«…Αγαθή η μοίρα σου, λοχαγέ Μαβίλη»

mav

Με μια σφαίρα να διαπερνά τα μάγουλά του, με μια δεύτερη να τον χτυπά στο στόμα, αφήνει τέτοιες μέρες την τελευταία του πνοή στα ηπειρώτικα βουνά ο Λορέντζος Μαβίλης. Τι ταιριαστός τρόπος να πεθάνει αυτός που υπηρέτησε την Τέχνη με τον λόγο του και την Πατρίδα με την ζωή του! Από τον Δρίσκο, το ύψωμα λίγο έξω από τα Γιάννενα, στον δρόμο προς το Μέτσοβο, ο Κερκυραίος ποιητής ατενίζει σήμερα την πόλη των ονείρων του, σκεπασμένη από την αχλύ και του δικού του μύθου.

Μορφή εξεχόντως ρομαντική και ηρωική, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860. Ο παππούς του ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα όπου παντρεύτηκε την Κερκυραία ευγενή Αικατερίνη Δούσμανη. Ο πατέρας του, Παύλος, ήταν πρόεδρος δικαστηρίου της Ιονίου Πολιτείας στην Ιθάκη, όπου γεννήθηκε ο ποιητής. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανηψιά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Γνώρισε για χρόνια και μέχρι τον θάνατό του έναν έρωτα αμοιβαία καρποφόρο με την ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου «Μυρτιώτισσα», με την οποία δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε απογόνους (εκείνη ήταν παντρεμένη και μητέρα του μετέπειτα μεγάλου Έλληνα ηθοποιού Γιώργου Παππά).

Μαθητής του Ιάκωβου Πολυλά, μαθητή του Διονυσίου Σολωμού, σπούδασε στα πανεπιστήμια του Μονάχου (όπου έγινε ο ιδρυτής του Σκακιστικού Συλλόγου του Πανεπιστημίου και ασχολήθηκε με την σύνθεση σκακιστικών προβλημάτων), και του Φράιμπουργκ,  Κλασική Φιλολογία, Αρχαιολογία και Σανσκριτικά. Μελέτησε Καντ, Φίχτε και Σοπενάουερ, μετέφρασε στα ελληνικά Σίλερ, Σέλεϊ, Βιργίλιο, και αποσπάσματα από το ινδικό έπος «Μαχαμπχαράτα». Διακρίθηκε ως ποιητής σονέτων και θεωρείται ο  τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής που διεμόρφωσε ο Διονύσιος Σολωμός.

Έλληνας και φιλέλληνας, συμμετείχε ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους. Το 1896 έγινε μέλος της «Εθνικής Εταιρείας», ίδρυσε παράρτημά της στην Κέρκυρα, και κατέβηκε στην Κρήτη για να ενισχύσει τον αγώνα της απελευθέρωσής της, στα Λευκά Όρη. Το 1897 συγκρότησε σώμα από 70 Κερκυραίους το οποίο όπλισε και συντηρούσε με δικά του έξοδα και πολέμησε στην Ήπειρο, όπου τραυματίστηκε στην μάχη των Πέντε Πηγαδιών.

Το 1902 πρωταγωνιστεί στην εκστρατεία για να μην εγκατασταθεί καζίνο με τυχερά παιχνίδια στην Κέρκυρα. Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Οι αγώνες του Έθνους εντείνονται αλλά ο Μαβίλης δεν μπορεί να πολεμήσει με τον Ελληνικό Στρατό λόγω της ηλικίας του. Για αυτό και κατατάσσεται ως εθελοντής στο σώμα των ερυθροχιτώνων Γαριβαλδινών υπό τον Αλέξανδρο Ρώμα και πολεμά στους Βαλκανικούς Πολέμους στο μέτωπο της Ηπείρου.

«Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας

Σ’ εφλόγισε πατώντας της Ηπείρου

Το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου

Νάστραφτε από το «εν τούτω νίκα» ο αιθέρας,

Και σα σε λάμψη παρουσίας δευτέρας

Μ’ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου

Νάβλεπες στο βυθό του Παμπονήρου

Να γκρεμιστή η Τουρκιά, το ανίερο τέρας».

Θα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων επικεφαλής των ανδρών του, στις 28 Νοεμβρίου 1912. Ήταν 52 ετών. Μερικούς μήνες αργότερα, τον  Φεβρουάριο του 1913, τα Γιάννενα θα ελευθερωθούν. Το 1933, στο σημείο όπου σκοτώθηκε, κατασκευάστηκε μνημείο μέσα στο οποίο βρίσκονται τα οστά του.

Οι τελευταίες του λέξεις ήσαν:

«Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».

Με τα λόγια της αγαπημένης του Μυρτιώτισσας:      «… Ζητούσε μες στα ιδανικά την απολύτρωση κι αναζητώντας στάθηκε στο μεγαλύτερο: την Πατρίδα. Από εκεί άντλησε το τελευταίο, το υπέρτατο ιδανικό του: το θάνατο. Η λατρεία της Πατρίδας και του θανάτου!»

Ε.Δ.

 

Στην Πατρίδα

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.

Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,

πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ’, οι λαγκαδιές

στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!

Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ’ η λίμνη,

χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,

σ’ άπειρ’ αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής

τ’ αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.

Κι αυτός σηκώνει τ’ αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,

κι η κάθε στάλ’ από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,

κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή

χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,

και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.

Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός

γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ’ ο ουρανός.

Κι οι νύχτες σου με τ’ άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,

με τ’ αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ’ άστρα,

με το φεγγάρι που περνά, σαν τ’ όνειρο ευτυχίας

στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.

Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια

και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,

σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,

ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ’ ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,

λιώνονται σ’ ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.

Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά

μέσ’ απ’ αγάπης φαντασιές τ πλάσματα ξυπνά.

Κι ανάμεσα στα χρώματ’ από χίλια ουράνια τόξα,

προβαίνει πάλ’ ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.

Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,

έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.

Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,

και δίχως γνέφια τους καιρους η δόξα σου διατρέχει.

Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,

θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.

(EΦΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ, Φ. 176)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.