Στην παραλία της Νίκαιας, το βράδυ της Βαστίλης

1042997594

Ώρες-ώρες, ο κόσμος που ζούμε, ο ωραίος, ο φωτεινός, γίνεται ένα παχύ, πηχτό, μαύρο σκοτάδι. Άλλοτε γιατί τέτοια γίνεται η ζωή του καθενός μας, ή γιατί έτσι την βλέπουν τα μάτια μας και την νιώθει η ψυχή μας, είτε γιατί ο κόσμος γύρω μας προσπαθεί να μοιάσει σε ένα δυστοπικό παραμύθι του Χάξλεϋ ή του Μπράντμπερυ, ή όλων αυτών που είχαν την πληροφόρηση από πάνω κι από μέσα.

Η βία, τυφλή, παράλογη και επαναλαμβανόμενη, από την εποχή της Βαστίλης, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, από τους Πύργους της Νέας Υόρκης, τους περασμένους μήνες, στις Βρυξέλλες και το Παρίσι, τις περασμένες μέρες, στην Νίκαια της Γαλλίας, ξαπλώνεται πλαδαρά στα πόδια μας σαν δύσοσμος καπνός. Είναι στο χρώμα πράσινη σαν τις εικόνες από την απ’ ευθείας μετάδοση του Πολέμου του Κόλπου. Σαν την σημαία των οπαδών του Προφήτη.

Τρυπώνει στο μυαλό, στις συζητήσεις μας, μας κρατάει δέσμιους της οθόνης και του πληκτρολογίου, σαν να έχουμε κάποιο ρόλο να παίξουμε στην πορεία της. Δεν έχουμε. Όχι με αυτούς τους τρόπους. Η βία θέλει να την κοιτάζουμε, να την παρακολουθούμε, να γλιστράει στο στομάχι μας καθώς βλέπουμε ανήμποροι να γκρεμίζει ό,τι καμάρωσαν πως έφτιαξαν οι άνθρωποι, στην γη των γενναίων και των ονείρων, στην γη των φώτων και της τέχνης της ζωής. Σαδιστικά χυμάει στις ζωές των ανθρώπων, σκοτώνει βάναυσα, πληγώνει το σώμα τους, κόβει χέρια και πόδια, και ξεσχίζει τις ψυχές των μαρτύρων. Και για τους τηλεθεατές; Καταστρέφει την εμπιστοσύνη τους στην αυριανή μέρα.

Αυτή η βία επιχειρεί να αλώσει το Αιώνιο κομμάτι της ζωής μας. Αυτό που ψηλαφίζει την ευτυχία ένα καλοκαιρινό βράδυ με πυροτεχνήματα στον περίπατο πλάι στην θάλασσα, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο του πατέρα ή του συντρόφου. Πόση δύναμη πρέπει να μαζέψεις, από πόσα άνθη, πόσο βαθιά πρέπει να σκάψεις για να πιστέψεις πάλι στα καλοκαιρινά βράδυα, και στα πυροτεχνήματα, και σε ένα φορτηγό που μεταφέρει παγωτά;

Υπάρχουν πολλά είδη βίας. Πολλοί διαφορετικοί τρόποι και βαθμοί, πολλές ευφάνταστες δυνατότητες να σκοτώσει ο ένας άνθρωπος τον άλλο. Για μερικά εκατοστά γης, για ένα κομμάτι παγωμένο μέταλλο, για μερικά φύλλα χαρτί. Οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει ούτε να φεύγουν ούτε να διώχνουν ό,τι τους πονά. Προτιμούν να γυρίζουν το μαχαίρι στην πληγή τους, απορροφημένοι από τον ίδιο τους τον πόνο, παρά να απομακρυνθούν από την πηγή της δυστυχίας τους. Αρνούνται να γυρίσουν το μέσα έξω την ζωή τους.

Κι έτσι ποτίζει η βρωμιά τα ρούχα τους, τα ρουθούνια τους, την σκέψη τους. Πολλοί τρόποι να σκοτώσει καθείς τον εαυτό του, να κόψει την ψυχή του κομμάτια, να τεμαχίσει την σκέψη και το σώμα του. Αυτός είναι ο τρόπος των ανθρώπων.

Υπάρχει βεβαίως και η άλλη επιλογή. Όχι μιας πρόστυχης χαράς που θέλει να γίνουμε όλοι «καλοί»,  λωτοφάγοι μεθυσμένοι, δούλοι κι έρμαια σε έναν κόσμο υποκριτικά αγαπησιάρικο, που ακονίζει μαχαίρια πίσω απ’ την πλάτη.

Υπάρχει  ο τρόπος να σηκωθεί καθείς από τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους, να τινάξει από πάνω του την πικρή γεύση τους, να επιτρέψει στον εαυτό του να αναπνεύσει βαθιά, να δέσει τα συντριμμένα κομμάτια του.

Κι ύστερα, μετά τα σπασμένα κόκκαλα και τα σκοτάδια, να περάσουμε μέσα από την φωτιά όχι σαν άψυχα ξόανα του εαυτού μας, αλλά πιο δυνατοί και πιο φωτεινοί, με ευγνωμοσύνη στην Πίστη και την Ομορφιά και την Χάρη που επέτρεψε να γίνουμε καινούριοι και ολόκληροι. Και την δύναμη να μην μένουμε στα ερείπια, αλλά να σηκωνόμαστε και να ξαναχτίζουμε.

Αυτό είναι το έργο που φύλαξε για μας ο Πλάστης. Να φέρνουμε φως στους καιρούς των σκοταδιών. Και κάνοντας το χρέος, να βρίσκουμε την χαρά των πυροτεχνημάτων ένα βράδυ δίπλα στην θάλασσα. Γιατί αυτό που χρεωθήκαμε δεν είναι αγγαρεία, μα είναι δώρο, να το βάλουμε στην καρδιά μας γιατί αυτό θα την κρατήσει ζωντανή.

Πολλές φορές αυτό είναι και το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς στην ζωή, να πιστεύει και να ελπίζει πως «το φως θα γεννήσει κι άλλο φως», και αλήθεια, και ζωή.

Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πολεμήσουμε την πλημμυρίδα από Σκοτάδι και Σκιές σε έναν κόσμο που κόβεται κομμάτια με το που αρχίζει να κλείνει τις πληγές του, χωρίς σκέψη, χωρίς πίστη, χωρίς σκοπό.

Γι’ αυτό προχωρούμε Εμπρός. Γι’ αυτό διαλέγουμε τον δρόμο της Ζωής που είναι ο δρόμος της Φύσης. Κλείνουμε τα μάτια με την προσδοκία στην Πίστη και την βεβαιότητα του Φωτός που θα ξεκλειδώσει τα βλέφαρά μας, βαριά από τον πόνο, την βία, την παραίτηση, την εγκατάλειψη όσων πιστέψαμε κι ελπίσαμε, κι ανάμεσα στα βρύα, μοιραζόμαστε Ιστορίες παλιές όσο ο χρόνος, και γράφουμε νέες.

Η τέχνη μας κι ο πόλεμός μας είναι η ίδια η ζωή μας. Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε από το να πιστεύουμε στην ζωή, να πολεμούμε και να βαδίζουμε εμπρός.

Η ΟΧΙΑ

(Δημοσιεύθηκε στο φ.990 της εφημερίδας ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.