ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ

apoel_avxentiou-e1456815087827

Eνα πανό σήκωσαν οι οπαδοί του ΑΠΟΕΛ πριν λίγες μέρες, σε αγώνα του Champions League με την Βαρντάρ Σκοπίων, παραδίδοντας μαθήματα πατριωτισμού και εθνικής υπερη-φάνειας. Με ελληνικές σημαίες και πανό για την Μακεδονία, διατράνωσαν πως «την Μακεδονία δεν θα την κλέψει κανείς». Είναι οι ίδιοι οι οπαδοί της Κυπριακής ομάδας, που υψώνουν το πανό της φωτογραφίας «Οι Έλληνες δεν παραδίδονται-Πολεμούν ή πεθαίνουν». Ex oriente lux. Ναι, αγαπητέ αναγνώστη. Αν έχει ένα σκοπό αυτή η εφημερίδα, αν υπηρετούν και ελπίζουν κάτι όσα καταθέτουν οι συνεργάτες της, είναι να σε ενθαρρύνουν να μην παραδοθείς. Να σε καλέσουν να σταθείς όρθιος σε έναν κόσμο ερειπίων. Να σου θυμίσουν πως εσύ δεν πρέπει να παραδοθείς όχι γιατί σου υπόσχονται κάτι που βρίσκεται έξω από σένα, αλλά γιατί την σωτηρία σου, τις λύσεις στα προβλήματα που σου τρώνε τα σωθικά σαν το σαράκι, και την βεβαιότητα της επαύριον, δεν τις έχει κάποιος έξω από σένα, αλλά εσύ ο ίδιος. Γιατί είσαι Έλληνας. Το ίδιο Έλληνας με τον Θεό και τους Ήρωες και τους Αγίους των πατεράδων και
των παππούδων σου, που σε κοιτούν από τον γαλανό ουρανό και σε επευφημούν, σαν τότε που
πρωτομάθαινες να κάνεις πετάλι στο ποδήλατό σου «Έλα παιδί μου, έλα, μπορείς!».
Αν θέλεις λοιπόν, αγαπητέ συνέλληνα και αναγνώστη, να πεθάνεις, πέθανε. Μήπως η μόνη βεβαιότητα της ζωής, δεν είναι ο θάνατος; Αλλά διάλεξε τουλάχιστον όσο μπορείς, το πώς. Ζήσε και πολέμα ως Έλληνας. Μην παραδίδεσαι. Έτσι δεν παραδόθηκαν πριν από σένα Έλληνες σαν εσένα, που έγιναν ήρωες και μάρτυρες της Πίστης και της Πατρίδας, που σήκωσαν στους θνητούς ώμους τους την ελπίδα για τον εθνικό καθαρμό.
Λένε κάποιοι πως ένας πόλεμος με την γείτονα θα αποτελούσε τούτη την ώρα, λύτρωση. Εκεί κατατείνουν και οι σχετικές διαρροές που δεν προέρχονται βεβαίως από την φυσική ηγεσία του
στρατεύματος αλλά από τους λαδοπόντικες και τους ελλαδέμπορες που κοιτούν να ρουφήξουν και το μεδούλι των Ελλήνων, παίζοντας πότε με τον φόβο και πότε με τον πατριωτισμό. Το πολιτικό κατεστημένο νοσεί βαθύτατα και το ξέρει. Νιώθει τις σάρκες του να ξεκολλούν και να αποσυντίθενται. Όσο και να προσπαθεί, δεν πρόκειται τίποτε να ξαναείναι το ίδιο. Το ξέρει και για αυτό βγάζει χολή, υβρίζει, επιστρατεύει κάθε μέσο, πληρώνει όσο-όσο για ένα ακριβό φάρμακο που του πουλούν οι ξένοι δανειστές του, για να το κρατήσει λίγο ακόμα στην εξουσία.
Κι ενώ η αποφορά της σάπιας εξουσίας του απλώνεται, κάποιοι αναπνέουν αέρα ελευθερίας.
Δανείζονται ζωή από τους χυμούς του δέντρου της Φυλής μας που πότισαν με το αίμα τους ένας Λεωνίδας, ένας Παλαιολόγος, ένας Αυξεντίου. Δεν αντάλλαξαν την ζωή τους για Περσικό ή Οθωμανικό χρυσάφι, ούτε για εγγλέζικες λίρες. Την πούλησαν ακριβά με αντάλλαγμα την Λευτεριά μας, την Ενότητά μας που ούτε πρέπει ούτε μπορεί να μας κλέψει κανείς.
Πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου, μην αφεθείς στον ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο.
Ο δρόμος μπορεί να είναι μακρύς και δύσβατος, μα ο ορίζοντας είναι ανοιχτός.

Ειρήνη Δημοπούλου

(Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φ.190)

Οι Απώλειες (Κόλλυβα)

cf3f3ce6aea101ec614fd031af47ed2e_L

*Ερμής, Ευριδίκη, Ορφέας, γύρω στο 500 π.Χ Μουσείο Νάπολης.

Αν ο θάνατος αφορά αυτούς που μένουν, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως η απώλεια είναι μια πολύ βολική κατάσταση. Είναι σαν εκείνα τα ντουλάπια των γερμανικών παραμυθιών το μέγεθος  των οποίων αυξομειώνεται ανάλογα με τις βαθύτερες επιθυμίες και τις ανάγκες των κατόχων τους. Χωράνε τα πάντα και την ίδια στιγμή από μέσα τους, μπορείς ν’ανασύρεις κάθε λογής κουστούμι για να μασκαρέψεις τα αισθήματα της στιγμής. Όσα κάνεις μπορείς να τ’αποδώσεις στην απώλεια, το ίδιο κι αυτά που δεν κάνεις. Κυρίως αυτά. Μπορείς κάλλιστα να μην ξαναγαπήσεις ποτέ, να μην δείξεις αδυναμία ξανά, να ισχυριστείς πως όλα σου τα αισθήματα βρίσκονται κι αυτά θαμμένα για να τυλίγουν ως σάββανο τον απωλεσθέντα. Και όλα αυτά θα τα κάνεις με το χριστεπώνυμο και εθισμένο στην ορθοδοξη χαρμολύπη πλήθος να σε θαυμάζει και να βαφτίζει την προσκόλληση στην απώλεια, μέτρο της αλήθειας όλων των αισθημάτων σου έκτοτε.

Έχω υπάρξει μέγας μάγιστρος στη διαχείριση της απώλειας. Μέχρι κι εκείνο το παπαγαλάκι που είχα για ένα φεγγάρι “κανιβάλισα” μόλις ψόφησε, όταν ενδύθηκα τελετουργικά το πτώμα του για να βυθιστώ την υπαρξιακή μου δυστυχία για καμια βδομάδα. Άλλοι το κάνουν για να προσελκύσουν τις “παρηγορήτρες” όμως όχι εγώ. Η κατάδυση στη μνήμη όσων έφυγαν ήταν πάντα ατομική μου υπόθεση, το δικό μου  ναρκωτικό, το δικό μου τριπάκι για να απομονωθώ από το παρόν, ντάγκλα σωστή. Ήμουν τυχερός, ωστόσο γιατί όλες οι φιλίες και οι σημαντικές σχέσεις μου με τους ανθρώπους εκτυλίχθηκαν βασικώς γύρω από ένα τραπέζι που γέμιζε μόνο προσχηματικά για ν’ανατροφοδοτήσει συζητήσεις, για να παρατείνει συνομιλίες. Το “Κάτσε να φέρω κάτι ακόμα από το ψυγείο” στην πραγματικότητα σήμαινε “Να καθίσουμε να μιλήσουμε λίγο ακόμα”. Τα πιάτα που λένε ότι τα μαγείρευα καλά, δολώματα για το τραπέζι ήταν κι ας πίστευαν άλλα για τις προθέσεις μου αυτοί που τα έτρωγαν.

Όμως, μόλις ήρθαν οι απώλειες οι βαριές, αυτές των αγαπημένων συνομιλητών, όλα άλλαξαν. Δύσκολο να μετατρέψεις σε θεατρικό κουστούμι τη μνήμη αυτών που η φωνή τους ηχούσε ακόμα στ’αυτιά σου, αυτών που γέλαγες ακόμα μόνος με τ’αστεία τους, κάθε που τα θυμόσουν. Και είναι οι κατσαρόλες που δεν επέτρεψαν τη μετατροπή της απώλειας των σημαντικών σε μελόδραμα. Μου είναι αδύνατον να μαγειρέψω το οποιοδήποτε φαγητό χωρίς να δω  ν’αναδύεται από τους αχνούς της κατσαρόλας το πρόσωπο για το οποίο το μαγείρευα, χωρίς να θυμηθώ μια χαρακτηριστική φράση που επαναλάμβανε, τον ήχο της φωνής του. Αυτός είναι και ο λόγος που μαγειρεύω χαμογελώντας. Στην κουζίνα μου, δεν εκτυλίσσονται δράματα, μόνο νοσταλγικές και ενίοτε ρομαντικές κομεντί.  Απ’ όλα τα είδη του θεάτρου της απώλειας που έχω υπηρετήσει με πίστη ζηλωτή, αυτό της μαγειρικής μου κάνει σήμερα ως το υγιέστερο. Δεν είναι ότι σε συμφιλιώνει με την απώλεια των νεκρών είναι ότι σε οδηγεί αβίαστα στην παραδοχή ότι με τις απώλειες τους ζωντανούς θέλεις να βασανίσεις.

Σήμερα είναι Ψυχοσάββατο. Χαράματα Ψυχοσάββατου λοιπόν, βγήκα με τον καφέ στη βεράντα, ξυπόλητος αλλά τυλιγμένος με το παλτό μου. Μέχρι να σκάσει μύτη ο ήλιος στον Υμηττό και να παγώσουν εντελώς τα πόδια μου (είναι το προσωπικό μου χρονόμετρο αυτό) τους είχα θυμηθεί όλους και όλες. Έμεινα να σκέφτομαι αν θα φτιάξω κόλλυβα.  Στις 7.00 η Ν μου έστειλε ένα SMS: “Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί τα κόλλυβα που τρώμε έξω δεν είναι ποτέ τόσο νόστιμα όσο αυτά που φτιάχνουμε εμείς για τους δικούς μας πεθαμένους;”

Μπορώ, πώς δεν μπορώ. Ο λόγος που τα κόλλυβα για τους πεθαμένους είναι κατά πολύ νοστιμότερα από αυτά των εστιατορίων είναι γιατί στα πρώτα, το στάρι δεν μουσκεύεται στο νερό αλλά στα δάκρυα.

Στο μικρό, ιδιωτικό μου θέατρο της απώλειας δεν ανεβαίνουν πια δράματα μόνο προβάλλονται  νοσταλγικές κομεντί καθώς μαγειρεύω γαλοκτομπούρεκο, μουσακά, αρνάκι ψητό, ψάρι τηγανητό. Οπότε και ν’αποφάσιζα να φτιάξω κόλλυβα δεν θα μπορούσα. Μου έλειπε το βασικό υλικό. Άσε που πλέον, το έχω ρίξει στις φανουρόπιτες.

Κόλλυβα

Ιστορία

Το όνομα προέρχεται από τη λέξη “κόλλυβος” που σήμαινε, αρχικά, τον κόκκο του σιταριού που χρησίμευε ως ειδικό μέτρο για το ζύγισμα του χρυσού, ύστερα αυτό το ίδιο το μικρού βάρους κομμάτι χρυσού και αργότερα ένα πολύ μικρό νόμισμα ισοδύναμο με το 1/4 του χαλκού καθώς και κάθε νόμισμα μικρής αξίας ή πολύ μικρό σε μέγεθος. Είναι συνώνυμο με το κέρμα γιαυτό εκείνοι που άλλαζαν μικρά νομίσματα σε μικρά, ονομάζονταν “κολλυβισταί”. “Κολλυβίζειν” ονομάζονταν το κέρδος από αυτή τη συναλλαγή.

Το έθιμο των κολλύβων έρχεται, βέβαα, από την αρχαία Ελλάδα, συνδέεται με τη λατρεία τη Δήμητρας και συμβόλιζε την Περσεφόνη-σιτάρι, σύμβολο της αθανασίας της ψυχής. Γιαυτό και το σιτάρι είναι και το σύμβολο της αιώνιας (το βλέπουμε αργότερα και στις παραβολές του Ιησού αλλά και στο λόγο του Παύλου).  Πέρα από το ότι κατά την κλασική περίοδο στην Αθήνα, συνήθιζαν να σπέρνουν στους τάφους στάρι, μια φορά το χρόνο προσέφεραν τη λεγόμενη “πανσπερμία” ή “πανκαρπία” ένα έδεσμα-μείγμα καρπών όλων των ειδών της εποχής. Σέρβιραν την πανσπερμία την Ημέρα των Χυτρών δηλαδή την τρίτη και τελευταία ημέρα της γιορτής των Ανθεστηρίων, στις 13 του μήνα Ανθεστηριώνα, κάτι σαν το σημερινό Ψυχοσάββατο.  Ανάλογο έθιμο είχαν και κατά τα μέσα Οκτωβρίου (τον Πανεψιώνα μήνα) όπου έβραζαν καλαμπόκι και στάρι στη μνήμη του Θησέα.

Μ’ενα πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, στη χριστιανική εποχή, τα κόλλυβα διασώθηκαν με την αρχική τους σημασία με τη συνήθεια να μοιράζουν στις κηδείες μικρά νομίσματα, τις λεγόμενες “ελεημοσύναι υπέρ των προς Κυρίον εκδημησάντων”. Το αρχαίο έθιμο των κολλύβων εκχριστιανίστηκε με το περίφημο “Θαύμα των Κολλύβων” ή “Θαύμα του Αγίου Θεοδώρου” επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, ένα θαύμα που συνδέετα, βέβαια,  με τον Άγιο Θεόδωρο που θυμίζω ότι γιορτάζει το τελευταίο Ψυχοσάββατο, δηλαδή σήμερα.

Συνταγή

Συνταγή για κόλλυβε έγραψε η φίλη μου η Σουμάδα η οποία το προσεγγίζει και εντελώς διαφορετικά με την έννοια ότι μας καλεί να απενοχοποιηθούμε ως προς την παρασκευή και την κατανάλωσή τους. Έχω διαφορετική γνώμη. Κόλλυβα χωρίς στάρι μουσκεμένο στα δάκρυα δεν θα είναι νόστιμο. Όμως έχω την ίδια συνταγή με τη Σουμάδα την οποία μπορείτε να διαβάσετε μαζί με το συμβολισμό για κάθε υλικό χωριστά στο ποστ στο μπλογκ της.

Το στάρι: Είναι το σύμβολο της γης και συμβολίζει και τις ψυχές των πεθαμένων.
Το ρόδι: Με αυτό ο Άδης κράτησε την Περσεφόνη στον κάτω κόσμο, βέβαια οι χριστιανοί στο ρόδι συμβολίζουν την λαμπρότητα του παραδείσου.
Τα ασπρισμένα αμύγδαλα: συμβολίζουν τα γυμνά οστά για να μας θυμίζουν την μοίρα που θα έχουμε όλοι. (Ναι λίγο μακάβριο το ξέρω…)
Τα μπαχαρικά: Είναι τα αρώματα αυτού του κόσμου.
Ο μαϊντανός (σε κάποιες παραλλαγές ο δυόσμος): Είναι η ευχή για ανάπαυση “εν τόπω χλοερώ”.
Οι ξηροί καρποί: Είναι η ζωή που αναπαράγεται
Το τρίμμα από τα στραγάλια ή η φρυγανιά ή το αλεύρι: Συμβολίζει το ελαφρύ χώμα. (Μακριά από εδώ!)
Η σταφίδα: Από τα αρχαία χρόνια τον Διόνυσο και την γλύκα της ζωής έως τον Χριστό που είναι η άμπελος. Και τέλος
Η ζάχαρη που συμβολίζει τον γλυκό παράδεισο.

Κόλλυβα

½ πακέτο στάρι
1/3 – ½ κούπα αλεσμένα σε σκόνη στραγάλια
½ – 2/3 κούπα καρύδια πολύ χοντροκομμένα σχεδόν ολόκληρα
½  – 2/3 κούπα αμύγδαλα ξασπρισμένα
½ – 2/3 κούπα  φουντούκια
½ – 2/3 κουπα σταφίδες ξανθές (αν σας αρέσουν βάζετε και μαύρες), αλλά προσέξτε το κοτσανάκι τους, δεν υπάρχει χειρότερο κριτσι-κριτσι
1 κουπάκι του ελληνικού σουσάμι καβουρντισμένο (σε ένα τηγάνι το ζεσταίνουμε λίγο να πάρει χρώμα)
1 κουταλάκι κανέλα
½ κουταλάκι γαρίφαλο σε σκόνη
1 κουταλάκι κύμινο σε κόκκους
1 κουταλάκι κόλιαντρο σε κόκκους
1 κουταλάκι γλυκάνισο
½ κουταλάκι αλάτι
1/3  ματσάκι μαϊντανό ψιλοκομμένο και καλά στεγνωμένο
1 – ¾ ρόδι καθαρισμένο και στεγνωμένο
ζάχαρη
ζάχαρη άχνη

Καθαρίζω (όπως τις φακές) το στάρι και το μουλιάζω σε νερό (αν το μουλιάσετε πάνω από 3 ώρες αλλάξτε του το νερό (το στάρι είναι πολύ ευαίσθητο και χαλάει εύκολα. Επίσης τώρα πια λένε ότι δεν χρειάζεται μούλιασμα… (εγώ το μουλιάζω το πολύ μια με δύο ώρες). Το βάζω σε μια κατσαρόλα με αλάτι και το βράζω με τις ώρες (μπορεί να πάρεί και 2-3 ώρες (εγώ το θέλω να είναι πολύ μαλακό) Αν έχετε καμιά ξεχασμένη χύτρα, τώρα είναι η ώρα της, (με την χύτρα θέλει περίπου μια με μιάμιση ώρα)

Όταν βράσει το σουρώνω και το ξεπλένω πολύ καλά με δροσερό νερό να φύγει η κόλλα του. Σε έναν δίσκο βάζω ένα ποτηρόπανό (όχι πετσέτα με χνούδια) και ρίχνω από πάνω το στάρι, με ένα άλλο ποτηρόπανο τα καλύπτω και τα ταμπονάρω για να τα στεγνώσω πιο γρήγορα. Αν τα ποτηρόπανα έχουν μουσκέψει τα αλλάζω. (Αλλιώς αν τα αφήσω να στεγνώσουν μόνα τους, θα πάρει ώρες…)

Μόλις στεγνώσουν σε ένα τηγανάκι ζεσταίνω το κύμινο με τον γλυκάνισο και το κόλιαντρο για να βγάλουν καλύτερα τα αρώματά τους και μετά τα κάνω χοντροκομμένη σκόνη με ένα γουδί.

Βάζω το στάρι σε ένα μεγάλο μπολ και ρίχνω μέσα 2 – 3 κουταλάκια από την χοντροκομμένη σκόνη από τα μπαχαρικά και το μισό αλάτι και τα τρίβω καλά να πάει παντού το άρωμα. Μετά προσθέτω 2-3 κουταλιές της σούπας από το ρεβυθάλευρο και ανακατεύω καλά. Ρίχνω την κανέλα και το γαρίφαλο, ανακατεύω και δοκιμάζω στην γεύση μήπως χρειάζονται κι άλλα μπαχαρικά ή ρεβυθάλευρο.

Τέλος προσθέτω όλους τους ξηρούς καρπούς, τον μαϊντανό, το ρόδι και το σουσάμι και ανακατεύω καλά. Δοκιμάζω μια τελευταία φορά στη γεύση για να δω αν χρειάζονται κάτι τελευταίο, όπως λίγους έξτρα ξηρούς καρπούς ή μπαχαρικά.

Τα μεταφέρω σε ένα μεγάλο μπολ σερβιρίσματος ή ακόμα καλύτερα σε μικρά μπολάκια για ατομικές μερίδες. Και λίγο πριν τα σερβίρω τους βάζω λίγη ζάχαρη κανονική και λίγη άχνη και είναι έτοιμα! Πριν τα φάμε τα ανακατεύουμε καλά.

Προσοχή: Αλλοιώνονται εύκολα γι’ αυτό βάλτε τα στο ψυγείο.

τιπ: Η ζάχαρη τα κάνει να βγάζουν υγρά και να σκληραίνουν για αυτό την βάζουμε στο τέλος. Αν σας περισσέψουν και την άλλη μέρα σας βγάλουν υγρά ρίξτε τους λίγο ρεβυθάλευρο.

Μπορείτε να βάλετε και άλλους ξηρούς καρπούς ή ακόμα και ξερά φρούτα, αυτά που προτείνω εγώ είναι τα αγαπημένα μου, επίσης μια θεία μου τα φτιάχνει αντί με τρίμμα από ρεβίθια με τριμμένα μπισκότα, αλλά εμένα μου φαίνονται πολύ βαριά και πολύ γλυκά έτσι. Τελικά είμαι κλασικός τύπος…

πι.εσ.όσο τα φτιάχνεις πρέπει να έχεις αναμμένο το καντήλι

Από εδώ και εδώ