ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

bonfire 1914

 

«Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ‘βλεπαν

κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό

πάνω νερά∙

να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο

στα τυφλά πεισματάρης

και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα

σαν το πολύροζο λιόδεντρο –

άφησε κι ας γελούν.

Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος

στη σημερινή πνιγερή μοναξιά

στ’ αφανισμένο τούτο παρόν –

άφησέ τους.

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής

υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας».

Γιώργος Σεφέρης

«Θερινό Ηλιοστάσι- Θ΄»

Μικρό παιδί περνούσα τα καλοκαίρια σε ένα νησί γειτονικό στην Αθήνα. Η ημερήσια διάταξη περιελάμβανε πρωινή πεζοπορία, νερό πηγής, μάθημα επιτόπιο των χορταριών και των δέντρων, και αμέτρητες ώρες κολύμπι. Δυο ήταν οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών: Τα τζιτζίκια και οι αχινοί.

Μέχρι που ένα καλοκαίρι κατέλαβε ετσιθελικά, απρόοπτα, την κυρίαρχη θέση του στις παιδικές μου αναμνήσεις. Οι φωτιές του Αγιαννιού ξεδιπλώθηκαν σε όλη την παραλία, από πάνω ως κάτω. Κορίτσια κι αγόρια χαχάνιζαν ομάδες-ομάδες, μεσημεριανές κουβέντες, μισάνοιχτα παράθυρα, ψίθυροι και κοκκινισμένα μάγουλα. Κι εκεί, όπως σε όλες τις ιστορίες που αξίζει να διαβάσεις, έκανε την εμφάνισή του ο «κακός μαύρος λύκος». Δεν είναι σίγουρο ότι ήταν πραγματικά κακός. Ήταν όμως βέβαιος για το δίκαιο της εξουσίας του και το κράδαινε με την ίδια απελπισμένη βεβαιότητα που κράδαινε και την μαγκούρα του.

Θυμωμένος, βλοσυρός, πικαρισμένος έκλεινε με θόρυβο παραθυρόφυλλα, επικαλούνταν τον Θεό που χολωνόταν, λέει, με τα αγόρια που δρασκέλιζαν τις φλόγες και τα κορίτσια που έλυναν τα μαλλιά τους κι έριχναν από ένα τσιμπιδάκι στο πλαστικό κανάτι. Γεμισμένο αμίλητο νερό απ’ την πηγή, θα μαρτυρούσε το ξημέρωμα το όνομα εκείνου που θα συντρόφευε αυτό που ονειρεύονταν πως θάναι η ζωή τους. Καταριόταν ο γέρος κι ορκιζόταν πως ποτέ πια δεν θα γινόμασταν μάρτυρες του κλήδονα, πως ήταν εκείνη, σίγουρα, η τελευταία φορά, κι ύστερα θάπεφτε η συντέλεια. Προσώρας σκεφτόμουν πώς θάταν που θάπεφτε η κατάρα πάνω τους, πάνω εκείνων των κοριτσιών και αγοριών που πίστευαν και έκαναν ίδιο κι απαράλαχτο το έθιμο όπως οι μαννάδες κι οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους, μια κι εγώ δεν πιανόμουν λόγω ηλικίας στους έφηβους που συμμετείχαν στην απαγορευμένη μυσταγωγία. Κι αναρωτιόμουν πώς δεν έπεσε ο χαλασμός πάνω στους παππούδες και προσπαππούδες τους που για γενιές χόρευαν και τραγουδούσαν με την ίδια βεβαιότητα το ίδιο εκείνο τραγούδι.

Λίγα χρόνια αργότερα, ξεχασμένη όπως συνήθιζα σε ένα βιβλίο, στο χάζεμα των βράχων και του ήλιου που χάνονταν και ξαναγεννιόταν στον ορίζοντα, δεν πήγα στον κλύδωνα. Μα πήγε η καλή μου φίλη, η Άννα, που μοιραζόμασταν άγουρες, καλοκαιρινές έννοιες και κοροϊδέματα. Και το επόμενο καλοκαίρι, έτσι, αναπάντεχα, λίγο μετά του Αγιαννιού, μ’ έπιασε απ’ το χέρι, και πάνω σε ένα ασπρισμένο αυλόγυρο, δίπλα από τενεκέδες με βασιλικά, μου εκμυστηρεύτηκε ένα μεσημέρι, πως είχε βρει το ταίρι της.

Απειλές, ξόρκια και κατάρες, έγιναν καπνός εκεί στην ασπρισμένη αυλή. Γιατί η ζωή, έχει τον τρόπο της να κλείνει το στόμα σε όσους αμφισβητούν την δύναμή της. Άγρια κι αδιαπραγμάτευτη ξεπετάγεται όπου φανεί υποψία ελπίδας, κι εκεί, σε μια χούφτα χώμα, γραπώνεται, και μεγαλώνει σαν αυθάδικο λουλούδι γιατί αυτή είναι η δύναμή της: να περιφρονεί τις αντιξοότητες, και τους προφήτες, και τα αναθέματα. Και να υπάρχει, χωρίς κανείς να το ζητήσει. Αρκεί να ανοίξει τη χούφτα, να βάλει χάμω το χώμα του, να πιστεύει, και να περιμένει.

Μέρες οικονομικού Αρμαγεδώνος που είναι, αλλά και μέρες καλοκαιριού, ήρθε στο νου μου αυτή η ιστορία.

Τρίβολοι με κουδούνια και λύκοι με δέρατα αρνιών, απειλώντας και βρίζοντας, περιφρονώντας και χλευάζοντας την Πατρίδα και τον Λαό μας, έχουν αμοληθεί και λένε, λένε… Πρόμαχοι τάχα του λαού, του αρνούνται δικαίωμα και ικανότητα να αποφασίζει. Μάγοι και τσαρλατάνοι φοβερίζουν με τις φλόγες της κολάσεως. Δεν ξεσυνερίζομαι εκείνους που φοβούνται. Έμαθαν να κρύβουν ζηλόφθονα στην τσέπη το τάλαντο που τους δόθηκε, και να πορεύονται στα τυφλά και τρομαγμένα σε κάθε θρόισμα, σε κάθε ίσκιο. Δεν τους κατηγορώ που ενώνουν τις φωνές τους με των δημίων. Τα κεφάλια τους, σκυμμένα πάνω στον ποτισμένο στο αίμα, πάγκο του χασάπη, περιμένουν αδιαμαρτύρητα τον δίκαιο χαμό τους.

Διάβαζα το σχόλιο ενός που έλεγε πως προτιμούσε να του κάνουνε κουμάντο οι Εβραίοι και οι Μασόνοι, παρά οι κομμουνιστές που θα μας πάρουν λέει το βιός και θα εγκαθιδρύσουν την κομμουνιστική δικτατορία. Και αγνοούσε ο πολυδιαβασμένος με το ύφος και τον τουπέ αποκριάτικου Δρυίδη, πως καπιταλισμός και κομμουνισμός πάνε χέρι-χέρι, όψεις του ίδιου νομίσματος. Ξεχνούσε ή απέκρυπτε πως οι εκλεκτοί του κόψαν συντάξεις και μισθούς, πήραν σπίτια κι έκλεισαν επιχειρήσεις. Οι εκλεκτοί του έβαλαν στην φυλακή τους Εθνικιστές, κι εκείνοι είναι οι ηθικοί αυτουργοί, αν όχι οι εντολοδότες της δολοφονίας του Γιώργου και του Μάνου, με εκτελεστικά όργανα το αριστερό παρακράτος.

Το πολιτικό θέατρο του κοινοβουλευτισμού είναι αρκετά παλιό και επαρκώς σχεδιασμένο ώστε να δίνει στο λαό την ψευδαίσθηση της Δημοκρατίας. Λίγο ενδιαφέρει ο ξεπεσμός του. Μα χαίρομαι που η ελληνική φωτιά γλύφει τις αυλές των Φασουλήδων στις Βρυξέλλες και τα γυάλινα κάστρα των χρηματιστών της Νέας Υόρκης, κι εύχομαι να τους δούμε να πέφτουν έντρομοι από τα ψηλά άλογα πούχουν καβαλικέψει και τσαλαπατούν ανθρώπους κι έθνη.

Αν κάτι κατάφεραν οι Ελληνες Εθνικιστές της Χρυσής Αυγής στα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας είναι πως έκαναν χιλιάδες ανθρώπους να πετάξουν το πουκάμισο του φόβου, να βρουν και να πιστέψουν στην πιο βαθιά και αδιάψευστη ουσία τους: την αλήθεια της ράτσας τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, είναι να εξακολουθήσουμε να βαδίζουμε με τις Ιδέες μας θαλερές και τις Ψυχές μας ακέραιες.

Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται στην ζωή. Μα τη δύναμή της ποιος μπορεί να την αμφισβητήσει; Ατάραχη στον δρόμο της καλεί να την ακολουθήσεις. Αντέχεις;

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Δημοσιεύθηκε στο Φ. 935 της εφημερίδος ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

«Δημοκρατικό» τόξο: Οι Υπεύθυνοι των Δεινών του Λαού μας

pasok_nd_simaies_5

Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Κώστας Σημίτης, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου, Λουκάς Παπαδήμος, Αντώνης Σαμαράς, Ευάγγελος Βενιζέλος, Φώτης Κουβέλης, Αλέξης Τσίπρας, Πάνος Καμμένος, είναι τα κυριότερα ονόματα εκείνων που συνέβαλαν λιγότερο ή περισσότερο στην καταστροφή της Πατρίδος μας και στην εξαθλίωση του Λαού μας.

Σκάνδαλα, μίζες, ανεξέλεγκτη διόγκωση του κομματικού Κράτους, ισοπέδωση και καταστροφή της εθνικής παραγωγής, παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, Μνημόνια, φτώχεια, εξαθλίωση, ανεργία, λαθρομετανάστευση είναι τα επιτεύγματα των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, των κομμάτων δηλαδή τα οποία συναποτελούν σήμερα το λεγόμενο «δημοκρατικό» τόξο.

Οι κλέφτες του ιδρώτα του Λαού μας, παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες της Αριστεράς που σήμερα κυβερνά, κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι και παίρνουν την εκδίκησή τους, με τη σύμπραξη των διεθνών τοκογλύφων και των τραπεζιτών. Τι Τσίπρας τι Σαμαράς, τι Βενιζέλος τι Καμμένος, η παραμύθα συνεχίζεται υπό το πέπλο της δήθεν σωτηρίας της Ελλάδος.

Τα όσα συμβαίνουν καταδεικνύουν το προφανές: δεν γίνεται να σώσουν την Ελλάδα οι υπεύθυνοι των δεινών της Πατρίδος και του Λαού μας! Δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Ελλήνων αλλά εκείνα των αφεντικών τους σε Βρυξέλλες, Βερολίνο και Ουάσινγκτον!

Περικλής Γιαννόπουλος: Η ξενομανία είναι αμορφωσιά

periklis_giannopoulos__article
Κτυπήσατε τὴν ξενομανίαν, ἄνθρωποι τῆς ἰδέας. Κρατήσατε ὅ,τι ἔχετε ἑλληνικόν, ἄνθρωποι τῆς λαϊκῆς καὶ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἀνωτέρας τάξεως.
Κουβαληθῆτε ὅλοι εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ἀπέναντι τοῦ ζαχαροπλαστείου Γιανάκη, πλησίον τῆς πολυφήμου Lizie ἡ ὁποία σᾶς ἄδειασε τὴν τσέπην. Εἶνε τὸ μαγαζὶ τῆς λαίδης Ἔτζερτων τῆς ἀγγλίδος ἀριστοκράτιδος καὶ κυρίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ κυττάξετε ἄνθρωποι θεόκουτοι καὶ ἀκαλαίσθητοι. Ἐκεῖ τὰ ὑφάσματα εἶνε τὰ κεντήματα τὰ ὁποῖα κάθε κόρη τοῦ λαοῦ γνωρίζει νὰ κεντᾷ ἄδουσα. Κυττάξετε τὰς τιμάς. Εἶνε ἀκριβώτερα ἀπὸ κάθε εὐρωπαϊκά. Διότι εἶνε ὡραιότερα ἀπο κάθε εὐρωπαϊκά. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σεῖς εἴχατε, ἡ….. κόρη δύναται νὰ τὰ κάμῃ, σεῖς ἔχετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα κρύβετε πετᾶτε ἀπὸ τό φόρεμά σας ἀπὸ τήν σάλα σας διότι τὰ θεωρεῖτε πρόστυχα, αὐτὰ πωλοῦνται εἰς τὸ Λονδῖνον ὡς εὐγενέστατα καὶ ὡραιότατα. Ἐντροπή, ἄνθρωποι ἕλληνες νὰ ἐπιδεικνύετε τοιαύτην ἀκαλαισθησίαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἰταλογαλλλικά καὶ γερμανοεβραϊκὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐγεμίσατε τὰ σπήτια σας καταξοδευόμενοι, κλέπτοντες, ἀτιμαζόμενοι διὰ νὰ εὔρετε τὰ χρήματα, νομίζοντες ὅτι κάτι κάνετε, ὅτι θὰ φανεῖτε πολιτισμένοι, ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς εἶνε προστυχόταταβαναυσότατα καὶ σᾶς ἀποδεικνύουν φρικαλέαν ἀκαλαισθησίαν καὶ βαθὺ χωριατισμόν.
Ἀρχίσετε ἀπὸ τὸ σπῆτι. Πετάξετε τὰ ταπέτα τὰ ψεύτικα ποὺ πληρώνετε τόσον ἀκριβὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνον δὲν ἔχετε τίποτε. Βάλετε τὰς Ἑλληνικὰς ἀνδρομίδας τὰς αἰωνίους. Ὅλη ἡ Θεσσαλία, ὅλη ἡ Πελοπόννησος καλλιτεχνεῖ θαυμάσια εἴδη. Μὲ ἐλάχιστα χρήματα, ἔχετε ὡραιότατα πράγματα καὶ στερεότατα καὶ ἀσυγκρίτως εὐγενεστέρων χρωματισμῶν. Μὲ τίποτε ὡραιότερα καὶ πλουσιότερα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ στρώσῃ κανεὶς μίαν αἴθουσαν παρὰ μὲ τὰ ὁλόλευκα μαλλιαρὰ χαλιὰ ποὺ ἔχουν μόνον ἕνα μαῦρον περιθώριον. Εἰκοσιπέντε καὶ τριανταπέντε καὶ σαρανταπέντε δραχμὰς στοιχίζει μόνον ἡ μία εἰς τὰ μαγαζειὰ τοῦ Δημοπρατηρίου. Βάλετε τοὺς σοφάδες σας μὲ τὰ ὡραῖα ἐγχώρια ὑφάσματα εἰς τὴν θέσιν των. Καλλιτεχνήσατε μὲ τὰ χέρια σας τὰ ὡραῖα σκεπάσματα. Εἶνε πρόστυχοι καὶ γελοῖοι οἱ καναπέδες σας μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ παληόπανα τὰ ὁποῖα κάμνει ἡ Εὐρώπη διὰ τοὺς κουτοὺς καὶ βαρβάρους λαοὺς ποὺ φέρουν ὅλα τὰ μάρκα «διὰ τὴν Ἀνατολήν». Καὶ παρουσιάζετε κωμικώτατον θέαμα μὲ τοὺς καναπέδες σας ποὺ δὲν ξεύρετε νὰ καθήσετε ἐπάνω, καὶ εἶνε θεόκουτον καὶ ἀξιολύπητον πρᾶγμα νὰ μὴν ἔχετε ἕναν καναπὲ νὰ ἀναπαύσετε τὸ κόκκαλόν σας. Πετάξετε τὰ βάζα καὶ τὰ χρυσόχορτα καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ παληοπράγματα τὰ μαζευμένα ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ χωριά. Ἕνα κανάτι ξύλινον τῆς Κορίνθου ἀπὸ τὸ ἀρωματῶδες κυππαρίσι μὲ τὰ ὡραῖα του στεφάνια καὶ μὲ ὁλίγα ἄνθη τοῦ ἀγροῦ μέσα, εἶνε κομψοτέχνημα ποὺ θὰ τὸ ἐζήλευεν ὁ κάθε Εὐρωπαῖος καλλιτέχνης. Κάνετε τὰ ἔπιπλά σας ἀπὸ ξύλα τοῦ τόπου σας, ἀπὸ τὴν ἐληά σας, ἁπλᾶ, ἥσυχα, ἥμερα, ἀναπαυτικά. Μὴν τὰ μαυρίζετε σὰν νὰ σᾶς ἀπέθαναν δώδεκα παιδιὰ εἰς τὸν τόπον ποὺ δὲν μαυρίζει οὔτε τὸ μάρμαρον εἰς χιλιάδες χρόνια. Μία εἰκὼν συγχρόνου ζωγράφου ἰδικοῦ σας καὶ ἡ ἀτελεστάτη ὅλων ὡς χιλιάκις προτιμοτέρα καὶ εὐγενεστέρα, στολίζει ἑκατομμυριάκις περισσότερον τὴν σάλα σας, καὶ σᾶς ἀποδεικνύει ἑκατομμυριάκις πλέον πολιτισμένους παρὰ οἱ πεντακοσιόδραχμοι χρυσοκαθρέπται οἱ βαναυσότατοι ποὺ σᾶς ἀποδεικνύουν ἀκαλαισθήτους καὶ χρησιμεύουν μόνον διὰ νὰ κατακλίνωνται ἡ μῦγες εἰς χρυσὰ κρεβάτια.
Ἕνας ἁπλοῦς σοφᾶς, μὲ ἕνα ὕφασμα χειροτεχνημένον, μὲ ἕνα ράφι ἀπὸ ἁπλοῦν ξῦλο, μὲ ὁλίγα ἁπλούστατα πράγματα ἑλληνικὰ καὶ γίνεσθε καὶ φαίνεσθε περισσότερον πολιτισμένος παρὰ ἐὰν ἐξοδεύσετε ὅλην σας τὴν περιουσίαν διὰ νὰ πάρετε πολυτελῆ Εὐρωπαϊκά πράγματα. Καὶ ἐπὶ τέλους διατί αὐτὴ ἡ κουταμάρα; Τί τοῦ χρεωστᾶτε τοῦ Ἰταλοῦ, τοῦ Γάλλου, τοῦ Γερμανοῦ διὰ νὰ δουλεύετε δι᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ δίδετε ὅλον σας τὸ χρῆμα ποὺ κερδίζετε μὲ ἀγῶνας; Διατί νὰ σᾶς διευθύνῃ καὶ σᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ γοῦστό του ὁ κάθε ἐργοστασιάρχης καὶ ἔμπορος τοῦ Μονάχου καὶ τῆς Μασσαλίας; Σεῖς δὲν εἶσθε ἄνθρωπος; δὲν ἔχετε γοῦστο; δὲν ἔχετε καὶ σεῖς δικαίωμα νὰ κάμετε μόδα οὔτε εἰς τὸν τόπον σας, οὔτε μέσα εἰς τὸ σπῆτι σας; Διατί νὰ εἶσθε Σκλάβοι;
Ἀρχίσατε ἀπὸ τὸ σπῆτι σας νὰ πετᾶτε τὰ παληοπράγματα ποὺ ἐμαζεύσατε, πετᾶτε ἕνα ἕνα ἀντικαθιστῶντες αὐτὰ μὲ ἑλληνικά, ἕως ὅτου σιγὰ σιγὰ κατορθώσωμεν νὰ πετάξωμεν τὰ πάντα καὶ δημιουργήσωμεν ὅλοι μας τὸν κόσμον ὡραῖον ὅπως εἶναι ἡ γῆ μας, τὰ βουνά μας, ὅλα τὰ καλλιτεχνήματα τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐνδύσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὸ λίκνον ἕως τοῦ τάφου μὲ τὸ ὡραῖον ὁλόχαρο φῶς καὶ χρῶμα καὶ γραμμὰς τῆς Ἑλλάδος.
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ ξενομανία», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 5, 16-1-1903)