Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ – ERNST JUNGER

ddfb9b15e570a6169be22cf2dc69112e_m

“o άνθρωπος καθορίζει την θέση του σε αυτό τον χρόνο εκτιμώντας, και όχι μετρώντας. Ο άνθρωπος νιώθει αν είναι νέος ή γηραιός, αν ανήκει στο μέλλον ή στο παρελθόν, αν ανθίζει, αν είναι στην ακμή ή την παρακμή του. Ο άνθρωπος ή ζει τις παλιές καλές εποχές ή ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον: Το δικό του παρόν δεν του φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό. Ειδάλλως ο άνθρωπος φέρει εντός του τον χρόνο και ορίζει το ρολόι στο χωριό και την πόλη σύμφωνα με αυτό. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ημερολόγιο των εορτών και πρέπει να υποκριθούμε με ένα μορφασμό ικανοποίησης στο πρόσωπο μας, ερχόμενη στην εορτή κάποιου άλλου. Ο άνθρωπος ζει στην παράδοση, και προσέχει τις ημερομηνίες κάποιου άλλου στον βαθμό εκείνο που αυτές συμπίπτουν με τις δικές του.
Ως εκ τούτου πρέπει να πάρουμε μια ενεργή στάση όσον αφορά τον χρόνο μας και να τον γεμίσουμε ζωή. Ας δούμε νόημα σε αυτήν, το δικό μας νόημα, ας νιώσουμε τις κόκκινες κλωστές του αίματος μας μέσω του οποίου δενόμαστε στον χρόνο μας! Ας κατανοήσουμε με υπερηφάνεια τον μεγάλο κοσμικό χρόνο του πεπρωμένου, που είναι κοινό σε εμάς και τους πατεράδες μας. Αλλά ως γενιά να αποδεσμευτούμε κιόλας από αυτούς. Ο χρόνος που σπαταλάμε στην μάχη, απαιτεί από εμάς να ευχόμαστε διαφορετικά, ακόμα και αν στοχεύουμε στην ίδια κατεύθυνση. Ας αποδεσμευτούμε από τους αντιδραστικούς και τους ρομαντικούς, τους ουτοπιστές και τους αναμορφωτές αυτού του κόσμου, μιας και δεν ζουν στην εποχή μας. Το να δρα και να εύχεται κανείς, αυτό που είναι αναγκαίο – αυτό που επιβάλλει η μοίρα – , είναι κάτι που μπορεί να κάνει κανείς στον δικό μας καιρό. Ας φανεί δύσκολο, απεχθές και νοσηρό, αλλά εμείς λέμε ΝΑΙ σε αυτό, όπως και ο αγρότης λέει ΝΑΙ στο οργωμένο του χωράφι. Που αλλού μπορούμε να είμαστε παρ’ εκτός στον δικό μας χρόνο ; Κάθε επιχείρημα εναντίον του καιρού που ζει κάποιος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η παραδοχή κάποιου για την έμφυτη αδυναμία του. Οπότε ας κάνουμε σίγουρο πως οι οι δικοί μας καιροί και όχι άλλοι, θα πραγματωθούν”.

Από εδώ

Ο Αϊ-Λιας, ο Οδυσσέας και ο Ήλιος

μδ

“Πάνω απ’ τις βρύσες υψώνεται η κορυφή του Ταϋγέτου. Αυτή την ονομάζουν ιερή κορυφή του Ήλιου”
(Παυσανίας Γ’ 20 , 4)

 

Σε κάθε βουνοκορφή, σε κάθε υψηλό σημείο χωριού ή πόλεως, ένα λευκό εξωκκλήσι σηματοδοτεί την παρουσία του. Από εκεί ψηλά, διαφεντεύει κεραυνούς και βροντές, κι από το άρμα του μοιράζει γενναιόδωρα το φως του στους θνητούς. Ζωοδότης, άχρονος και αθάνατος πατέρας, δίνει ζωή στον κόσμο, ύλη και πνεύμα. Λατρεύτηκε και λατρεύεται αδιάκοπα μέσα στον χρόνο από τα παιδιά του, που αναγνωρίζουν την αγιότητα της ύπαρξής του, και την πλήρη συνάρτησή τους με την παρουσία του.
Στους καιρούς μας, κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου ο λαός μας τιμά τον προφήτη Ηλία, τον δικό του Αη Λια, εκεί όπου οι πρόγονοί τους έχτιζαν τους ναούς του θεού Ηλίου: στα
υψηλότερα σημεία των κορυφογραμμών, για να πλησιάσουν όσο κοντύτερα είναι δυνατόν στην φυσική του ύπαρξη και η προσευχή τους να εισακουστεί στα θεϊκά του ότα.
Για την χριστιανική πίστη, ο Προφήτης Ηλίας δεν πέθανε, αλλά ανελήφθη εν σώματι. Ένα πύρινο άρμα τον πήρε στον ουρανό, υπονοώντας το άκτιστο Φως του Θεού.
Λέγεται μάλιστα πως πριν της Δευτέρα έλευση του Θεανθρώπου, Επειδή λοιπόν θα έρθει ο Ηλίας προκειμένου να προετοιμάσει τον ερχομό Του, τιθέμενος επικεφαλής των Πιστών κατά τα χρόνια της εξουσίας του Αντιχρίστου.
Η απεικόνιση του Αη Λιά επάνω στο άρμα, φέρνει φυσικά στον νου αυτήν του ηλιακού άρματος και την ιστορία του Ήλιου και του γιου του Φαέθοντα. «Φαέθων» ήταν αρχικά
ένα επίθετο του θεού Ηλίου, πάμφωτος, φωτοδότης, ο «απαστράπτων και ακτινοβολών το φυσικόν, το πνευματικόν και το ηθικόν φως, ήτοι ο : πάμφωτος, πάνσοφος και
πανάγαθος» . Ο Φαέθων, γιος της Αυγής, θέλησε να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του, αλλά, άπειρος καθώς ήταν, πλησίασε πολύ την Γη και ο Ζευς τον κεραυνοβόλησε, γιατί κινδύνευε να την κάψει και να εξαφανίσει την ανθρωπότητα. Ο Φαέθων έπεσε τότε στον ποταμό Ηριδανό. Εκεί τον έκλαυσαν οι αδελφές του Ηλιάδες, οι οποίες τον είχαν βοηθήσει να πάρει άρμα του πατέρα τους. Εκείνες έγιναν οι ιτιές οι κλαίουσες, και τα δάκρυά τους ήλεκτρον (κεχριμπάρι).
Όπως αναφέρει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο: «όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα γνωρίσει και τα πράγματα» (ος αν τα ονόματα ειδή, εισέτι και τα πράγματα). Και το όνομα των δύο θεοτήτων, μαρτυρούν την παντοτινή θεότητά τους και την τιμή που τους αξίζει πριν, τώρα και πάντα.

Ο ΑΪ-ΛΙΑΣ ήταν ναύτης και πέρασε παραλυμένη ζωή. Ύστερα όμως μετανόησε για όσα έκαμε και εσιχάθη τη θάλασσα.
Άλλοι πάλι λεν πως επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει εις μέρος που να μην ηξεύρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στο νώμο του το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ερωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν
«Κουπί», τραβούσε ψηλότερα. ώσπου έφτασε στην κορφή του βουνού. Ρωτά
τους ανθρώπους που ηύρε κει τι είναι, και του λεν «Ξύλο». Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί, και έμεινε μαζί τους εκεί στα ψηλά.
(Αιγαίον, Αχαΐα)
Η διήγηση αυτή του λαού μας για τον προφήτη Ηλία, μας φέρνει στον
νου την Οδύσσεια του Ομήρου, εκεί όπου ο Οδυσσέας, έπειτα από προτροπή της Κίρκης, κατεβαίνει στον Άδη για να συναντήσει την ψυχή του Τειρεσία και να μάθει τι πρέπει να κάνει για να εξιλεωθεί και να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα, του οποίου η οργή του
προκαλεί την μακρά περιπλάνηση.
Ο Τειρεσίας του απαντά ότι αφού φθάσει στην Ιθάκη, πρέπει να πάρει στον ώμο του ένα κουπί, σύμβολο του ανθρώπινου έργου στο θαλασσινό βασίλειο, και να προχωρήσει ώσπου να φτάσει σε τόπο όπου οι κάτοικοι δεν θα ξέρουν τι είναι θάλασσα, δε θα τρώνε φαγητό αλατισμένο και δε θα ξέρουν τι είναι καράβι και τι κουπί. Θα καταλάβει ότι είναι στον σωστό τόπο όταν συναντηθεί με κάποιο διαβάτη ο οποίος στην ερώτηση τι είναι αυτό που φέρει στον ώμο του, θα του απαντήσει ότι είναι «αθηρηλοιγός», το πλατύ ξύλινο φτυάρι με το οποίο λικνίζουν τα αλωνισμένα στάχυα.

«Όμως γι’ αυτό δε θα χαρείς, καθώς κι εγώ δε χαίρω που μου ‘πε ο μάντης
σε πολλές θνητών να τρέξω χώρες,
κρατώντας καλοσήκωτο κουπί στα δυο
μου χέρια, όσο να φτάσω σε λαούς
που θάλασσα δεν ξέρουν
Κι άκου, καθώς μου το ‘λεγε τ’ αλάθευτο σημάδι. Όταν στο δρόμο που
τραβώ ξένος με βρει διαβάτης και λιχνιστήρι αυτό μου ‘πει στον ώμο που
σηκώνω, πρόσταξε τότε το κουπί στο
χώμα να το μπήξω… Κι ο θάνατος πια
τότε γλυκός μακριά απ’ τα πέλαγα θα ‘ρθεί να μ’ ανταμώσει στ’ αρχοντικά μου γηρατειά»
(Ομήρου «Οδύσσεια”, Ψ 251-281,
μετάφραση Ζήσιμου Σιδερή)

 

Ο τόπος αυτός λέγεται ότι είναι η (ορεινή) Ήπειρος, η «άπειρος γη».

(Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φ.210)