή με το μόνιμο «επιχείρημα» των φιλελεύθερων και των μαρξιστών ότι οι Εθνικιστές είναι «αμόρφωτοι» κι «αγράμματοι». Η πραγματικότητα είναι ότι η Εθνικιστική Ιδεολογία έχει τόσο απροσμέτρητο βάθος και τόσες «απάτητες» κορυφογραμμές που καθιστούν κατανοήσιμη την αδυναμία των υλιστών, μαρξιστών και φιλελεύθερων, να την κατανοήσουν πραγματικά. Πέρα, όμως, από το βάθος και τις κορυφογραμμές είναι και η μελωδία, το μεταφυσικό κάλεσμα του Έθνους που δεν μπορούν να ακούσουν, με αποτέλεσμα να μας μισούν για αυτήν τους την μειονεξία. “Και εκείνους που τους είδαν να χορεύουν, τους πέρασαν για τρελούς, εκείνοι που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική”, όπως έγραφε ο μεγάλος φιλόσοφος, Φρειδερίκος Νίτσε.

Ανατολική Ομοσπονδία και «ελληνοτουρκική φιλία»

Ένα σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι οι απόψεις του Δραγούμη περί της λεγόμενης «ελληνοτουρκικής ομοσπονδίας». Ο λόγος που αξίζει ξεχωριστής αναφοράς η εν λόγω ιδέα είναι ελέω της χρήσης της, τόσο από τον Μάζη, όσο και από διάφορα γκρουπούσκουλα του λεγόμενου «χώρου», προκειμένου να επιτευχθεί η αποσύνδεση του Ίωνος Δραγούμη από τους Εθνικιστές. Ο μεν Μάζης έχει ως σκοπιμότητα τον εξωραϊσμό του Δραγούμη ή μάλλον την «κάθαρσή» από την επαφή με τους Εθνικιστές, που βρίσκονται εκτός συστήματος. Οι δε του «χώρου» απλώς και μόνο επειδή είναι φαιδροί και κομπλεξικοί.

Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η ιδέα του Δραγούμη δεν συνιστά σε καμία περίπτωση «στροφή» από την Μεγάλη Ιδέα, παρά μόνο σκέψεις περί της τακτικής της επιτεύξεώς της. Η ιδέα αυτή αναπτύχθηκε την εποχή ο Δραγούμης οργάνωνε τους Έλληνες στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία μας και ως σύνοψή του μπορούμε να παραθέσουμε το εξής: «Αντί το ελληνικό κράτος να επεκτείνεται συνεχώς αποσπώντας υπό οθωμανική κυριαρχία εδάφη, όπως προέβλεπε η Μεγάλη Ιδέα στην αρχική της σύλληψη, θα μπορούσε, σε πρώτο στάδιο, να δημιουργηθούν ημιανεξάρτητα κράτη με κατά βάση ελληνικούς πληθυσμούς, τα οποία, εν ευθέτω χρόνω, όταν θα είχαν ωριμάσει οι συνθήκες, να ενωθούν». Μάλιστα, κάτι τέτοιο ξεκαθάριζε ο Ίωνας και σε μια επιστολή του προς τον Χαρίση Βαμβακά στις 26 Ιουλίου 1913, όπου πρότεινε να γίνει η Θράκη ανεξάρτητο κράτος με πρωτεύουσα την Ανδριανούπολη. Έτσι θα μπορούσε να αποτραπούν και ενδεχόμενες μελλοντικές βουλγαρικές βλέψεις στην περιοχή.

Αυτό που πολλοί βλέπουν ως παραδοξότητα, λοιπόν, στις ιδέες του Δραγούμη, είναι απλώς τακτικοί υπολογισμοί και ασκήσεις επί χάρτου με βάση τον ίδιο στρατηγικό στόχο: την επίτευξη της Μεγάλης Ιδέας.

Όπως χαρακτηριστικά γράφει πέρα από τα σάλια και τα μελάνια των «σοφών» ο ίδιος στο «Όσοι Ζωντανοί» για το ζήτημα: «Το ιδανικό του φίλου του Αλέξη, που με απεριόριστη περιφρόνηση έβλεπε την αρνητική πολιτική των μικροπολιτικών του μικρού κράτους και δεν επρόσμενε καλό από την Αθήνα, ήταν η ανατολική αυτοκρατορία με όλα τα έθνη μέσα της και τη διοίκηση στα χέρια των Ελλήνων» . Όμως ο «Αλέξης», ο Ήρωας του «Όσοι Ζωντανοί», «έβλεπε κάτι τι μπερδεμένο και αόριστο στις οπτασίες του συντρόφου του, μα δεν του ερχόταν πάντα να τις συζήτηση, γιατί η προφητική διάθεση του φίλου του ήταν μαγικά όμορφη» . Εν τέλει η συγκεκριμένη εξιστόρηση καταλήγει ως εξής: «Ως πότε θα μας λέτε· μην κουνιέστε, μην ετοιμάζεστε, δεν έχομε στρατό, μη γεννάτε ζητήματα; Φοβάστε τον πόλεμο; Αλλά μακάρι να γινόταν. Αν το έθνος οργανωμένο σ’ έναν πόλεμο βοηθήση το κράτος, και θα το κάμωμε να βοηθήση, θα επιβάλωμε το πρόγραμμά μας εδώ στην Τουρκία σύντομα και σίγουρα».

Η δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη

Λευκή ας βαλθεί όπου έπεσες, Κολώνα
(Πώς έπεσες, γραφή να μη το λέη)
Λευκή με της Πατρίδας την εικόνα
Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίη,
Βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίη!

Ως γνωστόν, στις 31 Ιουλίου του 1920 στο κέντρο των Αθηνών ένα παρακρατικό απόσπασμα βενιζελικών δολοφόνησε τον Ίωνα Δραγούμη στο κέντρο των Αθηνών.

Ο Δραγούμης, παρά τις εκκλήσεις των δικών του ανθρώπων, είχε κατέβει στο κέντρο, προκειμένου να συγγράψει και να δημοσιεύσει ένα άρθρο καταδίκης για την απόπειρα κατά του Βενιζέλου. Συνελήφθη, όμως, κακοποιήθηκε και οδηγήθηκε στο στρατηγείο των βενιζελιών, εμπρός στον αρχηγό τους, Γύπαρη.

Ένα απόσπασμα ξεκίνησε, προκειμένου να τον συνοδεύσει στον στρατιωτικό διοικητή της πρωτεύουσας. Όπως αναφέρει ο Μάζης στο βιβλίο του, στηριζόμενος σε πηγές και μαρτυρίες της εποχής, ένας λοχίας έτρεξε από το στρατηγείο να προλάβει το απόσπασμα και όταν τους πρόλαβε τον έστησαν ενώπιόν τους και τον εκτέλεσαν.

Παρά τις διαβεβαιώσεις του Βενιζέλου, ουδείς καταδικάστηκε για το συγκεκριμένο έγκλημα που έγινε ενώπιον μαρτύρων στο κέντρο των Αθηνών. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, «ήταν σαν να πέθανε από έμφραγμα». Αναψηλαφώντας εκ των υστέρων την υπόθεση, ο Μάζης αφήνει την υπόνοια ότι ο μόνος που είχε το κίνητρο, την ισχύ, αλλά και παρουσία εκείνη την ώρα στο στρατηγείο του Γύπαρη, ήταν ο επιφανής βενιζελικός Εμμανουήλ Μπενάκης.

Το κίνητρο του Μπενάκη ήταν η ερωτική σχέση που είχε συνάψει ο Δραγούμης με την κόρη του Πηνελόπη Δέλτα, η οποία είχε επιδράσει εξαιρετικά αρνητικά στον γάμο της. Την ισχύ του την αντλούσε από την τεράστια περιουσία του, το γεγονός ότι ήταν σημαίνων πολιτικό πρόσωπο και ένας εκ των βασικών χρηματοδοτών του Βενιζέλου, ενώ η παρουσία του στο στρατηγείο συνοδεύτηκε από τηλεφωνικές κλήσεις που έκανε πριν από την εσπευσμένη αποστολή του λοχία να προλάβει το απόσπασμα, ώστε να εκτελεστεί ο Δραγούμης.

Την ηθική αυτουργία από τον Μπενάκη στην δολοφονία Δραγούμη είχε υποστηρίξει το 1935 ενώπιον Στρατοδικείου ο Γύπαρης, όμως ο Μπενάκης είχε αποβιώσει από το 1929, οπότε δεν μπορούσε να διωχθεί. Άλλωστε είχε αθωωθεί από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας, αφού τις κρίσιμες ώρες της δίκης για την δολοφονίας Δραγούμη ουδείς ήταν διατεθειμένος να μιλήσει.

Και εδώ αξίζει να κάνουμε έναν παραλληλισμό. Ο παρανοϊκός διώκτης των Εθνικιστών, Αντώνης Σαμαράς, είναι γιος της Λένας Ζάννα-Σαμαρά, εγγονής του Στέφανου και της Πηνελόπης Δέλτα από την κόρη τους, τη Βιργινία (η οποία παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Ζάννα, μετέπειτα υπουργό επί Βενιζέλου). Κοινώς, ο Σαμαράς είναι δισέγγονο του Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος φέρεται να έδωσε την εντολή για την δολοφονία του πατρός του Ελληνικού Εθνικισμού, Ίωνος Δραγούμη. Αυτό, προκειμένου να καταδείξουμε μία περίεργη σύμπτωση της Ιστορίας, που μπορεί να αναχθεί μέχρι και σε… παραφυσικό επίπεδο.

Αξίζει, απερχόμενοι από την οικογένεια Μπενάκη και επανερχόμενοι στον Ίωνα Δραγούμη να κλείσουμε αυτή την αναφορά με τα λόγια του Α. Χριστοδουλάκη, στρατιώτη που συμμετείχε στην εκτέλεση του Ι. Δραγούμη, σχετικά με τις τελευταίες του στιγμές, όπου αναδεικνύεται το μεγαλείο του ανδρός:

«Άλλοι μας βάλανε… Δεν είπε λέξη (ο Δραγούμης). Στη θέση του σπασμένου μονόκλ έβαλε ένα άλλο. Μας κοίταγε στα μάτια και περίμενε. Πυροβολήσαμε, όταν ο λοχίας μας απείλησε ότι θα μας τουφεκίσει…»

Προφανώς, ο Ίωνας ως γνήσιος Υπεράνθρωπος, κατά τη θεωρία του λατρεμένου του Νίτσε, στις τελευταίες του στιγμές ήθελε να βλέπει καλύτερα τα ανθρωπάκια, που νόμιζαν ότι τον απειλούσαν. Έτσι αντικατέστησε το σπασμένο μονόκλ ώστε να δείχνει κομψός ακόμα και την ύστατη ώρα, αψηφώντας ακόμα και τον Θάνατο.

Αριστόδημος Νικολούδης

Από το 15ο τεύχος του περιοδικού Μαίανδρος που κυκλοφορεί

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/iwn-dragoumhs-asumbibastos-kai-bathutata-ethnikisths#ixzz4oP4An0h8

Iωάννης Συκουτρής: Η ηρωική αντίληψις της ζωής

WALTER-CRANE-FREEDOM

Εδώ ακριβώς κείται η τραγικότης του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα·μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν – και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρησιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη ταυτοχρόνως ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ­σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.

Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι προνόμιον των εκλεκτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υπέρ των άλλων, υπό των άλλων – το πολυτιμότερον προνόμιον!

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής – και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνος αυ­τός, ζη έντονα και πλούσια ολόκληρον την ζωήν. Αλλά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.

Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δίδης.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην πολυμερής, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκείνοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μέσα του ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον προσωπικον του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε­ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα – και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι­κότητα. Ειδεμή, τι θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων.

Πράγματι ο πόλεμος και ο κίνδυνος είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η επιτυχία. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη – να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των 300 εις τας Θερμοπύλας…

Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτον άπαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, και εκείνος έχει μέσα του τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ ή ζωή του ούτ’ η ευτυχία του. Και τι μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;

. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρωπος είν’ ο αιωνίως νέος – τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ­χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βαδίζει· χορεύει.

Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν·περιγράφουν τας έπιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.

Άλλωστε προς τι να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν­τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τούς άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Ο ηρωικός όμως άποτελεϊ ο ίδιος κέντρον του εαυτού του, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο­ναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα­βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Έτσι, και όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη οποίος είναι. Και ακρι­βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.

Και όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν­τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρί­σκοντ’ αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ­τσι και ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση – όχι ν’ ανακοινώση· να τραγουδήση μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του – να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστε­ρον ακόμη: να δαπανάται. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά … Όσα και να σκορπήση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι.

Εκ του περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.

Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κτήματα, αλλ’ ως χρήματα (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι· γίνονται αγαθά, αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται.

Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ­θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.

Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον – η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει – ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί­δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύλασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν.

Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή.

Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου·το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη – διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.

Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει – και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί.